Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

προταση νεου εκλογικου συστηματος

Το ισχύον εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα για τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών είναι η ενισχυμένη αναλογική, ένα κράμα αναλογικού και πλειοψηφικού συστήματος, το οποίο στην προσπάθειά του να παράξει ισχυρές αυτοδύναμες κυβερνήσεις, κατηγορείται πως αλλοιώνει τη βασική δημοκρατική αρχή, ότι κάθε ψήφος μετράει το ίδιο.
Αποτέλεσμα είναι η δυσανάλογα μεγάλη εκπροσώπηση του πρώτου συνδυασμού στη Βουλή εις βάρος των υπολοίπων και κατά συνέπεια η μη αποτύπωση της λαϊκής βούλησης έτσι όπως αυτή έχει εκφραστεί μέσα από τις εκλογές. Όμως οι εκλογές είναι η μόνη δυνατότητα του λαού να μιλήσει, να εκφραστεί, να στηλιτεύσει, να επιβραβεύσει και εν τέλει να κυβερνήσει. Γι’ αυτό και είναι σημαντική η -όσο το δυνατόν- μεγαλύτερη ακρίβεια στην αποτύπωση της λαϊκής βούλησης, ώστε να περιφρουρείται η έννοια της δημοκρατίας. Η έκδοση του τελικού αποτελέσματος των εκλογών οδηγεί στην άνοδο στην εξουσία προσώπων που καθορίζουν τη ζωή μας με τρόπο παραπάνω από σημαντικό. Όταν όμως το εκλογικό σύστημα υπολογίζει την ισχύ των συνδυασμών ανά περιφέρεια για να εκλεγούν βουλευτές τοπικοί, έχοντας ταυτόχρονα ως στόχο την εκλογή πάση θυσία ισχυρής κυβέρνησης, με έδρες «μπόνους» και με υποσκελισμό του τμήματος του λαού που επέλεξε υποψήφιους που συγκέντρωσαν ποσοστό κάτω του 3% (ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τον πρώτο συνδυασμό με ποσοστά που δεν του αναλογούν), τότε δεν επιτυγχάνεται αυτή η –κατά το δυνατόν εφικτή- ακρίβεια στην αποτύπωση της λαϊκής βούλησης.
Στο ισχύον εκλογικό σύστημα ο αριθμός των βουλευτών για όλη την επικράτεια ορίζεται σε τριακόσιους και η χώρα διαιρείται σε εκλογικές περιφέρειες. Από τους τριακόσιους βουλευτές, οι διακόσιοι ογδόντα οκτώ εκλέγονται στις εκλογικές περιφέρειες στις οποίες κατανέμονται οι αντίστοιχες βουλευτικές έδρες, ενώ οι υπόλοιποι δώδεκα κατανέμονται, χωρίς να σταυροδοτηθούν, ενιαία σε όλη την επικράτεια.
Κάθε εκλογική περιφέρεια δικαιούται βάσει του πληθυσμού της συγκεκριμένο αριθμό εδρών, δηλαδή αριθμό βουλευτών προς εκπροσώπηση στη Βουλή, πλην όμως στην κατανομή των εδρών των εκλογικών περιφερειών και των εδρών επικρατείας συμμετέχουν μόνο οι συνδυασμοί ή μεμονωμένοι υποψήφιοι που συγκέντρωσαν στην επικράτεια ποσοστό άνω του 3%. Εφόσον, κατά κανόνα, είναι πολύ περισσότεροι του ενός οι εκλογικοί σχηματισμοί που πήραν ποσοστό κάτω του 3% πανελληνίως και αποκλείσθηκαν από τη λήψη βουλευτικών εδρών, όλοι μαζί αθροιζόμενοι, μπορεί να υπερβαίνουν σε ποσοστό ακόμα και το 10%, γεγονός που σημαίνει ότι ένα μεγάλο ποσοστό του λαού που επέλεξε αυτά τα κόμματα, δεν εκπροσωπείται στην επερχόμενη Βουλή. Το ποσοστό δε αυτό ενδεχομένως να ήταν μεγαλύτερο, αν οι εκλογείς δεν αποθαρρύνονταν από το γεγονός της απώλειας της ψήφου τους προς τους μικρούς σχηματισμούς και ως εκ τούτου συχνά επιλέγουν τη δεύτερη επιλογή τους που αντιστοιχεί σε συνδυασμό που θα συμμετέχει στη Βουλή. Για να καθοριστεί δε πόσες έδρες θα λάβει κάθε εκλογικός σχηματισμός στην επικράτεια, ο υπολογισμός γίνεται επί τη βάσει 250 εδρών, γιατί οι υπόλοιπες 50 έδρες πρέπει οπωσδήποτε να «φυλαχθούν» για το τέλος ώστε μετά την κατανομή να παραχωρηθούν υπέρ του πρώτου συνδυασμού μήπως και μπορέσει τελικά η Βουλή να δώσει την περίφημη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της στην Κυβέρνηση, έστω με αυτό το βεβιασμένο και πλασματικό τρόπο.
Υπολογίζοντας τις έδρες με γνώμονα τον πληθυσμό ανά εκλογική περιφέρεια, προσδίδεται στις βουλευτικές εκλογές τοπικιστικός χαρακτήρας, θεωρώντας εκ προοιμίου υποχρεωτικό και αυτονόητο ότι κάθε περιφέρεια πρέπει να έχει «τους βουλευτές της», ενώ υπάρχει τοπική αυτοδιοίκηση, εξυπηρετούσα επαρκώς το σκοπό της προώθησης των τοπικών συμφερόντων. Το αποτέλεσμα του υπολογισμού των βουλευτικών εδρών ανά εκλογική περιφέρεια είναι να μένουν εκτός Βουλής υποψήφιοι βουλευτές που έλαβαν πολύ περισσότερες ψήφους σε σχέση με βουλευτές που λόγω του συστήματος κατανομής των εδρών ανά περιφέρεια έλαβαν σαφώς λιγότερες ψήφους και κατά συνέπεια εκφράζουν κατά πολύ λιγότερο τη βούληση του λαού. Τέλος, η θέση εκτός Βουλής οποιουδήποτε συνδυασμού ή μεμονωμένου υποψήφιου έλαβε ποσοστό κάτω του 3%, αποκλείει κάθε πιθανότητα εισόδου στο Κοινοβούλιο «φωτεινού» μεμονωμένου υποψηφίου που συγκέντρωσε -μπορεί και περισσότερες- ψήφους από όλους τους συνυποψηφίους του, πλην όμως δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει πανελληνίως το 3%. Όμως ισχυρές φωνές, ανένταχτες σε κομματικό σχηματισμό που χαίρουν προφανώς και αποδεδειγμένα της εμπιστοσύνης της λαού, ωφελεί να ακούγονται στη Βουλή.
Χωρίς Βουλή που να αποτυπώνει τη γνώμη του λαού, επειδή ταυτόχρονα προσπαθεί να ικανοποιήσει τα τοπικά συμφέροντα, να δημιουργήσει ισχυρές κυβερνήσεις με προσθήκη εδρών «μπόνους» και να αποβάλει τη μικρή μειοψηφία, η δημοκρατία αρχίζει να μετατρέπεται σε άλλο θεσμό, που ναι μεν προσπαθεί να είναι δίκαιος, αλλά καταλήγει «πολυλειτουργικό» εργαλείο, που δεν ικανοποιεί επαρκώς κανέναν από τους σκοπούς του. Και τελικά κυβερνά μια ομάδα ανθρώπων πηγάζουσα όχι υπό καθεστώς δημοκρατίας αλλά υπό καθεστώς συστήματος άλλου που βασίστηκε μεν σε εκλογές, αλλά στη συνέχεια, κατά την κατανομή, στρεβλώθηκε βγάζοντας αποτέλεσμα περίεργο.
Είναι πράγματι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια η βούληση του λαού σε συνδυασμό με μια Κυβέρνηση που να απολαμβάνει της «δεδηλωμένης» εμπιστοσύνης της Βουλής. Προσπαθήσαμε να σκεφτούμε και να προτείνουμε ένα εκλογικό σύστημα που να μπορέσει να φέρει στα έδρανα της Βουλής την κατά το δυνατό εγγύτερη στην ψήφο του λαού επιλογή, έστω κι αν αυτό απαιτεί αναθεώρηση του Συντάγματος σε συγκεκριμένα σημεία του.

Πρόταση:

Η χώρα θα υποδιαιρείται σε 30 εκλογικές περιφέρειες με ίσο αριθμό εκλογέων. Κάθε φορά που γίνεται απογραφή, θα τροποποιούνται, εάν απαιτείται, με υπουργική απόφαση οι εκλογικές περιφέρειες κατά τρόπο τέτοιο που να έχουν ίσο αριθμό εκλογέων. Οι εκλογείς θα μπορούν να θέτουν έως πέντε (5) σταυρούς προτίμησης σε υποψήφιους βουλευτές.
Επιπλέον, κάθε εκλογέας σε μία δεύτερη κάλπη θα ψηφίζει μέχρι πέντε υποψήφιους βουλευτές που δεν επιθυμεί να εκλεγούν στη Βουλή («αρνητική ψήφος»). Η ψήφος αυτή θα αφορά τους υποψήφιους βουλευτές των συνδυασμών σαν πρόσωπα (ενν. και τους μεμονωμένους υποψήφιους) και όχι τους ίδιους τους συνδυασμούς. Αυτό σημαίνει ότι θα θεωρείται ότι όλοι οι υποψήφιοι όλων των κομμάτων θα βρίσκονται ονομαστικά σε έναν κατάλογο, από τον οποίον ο κάθε εκλογέας θα μπορεί να επιλέξει έως πέντε (5) υποψήφιους τους οποίους δεν θέλει να εκλεγούν. Η επιλογή των προσώπων αυτών, από 0 έως 5, μπορεί να γίνεται από ένα ή περισσότερους συνδυασμούς. Για λόγους οικονομίας, αυτοί που θα λάβουν την αρνητική ψήφο μπορούν να βρίσκονται στα κανονικά ψηφοδέλτια, που θα έχουν τυπωθεί με την ένδειξη «αρνητική ψήφος». Στην περίπτωση που κάποιος υποψήφιος συγκεντρώσει το 50% + 1 των ψηφισάντων της κάθε περιφέρειας σε αρνητική ψήφο, δεν θα εκλέγεται, έστω κι αν ήταν υπό κανονικές συνθήκες να εκλεγεί. Τη θέση του θα λαμβάνει ο υποψήφιος βουλευτής με τις αμέσως περισσότερες ψήφους από τον ίδιο συνδυασμό. Η θέση του συνδυασμού δεν θα επηρεάζεται από την αρνητική σταυροδοσία.
Κάθε συνδυασμός θα μπορεί να έχει σε κάθε εκλογική περιφέρεια έως 30 υποψηφίους της επιλογής του. Η εκλογική διαδικασία θα μπορεί να γίνεται σε μια ή σε δύο Κυριακές (με μεταξύ τους διάστημα ενός μηνός) ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα της πρώτης Κυριακής. Συγκεκριμένα:
Για να υπάρξει βιώσιμη Κυβέρνηση, θα πρέπει η τελευταία να έχει τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη των 151 Βουλευτών. Όλοι οι βουλευτές θα εκλέγονται κατόπιν σταυροδοσίας. Δεν θα υπάρχουν βουλευτές επικρατείας. Μετά τις εκλογές της πρώτης Κυριακής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα αναθέσει το σχηματισμό Κυβέρνησης στον αρχηγό του συνδυασμού που πλειοψήφησε σε συνολικό αριθμό ψήφων σε όλη τη χώρα. Αν ο τελευταίος δεν μπορέσει να σχηματίσει Κυβέρνηση που να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ημερών, τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ακολουθεί τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37 του Συντάγματος. Αν η Κυβέρνηση λάβει ψήφο εμπιστοσύνης αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, άλλως, αν δηλαδή δεν κατορθώσει η Κυβέρνηση να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης σε κανένα στάδιο, τότε δεν εφαρμόζεται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 37 του Συντάγματος, δηλ. δεν διαλύεται η Βουλή, αλλά οι εκλογές επαναλαμβάνονται σε δεύτερη Κυριακή, μετά την πάροδο τεσσάρων εβδομάδων από την πρώτη Κυριακή των εκλογών, οπότε οι εκλογείς θα κληθούν να επιλέξουν ποιό κόμμα θα κυβερνήσει μεταξύ των δύο κομμάτων που πλειοψήφησαν σε συνολικό αριθμό ψήφων στις εκλογές της πρώτης Κυριακής. Στην ψηφοφορία της δεύτερης Κυριακής δεν θα εκλεγούν βουλευτές, αλλά κάθε συνδυασμός θα παρουσιάσει προς ψήφιση στο λαό ο μεν πρώτος σε σταυρούς συνδυασμός δύο πλήρη κυβερνητικά σχήματα, ο δε δεύτερος συνδυασμός ένα κυβερνητικό σχήμα, και ο λαός θα επιλέξει εκ των τριών, το κυβερνητικό σχήμα που θα κυβερνήσει. Κατά συνέπεια ο λαός, ψηφίζοντας συνδυασμό, ψηφίζει ταυτόχρονα και τα πρόσωπα (Υπουργούς) που θα κυβερνήσουν. Τα κυβερνητικά σχήματα που θα προτείνει το πρώτο σε ψήφους κόμμα, θα πρέπει να απαρτίζονται από πρόσωπα διαφορετικά το καθένα μεταξύ τους κατά ποσοστό τουλάχιστον 2/3. Οι ψήφοι που θα λάβει ο πρώτος συνδυασμός με τις δύο προτάσεις θα συναθροιστούν και αν ως άθροισμα είναι περισσότερες από τις ψήφους που θα λάβει η πρόταση του δεύτερου κόμματος, τότε το πλειοψηφούν κόμμα θα κυβερνήσει με το κυβερνητικό σχήμα που πήρε τις περισσότερες ψήφους μεταξύ των δύο που πρότεινε. Μετά την εκλογή από το λαό του συνδυασμού και των μελών της Κυβέρνησης που θα κυβερνήσει, το νέο κυβερνητικό σχήμα δεν θα χρειάζεται ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή για να αρχίσει να κυβερνά, αφού την εμπιστοσύνη/εντολή την πήρε από το λαό.
Η θητεία της Βουλής και της Κυβέρνησης που θα έχει οριστεί με έναν από τους δύο ανωτέρω τρόπους θα διαρκεί τέσσερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της τετραετίας δεν θα επιτρέπεται να τεθεί θέμα «μομφής» εναντίον της Κυβέρνησης, όμως μετά την παρέλευση δύο ετών θα πρέπει να επαναβεβαιωθεί η εμπιστοσύνη προς την Κυβέρνηση (ψήφος εμπιστοσύνης 151 βουλευτών). Η επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης θα πρέπει να γίνει από τη Βουλή (τουλάχιστον 151 βουλευτές). Αν η Βουλή στερήσει την εμπιστοσύνη (επαναβεβαίωση) από μια Κυβέρνηση, τότε θα έχει το δικαίωμα η Κυβέρνηση, αν θέλει, να ζητήσει αυτήν την επαναβεβαίωση, με δημοψήφισμα (απλή πλειοψηφία 50%+1 των όσων ψηφίσουν στο δημοψήφισμα) από το λαό. Αν και ο λαός αφαιρέσει την εμπιστοσύνη από την Κυβέρνηση, τότε θα πρέπει να προκηρυχθούν νέες (πρόωρες) εκλογές, με υπηρεσιακή Κυβέρνηση. Τον τελευταίο μήνα πριν την επαναβεβαίωση, θα μπορεί (αν αυτό κρίνεται αναγκαίο από το συνδυασμό που κυβερνά) να γίνεται ανασχηματισμός της Κυβέρνησης ώστε την επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης να την παίρνει η νέα Κυβέρνηση. Ενδιάμεσοι κυβερνητικοί ανασχηματισμοί δεν θα μπορούν να γίνονται (παρά μόνο μεμονωμένες κατ’ εξαίρεση αντικαταστάσεις υπουργών, αν κάποιος παραιτηθεί για σπουδαίο λόγο, οπότε στον επόμενο σχηματισμό κυβέρνησης δε θα μπορεί να λάβει υπουργική θέση) αφού δεν θα προβλέπεται διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης προς την ανασχηματισθείσα κυβέρνηση. Ο συνδυασμός που κυβερνά ή οποιοσδήποτε σχηματισμός, δεν θα έχει δικαίωμα, πριν τελειώσει η τετραετία του, να ζητήσει για οποιοδήποτε άλλο λόγο (εκτός του υποχρεωτικού λόγου της επίσημης «επαναβεβαίωσης» της Βουλής) να γίνουν πρόωρες εκλογές.
Οι βουλευτές εκλέγονται με βάση τους σταυρούς που συγκέντρωσε ο συνδυασμός στον οποίο ανήκουν και με βάση τους σταυρούς προτίμησης που πήραν οι ίδιοι. Συγκεκριμένα, ο κάθε συνδυασμός θα μπορεί να εκλέγει έναν αριθμό βουλευτών, με βάση τους σταυρούς που πήρε συνολικά ο συνδυασμός στην επικράτεια και σύμφωνα με την απλή αναλογική. Στον υπολογισμό των βουλευτικών εδρών που καταλαμβάνει κάθε συνδυασμός, θα υπολογίζεται ως ποσοστό για τη λειτουργία της αναλογικής ο ακέραιος αριθμός του ποσοστού ψήφων που έλαβε ο συνδυασμός στις εκλογές και όχι και το δεκαδικό υπόλοιπο (π.χ. αν ένας συνδυασμός έλαβε στις εκλογές το 28,32% ή το 28,79% ή το 28,96%, ως ποσοστό του θα υπολογίζεται το 28% για την κατανομή των βουλευτικών εδρών). Για την κάλυψη του αριθμού των βουλευτών, που θα δικαιούται ο κάθε συνδυασμός, θα εκλέγονται οι βουλευτές του συνδυασμού που πήραν τις περισσότερες ψήφους σε όλη την επικράτεια, ως εάν υπήρχε ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο, με τον απλό τύπο της απλής αναλογικής (π.χ. 300 × 28% = 84 βουλευτές –θα εκλεγούν οι πρώτοι σε ψήφους 84 βουλευτές του κόμματος, ως εάν όλη η χώρα ήταν μια εκλογική περιφέρεια). Οι βουλευτικές έδρες που θα υπολείπονται για την κάλυψη του αριθμού των τριακοσίων βουλευτών, μετά την κατανομή των βουλευτικών εδρών στα κόμματα βάσει του ακέραιου αριθμού του ποσοστού που έλαβαν, θα καταλαμβάνονται από τους υποψήφιους που συγκέντρωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων πανελληνίως, ασχέτως του σε ποιο συνδυασμό ανήκουν ή αν είναι ανεξάρτητοι υποψήφιοι, ως δηλαδή εάν επρόκειτο να είναι όλοι οι υποψήφιοι σε ένα ενιαίο πανελλήνιο ψηφοδέλτιο. Στην καταμέτρηση ψήφων η χώρα θα θεωρείται ως μια ενιαία εκλογική περιφέρεια και οι αναλογικότητες θα αφορούν σε όλη τη χώρα ως ενιαίο σύνολο.

Με το ανωτέρω εκλογικό σύστημα χωρίζεται μεν η Ελλάδα σε εκλογικές περιφέρειες, ίσες σε αριθμό εκλογέων μεταξύ τους, πλην όμως αυτό γίνεται όχι γιατί παίζει κάποιο ρόλο στην καταμέτρηση –σε αυτή όλη η Ελλάδα θεωρείται ενιαία εκλογική περιφέρεια- αλλά για να έχουν οι υποψήφιοι βουλευτές όλων των περιφερειών την ίδια πιθανότητα εκλογής στο Κοινοβούλιο και ταυτόχρονα οι εκλογείς να γνωρίζουν ότι η ψήφος τους δεν είναι, όσον αφορά τη δυνατότητα εκπροσώπησης στη Βουλή, ήσσονος δυναμικής σχετικά με την ψήφο εκλογέως που η περιφέρειά του εκλέγει περισσότερους βουλευτές. Αυτό ίσως αποτελέσει και ένα κίνητρο για μεγαλύτερη προσέλευση του κόσμου στις κάλπες.
Στη συνέχεια ωστόσο, στο στάδιο της καταμέτρησης, η Ελλάδα θεωρείται ως μία ενιαία εκλογική περιφέρεια και δεν εκλέγει κάθε περιφέρεια συγκεκριμένο αριθμό βουλευτών, για να αποφευχθούν φαινόμενα ύπαρξης εντός Βουλής βουλευτών που συγκέντρωσαν λιγότερες ψήφους από βουλευτές που συγκέντρωσαν περισσότερες ψήφους αλλά έμειναν εκτός Βουλής. Εξαλείφεται ο τοπικιστικός χαρακτήρας των βουλευτικών εκλογών, ο οποίος δεν έχει λόγο ύπαρξης, όσο υπάρχουν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που προωθούν ορθά τα τοπικά συμφέροντα.
Είναι πράγματι αλήθεια ότι αν υπάρξει δίκαιο σύστημα στην κατανομή των εδρών, πολύ πιθανόν κανένας συνδυασμός να μην μπορέσει να συγκεντρώσει την απαιτούμενη αυτοδυναμία για σχηματισμό Κυβέρνησης που να απολαμβάνει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Είναι άλλωστε η βασική κατηγορία που προσάπτεται στην απλή αναλογική. Στο σημείο αυτό ο λαός καλείται να επιλέξει απευθείας την Κυβέρνηση που θα προτείνουν οι δύο πρώτοι σε αριθμούς συνδυασμοί, χωρίς να απαιτείται στη συνέχεια περαιτέρω ψήφος εμπιστοσύνης από τη Βουλή προς την Κυβέρνηση, αφού ο ίδιος ο λαός άμεσα θα έχει επιλέξει. Ταυτόχρονα, η Βουλή θα απαρτίζεται από όσους βουλευτές τελείως αντιπροσωπευτικά έχει επιλέξει ο λαός, με δυνατότητα ύπαρξης μέσα σε αυτήν και μεμονωμένων υποψηφίων που μπορεί να ξεχωρίζουν για τις ιδέες τους –εφόσον βέβαια έχουν λάβει την απαιτούμενη ποσότητα ψήφων του λαού- και οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης μέσα από τις αδιάθετες έδρες που απέμειναν λόγω ύπαρξης δεκαδικών αριθμών στα ποσοστά των συνδυασμών.
Το ότι η Κυβέρνηση αυτή δε θα μπορεί να μετακινηθεί για κανένα λόγο για δύο έτη είναι αρχικά ένα σημείο σταθερότητας και πεδίο δράσης γι’ αυτήν και ευκαιρία να προσπαθήσει για την παραμονή της και μετά την πρώτη διετία. Στη διετία την ψήφο εμπιστοσύνης θα την παρέχει πλέον η Βουλή, με δυνατότητα ανασχηματισμού στο στάδιο αυτό. Αν η Βουλή δεν παρέχει την ψήφο εμπιστοσύνης, πριν τη διενέργεια εκλογών και τη διάλυση της Βουλής, θα έχει ο λαός, με δημοψήφισμα, αν το θέλει η Κυβέρνηση, άμεσα τον τελευταίο λόγο στη συνέχιση ή μη της εν ισχύ Κυβέρνησης για άλλα δύο έτη (εννοείται με πλειοψηφία 50%+1 των εγκύρως ψηφισάντων). Εδώ είναι αναγκαία η νομοθετική προσαρμογή, ώστε η Βουλή να μη διαλύεται με θέματα που σήμερα διαλύουν τη Βουλή και πρέπει οπωσδήποτε να υπερψηφιστούν. Π.χ. στην περίπτωση της ψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού, θα μπορούσε να θεσπιστεί ότι όποιος δεν ψηφίσει υπέρ του κρατικού προϋπολογισμού, θα πρέπει υποχρεωτικά να αντιπροτείνει πλήρη πρόταση προϋπολογισμού, διαφορετικά η ψήφος του θα προσμετρηθεί σε αυτές που τάσσονται υπέρ του προς ψήφιση προϋπολογισμού. Στην περίπτωση που αντιπροτείνει πλήρη πρόταση προϋπολογισμού, τότε θα τίθεται και αυτή προς ψήφιση.
Η καινοτομία της «αρνητικής ψήφου» γίνεται για να «εξοστρακιστούν» εκτός Βουλής πρόσωπα –και όχι συνδυασμοί- που μπορεί, για τον οποιοδήποτε λόγο, να έχουν λάβει μεν ένα ποσοστό ψήφων, έχουν όμως απορριφθεί ρητά από ποσοστό 50% + 1 των ψηφισάντων. Πρόκειται για περιπτώσεις ακραίες που θα αφορούν όχι υποψηφίους για τους οποίους οι εκλογείς τηρούν αδιάφορη στάση, αλλά για υποψηφίους που θετικά οι εκλογείς και μάλιστα η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφισάντων εκφράζουν τη βούλησή τους περί μη εκπροσώπησής τους από το συγκεκριμένο υποψήφιο στη Βουλή. Μια τέτοια παράμετρος είναι πολύ σοβαρή για να μη ληφθεί υπόψη.
Τέλος, προς αποφυγή αποδοχής αυθεντιών ο θεσμός των βουλευτών επικρατείας που δεν εκλέγονται, καταργείται.
Δημοκρατία άμεση και απόλυτα αντιπροσωπευτική δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Όμως η προσπάθεια για επιλογή ενός εκλογικού συστήματος που συγκλίνει όσο γίνεται περισσότερο στις αρχές της δημοκρατίας είναι υποχρέωση των κυβερνώντων, έστω κι αν η επιλογή αυτή έχει ως συνέπεια την πτώση από το βάθρο του εκάστοτε ηγέτη. Σκεφτήκαμε το ανωτέρω εκλογικό σύστημα -πλειοψηφική αναλογική θα μπορούσε να ονομαστεί, ως το πλησιέστερο στη φωνή του λαού και ταυτόχρονα βιώσιμο, λειτουργικό βέβαια μόνο κατόπιν αναθεώρησης σημείων του Συντάγματος. Γιατί σε περιπτώσεις προφανούς ανάγκης για αλλαγή, η γόνιμη αντιπρόταση αντί της στείρας κριτικής είναι η μόνη διέξοδος.

Ευγενία Φωτοπούλου
Αλέξιος Φωτόπουλος