Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ακύρωση σύμβασης εγγύησης σύμφωνα με τα άρθρα 178-179 ΑΚ – απαλλαγή εγγυητή από εγγυητική ευθύνη (βλ. ΠΠρΑθ 184/2019, δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

Σύμφωνα με το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς τη παροχή. Εξ αυτών σαφώς συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός μεν, η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά τον χρόνο της συνομολόγησης τους, κατά τις περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε, η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως, κατά την έννοια της εκμετάλλευσης, και του αποτελούντος προϋπόθεση αυτής στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων.

Έτσι, για την αναγνώριση της ακυρότητας μιας σύμβασης, ως αισχροκερδούς και καταπλεονεκτικής, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις σωρευτικά: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλόμενους και γ) εκμετάλλευση από τον άλλο συμβαλλόμενο της γνωστής σ” αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλόμενου. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και τις συναλλαγές, μπορεί δε να είναι επακόλουθο της ηλικίας, της διανοητικής κατάστασης του προσώπου ή άλλης αιτίας (ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1244/2005 Νόμος, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 50.841). Κουφότητα, η οποία μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, της πνευματικής κατάστασης ή άλλης αιτίας, είναι η αδιαφορία κι η αμεριμνησία, από την οποία ο συναλλασσόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεων του, ενώ ως ανάγκη εννοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής. Αν λείπει ένα από τα άνω στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατ” άρθρο 179 ΑΚ (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 2095/2009 ΕλλΔνη 51.1348, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1019/2007 Νόμος, ΑΠ 936/2007 ΕλλΔνη 50.1686, ΑΠ 252/2004 ΕλλΔνη 46.168, ΑΠ 492/2004 ΕλλΔνη 47. 452). Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής.

Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε αυτή, διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της (ΑΠ 868/2008, ΑΠ 497/1997 ΕλλΔνη 39.100, ΑΠ 307/1993 ΕλλΔνη 35.1295, ΕφΑΘ7955/2006 Νόμος, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002.997, ΕφΠατρ 133/2001 ΑχαΝομ 2002.3). Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την κατάσταση (ανάγκης, κουφότητας, απειρίας) του αντισυμβαλλομένου του επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 Νόμος), χωρίς να είναι απαραίτητη για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 529/2001 ΕλλΔνη 42.1569, ΑΠ 582/1993 ΕλλΔνη 1994 1101, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 2009 841, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002 997).

Η ακυρότητα αυτή χωρεί ipso iure και δεν απαιτείται παρεμβολή δικαστικής απόφασης. Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας. Για το ορισμένο της αγωγής αναγκαία στοιχεία είναι η κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η αξία παροχής και ωφελημάτων και η προφανής δυσαναλογία παροχών κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, καθώς και η έκθεση περιστατικών που συγκροτούν τις αντικειμενικές (απειρία, ανάγκη, κουφότητα) και την υποκειμενική ως άνω προϋποθέσεις (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 179, σελ.761, αρ.21-22 με παραπομπές σε νομολογία).

Τέλος, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλεια του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΑΚ 174) (ΟλΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες – πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρέχει υπέρμετρες και άκριτες περαιτέρω πιστώσεις στον πρωτοφειλέτη, με συνέπεια την αύξηση του παθητικού του τελευταίου, σε βαθμό που να μην επαρκεί το ενεργητικό της περιουσίας του για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του. Τέλος, εφόσον στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1068/2017, ΑΠ 1296/2017 Δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS).

Στην προκειμένη περίπτωση που απασχόλησε το ως άνω Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 2008 ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη, …, με τον οποίο η ενάγουσα διατηρούσε την εποχή εκείνη ολιγόμηνο συναισθηματικό δεσμό, της ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ένα υποκατάστημα της εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΕΝ 24», που συνιστούσε θυγατρική της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας και προωθούσε δανειακά προϊόντα της τελευταίας, στο οποίο εργαζόταν κάποια φίλη του, προκειμένου να λάβει ένα δάνειο, με το οποίο θα αποπλήρωνε υφιστάμενες υποχρεώσεις του προς έτερα πιστωτικά ιδρύματα. Πράγματι, στις 26-03-2008 η ενάγουσα ομού με τον … επισκέφθηκαν το με κωδικό … υποκατάστημα της θυγατρικής της εναγόμενης εταιρείας «ΟΡΕΝ 24» στον Κορυδαλλό, όπου τους υποδέχθηκε η προστηθείσα υπάλληλος της τελευταίας και φίλη του …, …, η οποία και τους ενημέρωσε για τους όρους και τις προϋποθέσεις της δανειοδότησής του. Συγκεκριμένα, η ως άνω υπάλληλος ενημέρωσε τον … ότι το δάνειο θα εγκρινόταν αμέσως αν κάποιο τρίτο πρόσωπο συμβαλλόταν ως εγγυητής στην κατάρτιση του και πρότεινε στην ενάγουσα να υπογράψει αυτή (η ενάγουσα) ως εγγυήτρια στο δάνειο του συντρόφου της, επισημαίνοντας της ότι «πρόκειται για μια εντελώς τυπική διαδικασία που θα διευκόλυνε την έγκριση του από τα κεντρικά», ενώ παράλληλα τη διαβεβαίωσε ότι δεν έχει να φοβάται τίποτα, εφόσον ο … (δανειολήπτης – πρωτοφειλέτης) θα πληρώνει το δάνειο, εξανεμίζοντας τις όποιες επιφυλάξεις είχε η τελευταία για την ανάμιξη της στη δανειακή σύμβαση του συντρόφου της. Κατόπιν τούτων, την 03-04-2008, η ενάγουσα, σε ηλικία μόλις 23 ετών και ούσα παντελώς άπειρη με τις τραπεζικές συναλλαγές, αφού δεν είχε ποτέ δανειοδοτηθεί έως τότε από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ούτε είχε κάποια οφειλή προς οιονδήποτε πιστωτικό ή άλλο φορέα, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε την ανωτέρω υπάλληλο και χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη πανεπιστημιακή μόρφωση, αφού ήταν απόφοιτος λυκείου και εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος (γραμματέας) στην εταιρεία με την επωνυμία «J.. R. C., L.», συμβλήθηκε ως εγγυήτρια στη δανειακή σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της θυγατρικής της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Open 24» και του …, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε σ” αυτόν καταναλωτικό δάνειο ύψους 14.000 ευρώ, με το σκοπό της αποπληρωμής από το προϊόν του δανείου υφιστάμενων οφειλών του τελευταίου προς άλλα πιστωτικά ιδρύματα, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της δανειακής συμβάσεως (βλ. την από 03-04-2008 σύμβαση προσωπικού – καταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας που προσκομίζουν μετ” επικλήσεως αμφότερα τα διάδικα μέρη σε συνδυασμό με την από 30-10-2017 βεβαίωση της εργοδότριας εταιρείας της ενάγουσας και την από 01-10-2004 αναγγελία πρόσληψής της από  αυτήν στον ΟΑΕΔ). Επιπλέον, η ανωτέρω υπάλληλος, συμπλήρωσε ανακριβώς τα στοιχεία της προσωπικής -περιουσιακής κατάστασης των συμβαλλομένων και συγκεκριμένα τόσο του δανειολήπτη – πρωτοφειλέτη, … όσο και της εγγυήτριας, … (ενάγουσας), με σκοπό την υψηλότερη βαθμολογία στη συστημική αξιολόγηση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα, ώστε να καταστεί απολύτως βέβαιη η έγκριση του από αυτό. Συγκεκριμένα, έθεσε ανακριβώς θετική απάντηση στις ερωτήσεις αν η εγγυήτρια διαθέτει οικόπεδα, κτίρια, αυτοκίνητο και οφειλή δανείου από αυτοκίνητο, ενώ η τελευταία δεν διέθετε ούτε ακίνητη περιουσία ούτε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ούτε και είχε κάποια οφειλή προς τούτο, όπως είχε σαφώς δηλώσει στην ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλο της εναγόμενης, ενώ αντίθετα καταχώρησε ανακριβώς αρνητική απάντηση στις ερωτήσεις αν ο δανειολήπτης είχε οφειλές από οιασδήποτε φύσης δάνειο (καταναλωτικό, προσωπικό, επαγγελματικό ή στεγαστικό), ενώ ο σκοπός του ληφθέντος δανείου ήταν – όπως ανωτέρω εκτέθηκε – η αποπληρωμή υφιστάμενων υποχρεώσεων αυτού προς έτερα πιστωτικά ιδρύματα (βλ. την αυτή ως άνω αναφερόμενη δανειακή σύμβαση). Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων συνάγεται ότι η ενάγουσα ωθήθηκε στην υπογραφή της ως άνω δανειακής σύμβασης με την ιδιότητα της εγγυήτριας, παρασυρθείσα από τις διαβεβαιώσεις της προστηθείσας υπαλλήλου της εναγόμενης ότι πρόκειται μόνο για μία απλή και τυπική υπογραφή στο κείμενο της δανειακής σύμβασης, που θα διευκόλυνε την έγκριση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα χορήγησης αυτού, χωρίς επ” ουδενί να αντιλαμβάνεται τη σημασία και το μέγεθος της ευθύνης που συνεπάγεται η πράξη της. Το βέβαιον δε είναι ότι το συγκεκριμένο ποσό αποταμιεύτηκε και έκανε χρήση του αποκλειστικά ο τότε σύντροφός της και δανειολήπτης, … και ουδεμία ωφέλεια είχε εξ αυτού η ίδια η εγγυήτρια, η οποία – σημειωτέον – λίγους μήνες μετά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης διέκοψε τη σχέση της με τον δανειολήπτη και έκτοτε δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί του. Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα διαθέτει ιδιαίτερη μόρφωση, εκπαιδευτική, επαγγελματική ή κοινωνική, για να αντιληφθεί τη σημασία της εκ μέρους της σύναψης σύμβασης εγγύησης με την τράπεζα, προκειμένου να εξυπηρετήσει και εξασφαλίσει το δάνειο που έλαβε ο τότε σύντροφος της, …, αφού, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, επρόκειτο για μια νεαρή κοπέλα 23 ετών, απόφοιτη λυκείου, που δεν διέθετε καμία εμπειρία στις τραπεζικές συναλλαγές, αφού δεν είχε ποτέ δανειοδοτηθεί από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ούτε είχε και κάποια οφειλή προς οιονδήποτε πιστωτικό ή μη φορέα. Πέραν δε τούτων, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία δεν έλεγξε προσηκόντως την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας για την παροχή της εγγύησης και την εκ μέρους της ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης, αφού επρόκειτο για μια απλή μισθωτή υπάλληλο που δεν διέθετε άλλους οικονομικούς πόρους για τη διαβίωση της πέραν του μισθού της, αλλά ούτε και προέβη – ως όφειλε – στην ορθή αξιολόγηση των οικονομικών της στοιχείων, τα οποία, απεναντίας συμπλήρωσε ανακριβώς, προκειμένου να επιτύχει υψηλότερη βαθμολογία στη συστημική αξιολόγηση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα, όπως εκτενώς ανωτέρω εκτέθηκε. Ειδικότερα, η εναγόμενη τράπεζα υποχρεούταν σε παροχή ενημέρωσης, πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση της εγγυήτριας, και μάλιστα φέρει την ευθύνη να απαντά αληθώς στις ερωτήσεις του εγγυητή, να τον διαφωτίζει αυτεπάγγελτα όταν είναι σαφές από την εμπειρία της ότι ο τελευταίος δεν έχει αντιληφθεί το αντικείμενο της κύριας συναλλαγής (πίστωσης), για τον κίνδυνο που προκαλείται από την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη και τη μη εξυπηρέτηση του δανείου εκ μέρους του και να μην υποβαθμίζει εν γνώσει της τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εγγυητής παρουσιάζοντας πλασματικά την ανάληψη της εγγύησης εκ μέρους του ως «απλώς τυπικό στοιχείο» (βλ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2001, σελ.42), όπως συνέβη εν προκειμένω. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι οικονομικές δυνάμεις της ενάγουσας, η οποία ήταν και παραμένει μια απλή μισθωτή υπάλληλος με χαμηλό μηνιαίο εισόδημα από την εργασία της, δεν δικαιολογούσαν την ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης με ελεύθερη βούληση και συνείδηση των πράξεών της. Κατά συνέπεια, η εναγόμενη δια της προστηθείσας υπαλλήλου της εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και την απειρία της στις τραπεζικές συναλλαγές για να την επηρεάσει και να της επιβάλει – έστω και με έμμεσο τρόπο – την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης και δεν την ενημέρωσε – ως όφειλε σαν υπεύθυνος πιστωτικός φορέας – για το μέγεθος και τη σοβαρότητα της ευθύνης, το ύψος της οφειλής που αναλάμβανε, στο ίδιο ύψος με την κύρια οφειλή του πρωτοφειλέτη και τον κίνδυνο να βρεθεί εκτεθειμένη στην αποπληρωμή της κύριας οφειλής, σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πρωτοφειλέτη στις δανειακές του υποχρεώσεις ακόμα και με την προσωπική της περιουσία, όπερ και συνέβη, αφού ο δανειολήπτης – πρωτοφειλέτης (…) σχεδόν αμέσως μετά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής σύμβασης και την εκταμίευση του ποσού του δανείσματος σταμάτησε να αποπληρώνει τις οφειλόμενες δόσεις αυτού, όπως προκύπτει από την αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της δανειακής του σύμβασης, στην οποία εμφαίνεται ότι η τελευταία καταβολή που πραγματοποίησε έλαβε χώρα την 05-12-2008 και έκτοτε δεν προέβη σε καμία άλλη καταβολή οιουδήποτε ύψους έναντι της οφειλής του προς την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία και για το λόγο αυτό η τελευταία μετέφερε στις 05-10-2009 το δάνειο σε οριστική καθυστέρηση με οφειλόμενο την ως άνω ημερομηνία ποσό ύψους 14.151,58 ευρώ (βλ. την αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της επίμαχης δανειακής σύμβασης σε συνδυασμό με το από 02-10-2017 έγγραφο της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας, στην οποία εμφαίνεται ότι το ύψος της οφειλής έχει ανέλθει την 27-09-2017 στο ποσό των 34.853,72 ευρώ, ληφθέντος υπόψη ότι η εναγόμενη ουδέποτε προέβη σε καταγγελία της δανειακής συμβάσεως). Βάσει δε τούτων, κρίνεται ότι η συμβατική συμπεριφορά της τράπεζας ήταν αθέμιτη και καταπλεονεκτική σε βάρος της ενάγουσας και δεν μπορούν οι όροι της να συγχωρεθούν και δικαιολογηθούν αποκλειστικά και μόνο προς όφελος του πιστούχου και της τράπεζας, διότι διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την έννομη σχέση του δανείου σε σχέση με τις τρεις εμπλεκόμενες πλευρές, προδήλως δε καταχρηστικά, δυσανάλογα και αντίθετα στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καταπλεονεκτικά και άδικα σε βάρος της εγγυήτριας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αφεθεί ανυπεράσπιστη ως το πλέον αδύναμο μέρος της σύμβασης πίστωσης, στο έλεος των συμφερόντων και των αποφάσεων των άλλων συμβαλλομένων. Η εξέλιξη αυτή είναι αφόρητα επαχθής για την εγγυήτρια, η οποία δεσμεύθηκε υπέρμετρα πέρα από κάθε έννοια συμβατικής ελευθερίας και λογικής, χωρίς να έχει ως αντιστάθμισμα οποιοδήποτε συμφέρον ή ενδιαφέρον από τη σύμβαση πίστωσης υπέρ του πρωτοφειλέτη, από την οποία οφέλη είχαν μόνο η τράπεζα, η οποία εξασφάλισε την απαίτηση της με την προσωπική περιουσία της εγγυήτριας και ο πιστούχος, ο οποίος καρπώθηκε το προϊόν του δανείσματος, είναι δε προφανής η δυσαναλογία παροχής -αντιπαροχής μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση πίστωσης — εγγύησης. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη δικαιοπραξία ήταν αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη σε βάρος της εγγυήτριας, διότι εξωθήθηκε στην υπογραφή της χωρίς αντίστοιχη παροχή – ωφέλεια για την ίδια, με εκμετάλλευση της κουφότητας και της απειρίας της από την τράπεζα, αλλά και τον πρωτοφειλέτη, οι οποίοι πέτυχαν τη λήψη ωφελημάτων για λογαριασμό τους και μόνον από την εκταμίευση και χρήση του εν λόγω δανείου. Τούτο υπερβαίνει το μέτρο που είναι φυσικό και επιτρεπτό κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, καθώς η συμβατική ελευθερία της εγγυήτριας δεσμεύτηκε υπέρμετρα (ΕφΑΘ 1275/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011.1061).

 Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί