Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ανάκληση μη οριστικής απόφασης (309 ΚΠολΔ)

Το άρθρο 309 ΚΠολΔ προβλέπει ότι «Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε πρόταση για ανάκληση και όταν ακόμη αυτό υποβάλλεται με τρόπο παραδεκτό».

Oριστική απόφαση είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη, με την παραδοχή, εν όλω ή εν μέρει, ενός αυτοτελούς αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας ή την απόρριψη της αίτησης, περιέχοντας διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία στη δικαζόμενη υπόθεση[1]. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Στην περίπτωση που η απόφαση αποφαίνεται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορεί να ανακληθεί μετά τη δημοσίευσή της από το δικαστήριο που την εξέδωσε[2], ενώ κατά το μέρος που δεν κρίνει οριστικά, μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που την εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση[3]. Συνεπώς, δε θεωρούνται οριστικές και επομένως δύνανται να ανακληθούν οι αποφάσεις οι οποίες[4]: α) δέχονται την αγωγή ως παραδεκτή και νόμω βάσιμη, χωρίς να εκτιμούν ακόμη την ουσιαστική βασιμότητα, β) δέχονται ή απορρίπτουν για οποιονδήποτε λόγο τις ενστάσεις οι οποίες προτάθηκαν και γ) διατάσσουν οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια, π.χ. αναβάλλουν τη συζήτηση ή διατάσσουν τη συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων ή τη διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων.

Όσον αφορά, ειδικότερα, στη διαδικασία ανάκλησης μη οριστικής απόφασης, οι μη οριστικές αποφάσεις μπορούν να ανακληθούν από το δικαστήριο, που τις εξέδωσε σε κάθε στάση της δίκης, μέχρι να εκδώσει την οριστική του απόφαση[5]. Η ανάκληση προκαλείται είτε αυτεπαγγέλτως[6], είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που την υποβάλλει μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, χωρίς στάση δίκης[7]. Άλλως ειπείν, η αίτηση του διαδίκου είναι παραδεκτή, μόνο όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσίας της υπόθεσης με νόμιμο τρόπο, όπως όταν εισάγεται κλήση για τη συζήτηση στην ουσία της υπόθεσης, διότι μόνον στην περίπτωση αυτή δημιουργείται στάση της δίκης[8]. Εξάλλου, μη οριζομένου του αντιθέτου στην υπό κρίσιν διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ, η μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου δύναται να ανακληθεί και σιωπηρώς, δυναμένου δηλαδή του δικαστηρίου να απομακρυνθεί, ολικά ή μερικά, των πρότερα αποφασισθέντων, και χωρίς αναφορά ρητής ανάκλησης[9].

Εκ των ως άνω συνάγεται ότι, εάν έχει ανασταλεί η πρόοδος της δίκης με μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου, η αίτηση ανάκλησης της τελευταίας απόφασης που υποβλήθηκε αυτοτελώς χωρίς στάση δίκης επί της ουσίας της υπόθεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τούτο, δε, διότι η ως άνω αίτηση (ακόμη και εάν ο διάδικος την ονόμασε αίτηση ανάκλησης ή κλήση ή κλήση για συζήτηση) δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει στάση δίκης, ούτε να λειτουργήσει ως ένδικο μέσο προς έλεγχο της δικαστικής κρίσης της απόφασης που διέταξε την αναστολή, αφού με την άνω διάταξη δε σκοπήθηκε η εισαγωγή ενός νέου ενδίκου βοηθήματος[10]. Πλην όμως, έχει κρατήσει στη νομολογία ότι[11], κατά την ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής, πρέπει να θεωρηθεί πως δεν ισχύει η ανωτέρω απαγόρευση στις περιπτώσεις εκείνες, που με τη μη οριστική απόφαση διατάχθηκε ένα μέτρο, η εκτέλεση του οποίου είναι ανέφικτη ή τάχθηκε ένα εμπόδιο στη ροή της διαδικασίας, η αναμονή για την άρση του οποίου, προκειμένου να εξακολουθήσει και να ολοκληρωθεί η διαδικασία, είναι μάταιη και προκαλεί άσκοπη επιβράδυνση αυτής και καθυστέρηση ικανοποίησης του δικαιώματος του δανειστή ή πρόκειται για περιπτώσεις προφανώς εσφαλμένης μη οριστικής απόφασης, που η εμμονή στην ισχύ της θα σήμαινε τη συνειδητή αναμονή μιας μάταιης διαδικασίας. Έτσι, στις τελευταίες περιπτώσεις, η ανάκληση μπορεί, με τελολογική ερμηνευτική συστολή της διάταξης του άρθρου 309 ΚΠολΔ, να ζητηθεί παραδεκτώς και με αυτοτελή αίτηση, ήτοι με την κλήση για κατ’ ουσία συζήτηση της υπόθεσης, η εισαγωγή της οποίας δημιουργεί στάση δίκης. Παρατηρείται, ωστόσο, από την υπ’ αριθμ. 158/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ότι «…οι εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις, στις οποίες θεραπεύεται η άσκοπη επιβράδυνση της διαδικασίας, δεν θα πρέπει να επεκταθούν σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες, καίτοι δεν είναι ώριμη η περαιτέρω κατ’ ουσίαν συζήτηση της υπόθεσης λόγω μη εκτέλεσης του διαταχθέντος από την παρεμπίπτουσα απόφαση, ζητείται η ανάκληση της τελευταίας ως εσφαλμένης, προκειμένου να επιτευχθεί η περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης, διότι, πέραν του ότι πρόκειται περί ερμηνείας contra legem (βλ. Σταματόπουλο, Δ 16.526), θα καθιερωνόταν έμμεσα ιδιαίτερο είδος ένδικου βοηθήματος, το οποίο δεν προέβλεψε ο νομοθέτης (ΕφΑΘ 10739/1997 ΕλλΔνη 40.1111 – ΕφΑθ 6647/1992 Δ 24.1251), ενώ τέλος, θα καθιστούσε ανεφάρμοστο και το εδ. γ΄ του άρθρου 309, αφού το δικαστήριο, στην περίπτωση της αυτοτελούς πλέον αυτής αίτησης, δεν θα είχε τη δυνατότητα να μην απαντήσει επί του αιτήματος ανάκλησης (άρθρο 106, 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, 20 § 1 και 93 § 4 του Συντάγματος), παρότι η δυνατότητα αυτή του παρέχεται από την πιο πάνω διάταξη σε περίπτωση πρότασης του διαδίκου για ανάκληση της μη οριστικής απόφασης (ΕφΘεσ 2728/1995 Αρμ 1996.492)»[12].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΑΠ 1721/2007, ΑΠ 708/2003, ΑΠ 240/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 230/1983, ΝοΒ 1983, σελ. 1561.

[2] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 33096/2007, ΑρχΝ 59 (2008), σελ. 380 με σημ. Χ. Νικολαΐδη.

[3] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 852 επ. (υπό άρθρο 309), με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές, καθώς και ΑΠ 181/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 358/2011, ΧρΙΔ 2011, σελ. 686, ΑΠ 1821/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3613/2007, ΕφΑΔ 2008, σελ. 818, ΕφΑθ 4195/2004, ΝοΒ 2005, σελ. 102.

[4] Βλ. ΜονΠρΙωανν 514/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 659/2012, ΕλλΔνη 2013, σελ. 1059, ΕφΑθ 1043/2006, ΕλλΔνη 2006, σελ. 1460.

[5] Βλ. ΑΠ 4/2007, Δ 2007, σελ. 603, ΑΠ 661/2006, Δ 2006, σελ. 1181, ΕφΑθ 1043/2006, Δνη 2006, σελ. 1460.

[6] Βλ. ΟλΑΠ 12/1989, Δ 1990, σελ. 949.

[7] Βλ. ΑΠ 660/2011, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[8] Βλ. ΑΠ 1538/2010, ΝοΒ 2011, σελ. 583, ΑΠ 775-836/2010 ΝοΒ 2010, σελ. 2481, ΑΠ 1149/2008, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 217/2005, ΝοΒ 2005, σελ. 2026. Κατά την ΜονΠρΡοδ 38/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η μη οριστική απόφαση ανακαλείται διότι το δικαστήριο κρίνει ότι εμφιλοχώρησαν σφάλματα ως προς την κρίση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ζητημάτων που τάχθηκαν προς απόδειξη.

[9] Βλ. ΑΠ 780/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[10] Βλ. ΕφΠειρ 709/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[11] Βλ. ΑΠ 926/2014, ΧρΙΔ 2015, σελ. 38, ΑΠ 1515/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1638/2005, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 657/1998, Δνη 1999, σελ. 1528, ΑΠ 649/1996, Δ 1996, σελ. 1191, ΕφΑθ 545/1994, Αρμ 1995, σελ. 1189.

[12] Βλ. ΜονΠρΜεσολ 158/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί