Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Απαγόρευση μεταβολής των συστατικών πράξεων με τις οποίες καταλείπονται περιουσίες για κοινωφελείς σκοπούς

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4182/2013 (Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις, ΦΕΚ Α΄ 185/10.9.2013), «1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών».

Όπως παρατηρείται[1], η υποχρέωση του Δημοσίου να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και των δωρητών, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4182/2013, θα ήταν κενή περιεχομένου, αν δε συνοδευόταν και από την απαγόρευση μεταβολής των συστατικών πράξεων, με τις οποίες καταλείπονται περιουσίες για κοινωφελείς σκοπούς[2]. Η απαγόρευση αυτή βρίσκει συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 109 του Συντάγματος, κατά την παρ. 1 του οποίου δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού[3]. Τυχόν διάθεση που έλαβε χώρα είναι αυτοδικαίως άκυρη κατ’ άρθρο 175 ΑΚ[4]. Κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερή της περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει[5].

Οι σχετικές διατάξεις περιέχονταν αρχικώς στον Α.Ν. 2039/1939[6], και πλέον στα άρθρα 10 (υπό τον τίτλο «Ερμηνεία συστατικών πράξεων – Μεταβολή σκοπού») και 11 (υπό τον τίτλο «Συνέπειες απόφασης») του Ν. 4182/2013[7]. Οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 109 του Συντάγματος επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσιες στο άρθρο 10 παρ. 1 και 3 εδ. α΄ του Ν. 4182/2013. Ειδικότερα, με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου εξειδικεύεται το περιεχόμενο της απαγόρευσης, η οποία εκτείνεται στη μεταβολή τόσο των κοινωφελών σκοπών όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της. Οιαδήποτε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ’ αυτού επιλύεται από το κατ’ άρθρο 825 ΚΠολΔ[8] αρμόδιο Εφετείο της έδρας της αποκεντρωμένης διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία ή το Εφετείο Αθηνών, αν την εποπτεία ασκεί το Υπουργείο Οικονομικών (παρ. 2). Κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, όταν η αξία της περιουσίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000, αρμόδιο καθίσταται το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της αρμόδιας αρχής που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η μόνη διαφοροποίηση σε σχέση με τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου συνίσταται στο γεγονός ότι η αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών της αρμόδιας αρχής ή από κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, χωρίς να απαιτείται η εκπροσώπησή του από δικηγόρο (παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 4182/2013).

Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται, επίσης, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί (εδ. α΄)[9]. Αν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου ο τρόπος αξιοποίησης που επετράπη με αυτήν κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, είναι δυνατή η αξιοποίηση της περιουσίας, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψε ο διαθέτης ή ο δωρητής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης, με απόφαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας που κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή εντός τριάντα (30) ημερών (εδ. β΄). Τη διαδικασία υποβολής της αίτησης ρυθμίζει η παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία προβλέπει αφενός το απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης, εάν αυτή δεν κοινοποιηθεί στην αρμόδια αρχή, όταν υποβάλλεται από οποιονδήποτε άλλο, πλην της αρχής, έχει έννομο συμφέρον, και αφετέρου διατυπώσεις δημοσιότητας που πρέπει να τηρηθούν από την αρμόδια αρχή. Για την υποβολή της αίτησης από την αρμόδια αρχή απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας (παρ. 4 εδ. α΄).

Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 4182/2013 ρυθμίζονται οι συνέπειες της δικαστικής απόφασης του άρθρου 10, ενόψει του περιεχομένου της οποίας κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του οργανισμού ή καταστατικού του διοικούντος και διαχειριζόμενου την περιουσία νομικού προσώπου (παρ. 1) ή διατίθενται περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος σε άλλο για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού (παρ. 2). Στην πρώτη περίπτωση, η τροποποίηση δε λαμβάνει χώρα με την έκδοση της απόφασης[10], αλλά το νομικό πρόσωπο πρέπει σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σε αυτό ή τη γνώση της απόφασης να υποβάλει στην αρμόδια αρχή πρόταση αντίστοιχης τροποποίησης του οργανισμού ή του καταστατικού, ώστε να ακολουθήσει η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος (παρ. 1 εδ. α΄). Αν συντρέχει λόγος κατεπείγοντος, οι ορισμοί της δικαστικής απόφασης μπορεί να εκτελεστούν και πριν από την τυχόν απαιτούμενη τροποποίηση του καταστατικού ή οργανισμού (παρ. 1 εδ. β΄). Στη δεύτερη περίπτωση, η μεταβίβαση των κινητών περιουσιακών στοιχείων επέρχεται αυτοδικαίως με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης και των ακινήτων με τη μεταγραφή της κατά το άρθρο 1192 ΑΚ, το δε ίδρυμα προς το οποίο μεταβιβάζονται τα στοιχεία (το οποίο προσεπικαλείται στη σχετική δίκη, σύμφωνα με το εδ. α΄ της παρ. 2) υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις του μεταβιβάζοντος ιδρύματος με τρίτους, ενώ οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο πρόσωπό του χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επανάληψής τους. Μέχρι τη συντέλεση της μεταβίβασης διατηρείται η ευθύνη της διοίκησης του μεταβιβάζοντος ιδρύματος για τη διαχείριση της αφαιρούμενης περιουσίας (παρ. 2 εδ. α΄).

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Φ. Λάμπου σε Εφαρμογές Ειδικών Αστικών Νόμων (επιμέλεια έργου: Μ. Γεωργιάδου), Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 1048 επ. (1071 επ.).

[2] Βλ. ΣτΕ 1574/2006, ΝοΒ 2007, σελ. 479, ΕφΑθ 4659/2001, ΕλλΔνη 2002, σελ. 495.

[3] Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφελείας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο. Βλ. ΟλΑΠ 1241/1979, ΝοΒ 28, σελ. 709, ΕφΑθ 4620/2012, ΕφΑΔ 2013, σελ. 553).

[4] Βλ. ΣτΕ 65/1998, ΝοΒ 2000, σελ. 1333 (περίλ.).

[5] Βλ. εκτενή νομολογιακά παραδείγματα σε Φ. Λάμπου, όπ.π., σελ. 1073-1076.

[6] Ο εν λόγω νόμος περιελάμβανε το βασικό νομοθετικό πλαίσιο για τα κοινωφελή ιδρύματα και τις κοινωφελείς περιουσίες, αντικαταστάθηκε δε μετά από 74 χρόνια ισχύος και εφαρμογής από το Ν. 4182/2013, ο οποίος ετέθη σε ισχύ την 11η/11/2013 (άρθρο 102 Ν. 4182/2013).

[7] Βλ. ΕφΠατρ 9/2017, ΕφΠειρ 153/2015, ΕφΠειρ 312/2015, ΕφΘεσσ 1309/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[8] Το άρθρο 825 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία. Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών».

[9] Βλ. ΑΠ 138/2011, ΝοΒ 2011, σελ. 1306, ΑΠ 1547/2010, ΝοΒ 2011, σελ. 987, ΕφΑθ 4659/2001, ΕλλΔνη 2002, σελ. 495.

[10] Βλ. ΕφΑθ 5884/2011, ΕλλΔνη 2012, σελ. 1375 (περίλ.), ΑΠ 1547/2010, ΝοΒ 2011, σελ. 987.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί