Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Απάτη επί πολιτικού δικαστηρίου: πρέπει η παραπλάνηση του δικαστή να συνοδεύεται από την προσκόμιση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων ή αρκεί μόνη η παράσταση ψευδών πραγματικών ισχυρισμών και γεγονότων εκ μέρους του δράστη διαδίκου;

Πρόκειται για περίπτωση τριγωνικής απάτης, κατά την οποία άλλο πρόσωπο είναι ο πλανώμενος, ο αποδέκτης, δηλαδή, των ψευδών παραστάσεων του δράστη και άλλο ο φορέας της βλαπτόμενης περιουσίας, όσπερ και ο μόνος παθών εκ του εγκλήματος της απάτης, δοθέντος ότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό του άρθρου 386 ΠΚ είναι η περιουσία (και η εν γένει ασφάλεια των συναλλαγών[1]). Στην ειδική περίπτωση της απάτης επί δικαστηρίου, που αποδέκτης της παραπλάνησης είναι ο δικαστής, δικάζων σε πολιτική δίκη[2], το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο από τη στιγμή που ο δικαστής εκδώσει οριστική, καταψηφιστική απόφαση (που κάνει δεκτό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής) υπέρ του δράστη διαδίκου και εις βάρος του παθόντος αντιδίκου του, πλανώμενος από τους ψευδείς ισχυρισμούς του πρώτου, ασχέτως αν δεν έχει ακόμα συντελεστεί ορατή θετική ζημία στην περιουσία του θύματος. Τούτο γαρ διότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος δεν απαιτείται η περιουσιακή βλάβη (και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του δράστη) να είναι κατ’ ανάγκη άμεση, ευθεία και ενεστώσα, αλλά αρκεί και η μελλοντική ή επαπειλούμενη βλάβη[3], όπως είναι και αυτή που θα επέλθει μετά τη δρομολόγηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στην περιουσία του παθόντος, δυνάμει της καταψηφιστικής απόφασης, η οποία και συνιστά εκτελεστό τίτλο άμα τη τελεσιδικία της (δεν μπορεί, δηλαδή, να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση[4]).

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο αρκεί η παραπλάνηση του δικαστή να έγινε επί τη βάσει ψευδών ισχυρισμών ή αν απεναντίας απαιτείται επιπλέον να σχημάτισε πεπλανημένη δικανική πεποίθηση βασιζόμενος κυρίως / ή: και σε ψευδή αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο δράστης ενώπιον του δικαστηρίου. Να σημειωθεί ότι υπό την έννοια «ψευδή αποδεικτικά μέσα» δεν περιλαμβάνονται μόνο τα πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα ή οι ψευδομάρτυρες, αλλά και οποιοδήποτε γνήσιο έγγραφο που όμως είναι αναληθές κατά περιεχόμενο, εν γνώσει της αναλήθειας αυτής από τον δράστη διάδικο.

Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα θα πρέπει -και για την πληρέστερη κατανόηση του νομικού προβλήματος- να γίνει προκριματική διάκριση δύο κατηγοριών διαζευκτικώς συντρεχουσών περιπτώσεων: 1] στην μεν πρώτη κατηγορία διάκριση μεταξύ α. της περίπτωσης κατά την οποία ο πολιτικός δικαστής αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι εισφερόμενοι στη δίκη πραγματικοί ισχυρισμοί είναι αληθείς, εκτιμώντας ελευθέρως τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσάγουν οι διάδικοι[5], και β. της περίπτωσης κατά την οποία ο πολιτικός δικαστής δεσμεύεται ρητά εκ του νόμου να δεχτεί την κατάφαση ενός πραγματικού γεγονότος, ακριβώς επειδή προσήχθη ενώπιόν του αποδεικτικό μέσο αυξημένης αποδεικτικής ισχύος (π.χ. δημόσιο έγγραφο συνταχθέν υπό τις προϋποθέσεις του 438 ΚΠολΔ), και 2] στη δεύτερη κατηγορία διάκριση μεταξύ α. της περίπτωσης όπου για την έκδοση οριστικής απόφασης απαιτείται ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποίθησης, δηλαδή απόλυτης βεβαιότητας εκ μέρους του δικαστή ως προς την αλήθεια των αποδεικτέων πραγματικών ισχυρισμών, και β. της περίπτωσης όπου για την έκδοση οριστικής απόφασης αρκεί η κατά νόμο πιθανολόγηση, οπότε και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία ή τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματιστεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών[6].

Έτσι, στην υπό 1α. περίπτωση, όπου ο δικαστής εκτιμά ελευθέρως τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς χωρίς να δεσμεύεται από τους δικονομικούς κανόνες που αφορούν στην αποδεικτική ισχύ των αποδεικτικών μέσων, γίνεται δεκτό ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίου δεν είναι αναγκαία η επίρρωση των ψευδών ισχυρισμών με ψευδή αποδεικτικά μέσα, το ίδιο δε συμβαίνει και στην υπό 2β. περίπτωση, όπου ο δικαστής απαλλάσσεται από τη υποχρέωση τήρησης των αυστηρών κανόνων απόδειξης και αφήνεται ελεύθερος να κρίνει εάν υπάρχει η δυνατότητα να εξαχθεί από οποιοδήποτε αποδεικτικώς πρόσφορο μέσο (ακόμη και από μόνες τις προφορικές διευκρινήσεις των διαδίκων) κάποιο δικανικό συμπέρασμα, έστω και απλώς πιθανό (κατ’ αντιδιαστολή προς το απολύτως βέβαιο, που απαιτείται στην πλήρη δικανική πεποίθηση)[7].

Αντιθέτως, σε κάθε άλλη περίπτωση, τόσο η κρατούσα γνώμη[8] όσο και η πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου[9] δέχονται ότι για να στοιχειοθετηθεί η απάτη επί δικαστηρίου δεν αρκεί η επί σκοπώ παρανόμου περιουσιακού οφέλους προβολή ψευδών ισχυρισμών εκ μέρους και εν γνώσει του διαδίκου, αλλά απαιτείται οι ψευδείς τούτοι ισχυρισμοί να υποστηρίζονται και με ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά μέσα. Σημειωτέον ότι τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα πρέπει να είναι συναφή προς την κρινόμενη υπόθεση και το επίδικο αντικείμενο και αντικειμενικώς πρόσφορα –ασχέτως ψευδούς ή μη περιεχομένου– να επηρεάσουν την κρίση του δικαστή.  Η γνώμη αυτή της πλειοψηφίας στηρίζεται στη σκέψη ότι οι ψευδείς ισχυρισμοί οφείλουν να ελεγχθούν από το δικαστή και ότι σε περίπτωση παράλειψης του ελέγχου αυτού η πραγματική αιτία για την οποία επέρχεται περιουσιακή βλάβη του θύματος αντιδίκου δεν είναι η παραπλάνηση του δικαστή από το δράστη διάδικο, αλλά η κατά παράβαση δικαστικού καθήκοντος έκδοση εσφαλμένης δικαστικής απόφασης και ότι συνεπώς δεν πληρούται το άγραφο πλην όμως απαιτούμενο στοιχείο της α.υ. της απάτης, αυτό δηλαδή του άμεσου αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα αφενός μεν στους ψευδείς ισχυρισμούς του δράστη διαδίκου (πράξη εξαπάτησης) αφετέρου δε στο σχηματισμό της πεπλανημένης πεποίθησης του δικαστή και της συνακόλουθης έκδοσης της εσφαλμένης απόφασης, ή με άλλα λόγια ότι η πεπλανημένη πεποίθηση του δικαστή δεν μπορεί να καταλογιστεί / αποδοθεί άμεσα κι ευθέως στη συμπεριφορά του δράστη, δεδομένου ότι στην εν λόγω αιτιώδη αλληλουχία παρεισφρέει η παράλειψη του δικαστή να ελέγξει -ως οφείλει- την ορθότητα των προβαλλόμενων ισχυρισμών, στηριζόμενος καταρχήν στα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα[10]. Στην αντίθετη περίπτωση, λέγει η κρατούσα άποψη, που δηλαδή κάποιος διάδικος προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς χωρίς να επικαλείται ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, αυτός παραβιάζει απλώς το καθήκον του αληθείας, που θεσπίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να είναι έκθετος στην αστική δικονομική συνέπεια της αυτεπάγγελτης επιβολής χρηματικής ποινής («ποινή τάξεως»), σύμφωνα με το άρθρο 205 ΚΠολΔ, και όχι, συνεπώς, σε ποινική δίωξη λόγω απάτης, διαφορετικά θα διευρύνετο υπερβολικά το αξιόποινο της απάτης εντός των πολιτικών δικών. Τίποτε, όμως, στη γραμματική διατύπωση του 386 ΠΚ δεν εμποδίζει τον αρμόδιο στην άσκηση της ποινικής δίωξης Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να κινήσει ποινική δίωξη για απάτη επί δικαστηρίου στον διάδικο εκείνο που, δίχως να προσκομίσει αναληθή αποδεικτικά στοιχεία, προβαίνει στην παράσταση ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου ψευδών πραγματικών ισχυρισμών, των οποίων την ανακρίβεια γνωρίζει, αποβλέποντας σε μια ευνοϊκή για αυτόν απόφαση που θα έχει ως συνέπεια την επέλευση βλάβης στην περιουσία του αντιδίκου του και την επίτευξη εκ μέρους του αντίστοιχης αξίας παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 116 ΚΠολΔ, η διατύπωση και η τελολογική ερμηνεία του οποίου δεν αποκλείει και την ποινική ευθύνη του δράστη[11], εκ παραλλήλου με την όποια ποινή τάξεως επιβληθεί από το πολιτικό δικαστήριο σε περίπτωση παράβασης του καθήκοντος αληθείας.

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών, LL.M.

[1] Βλ. 951/2018 ΣΤΕ

[2] Βλ. Αριστ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας II, Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, τόμος β΄(άρθρα 235-473), σελ. 3210.

[3] Βλ. ΑΠ 187/1986,

[4] Βλ. άρθρο 904§2 περ. α΄ και άρθρο 553§1 ΚΠολΔ

[5] Βλ. άρθρο 340§2 ΚΠολΔ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, η οποία ισχύει υπό τις ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: αφενός μεν ότι ο νόμος δεν προσδίδει πλήρη αποδεικτική δύναμη σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο, αφετέρου δε ότι δεν υπάρχει κάποια αποδεικτική σύμβαση εκ μέρους των διαδίκων, με την οποία να συμφωνούν ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο θα έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη ή ότι θα αποτελεί αυτό το μόνο αποδεικτικό μέσο που θα μπορεί ο δικαστής να εκτιμήσει. Το δικαστήριο μπορεί δηλ. κατά την ελεύθερη κρίση του να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική ισχύ με άλλα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του και να συνεκτιμά όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, της διακριτικής του ευχέρειας συνισταμένης στον τρόπο με τον οποίο θα εκτιμήσει το καθένα, προκειμένου να σχηματίσει την απαιτούμενη πλήρη δικανική πεποίθηση, άλλως η απόφαση είναι αναιρετέα.

[6] Βλ. 347 ΚΠολΔ.

[7] Όπως π.χ. επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων (690 ΚΠολΔ) ή επί αιτήσεως για την εξαίρεση δικαστή ή εισαγγελέα (60§1 εδ. α΄  ΚΠολΔ).

[8] Βλ. Ανδρουλάκη Ποιν. Χρ. Κ΄ σελ. 566-569, Αθ. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Τόμος Β΄, άρθρα 235-473, έκδοση Γ΄, σελ. 3541-3544, Δεληκωστόπουλου – Σινανιώτου Μαθημ. Πολ. Δικ. τόμος Α΄, τεύχος Α΄, 1969, παρ. 61, VI, 6, 156.

[9] Βλ. ΑΠ 227/1992, ΑΠ 1533/ 1995, 326/1996, ΑΠ 75/1999, ΑΠ 794/2003 ΠΛογ 2003, 785, ΑΠ 2231/2007 ΠοινΧρ ΝΗ΄, 810, ΑΠ 56/2015, ΑΠ 231/2017, ΑΠ 848/2017, ΑΠ 1480/2017 και ΑΠ 70/2017 ΤΝΠ Νόμος, η οποία λέγει χαρακτηριστικά: «Στην περίπτωση όμως που υποβάλλονται στο δικαστήριο ψευδείς ισχυρισμοί, χωρίς όμως να προσκομίζονται με επίκληση προς απόδειξη αυτών εν γνώσει πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα και εν γένει ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, τότε δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου ούτε με τη μορφή της απόπειρας, εφόσον μόνη η προβολή αναληθούς ισχυρισμού δεν συνιστά, κατά την έννοια του άρ. 42 παρ. 1 ΠΚ, πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του». Στην ίδια κατεύθυνση και οι παλαιότερες ΑΠ 224/1987 ΝομΒ 414, ΑΠ 91/1994, ΑΠ 1839/1997 ΝομΒ 1998-687.

[10] Βλ. 106 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι (αρχή της διάθεσης και της συζήτησης) και 107 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο διατάζει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή απόδειξης με οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα επιτρέπει ο νόμος, κι αν ακόμα δεν τα επικαλέστηκαν οι διάδικοι,

[11] Έτσι ο Κεραμέας, ο Μπέης και ο Βαθρακοκοίλης (βλ. Αθ. Κονταξή, ό.π. σελ. 3543). Βλ. και Χρίστο Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα Εγκλήματα Κατά της Ιδιοκτησίας και της Περιουσίας (άρθρα 372 – 406 Π.Κ.), σελ. 482, κατά τον οποίο «η επιπρόσθετη προϋπόθεση της επίκλησης και προσαγωγής ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (…) δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απάτης επί δικαστηρίου, δεδομένου ότι του νόμου μη διακρίνοντος και από τη στιγμή που υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος κατά τη θεωρία της conditio sine qua non, η πράξη εξαπάτησης μπορεί να περιορισθεί στους ψευδείς ισχυρισμούς αφ’ εαυτούς. Άλλωστε, από το καθήκον αληθείας του διαδίκου, κατά το άρθρο 116 ΚΠολΔ, προκύπτει και ότι αυτός δηλώνει τουλάχιστον συμπερασματικά, ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς».

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί