Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Αποδεικτική ισχύς των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στον μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι οποίες, αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο είτε στην οθόνη του μηχανήματος είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του παραδοσιακού εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας κατά την ενσωμάτωση του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας, όπως κατά μία άποψη υποστηρίζεται, αλλά πρόκειται για μια ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, ενόψει της εγγύτητας προς αυτά (βλ. Κουσούλη, Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, 1992,138/142).

Για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο, απαιτείται σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτός της σύνδεσης με κάποιον διαμετακομιστή και η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται ο χρήστης στο σύστημα είτε ως αποστολέας είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο με τη χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο, και με χαρακτήρες που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο συγκεκριμένος συνδυασμός χαρακτήρων να αφορά μόνον στον χρήστη που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον. Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυση του με άλλον χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτιση του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. (1932/2011 ΜΠΡΑθ).

Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 του ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο, το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ένα έγγραφο του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τυπική αποστολή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση του μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην είναι μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δεν συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι, κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βούλησης του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο (8444/2011 ΕιρΑθ).

Επομένως, ο καθορισμός της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό από τον ίδιο χρήστη και η δήλωση της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και κατ’ αναλογία για τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνιση σε έντυπο εμπίπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 ΚΠολΔ, στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443, 444 και 445 ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει ορισθεί και εφαρμοσθεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της τελευταίας. (ΜΠρΑΘ 1327/2001, ΔΕΕ 2001. 377επ).

Έτσι, το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη, αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 του ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 32/2011, ΔΕΕ 2011, σ.591, ΜΠρΧαλκ 89/2014, ΕλΔνη 2015, σ.251, ΜΠρΑΘ 1932/2011, ΕΠΟΛΔ 2011, σ.482, ΜΠρΑΘ 6302/2004, Αρμ 2005, σ.239, ΜΠρΑΘ 1327/2001, ΔΕΕ 2001, σ.377).

Βέβαια, η λειτουργία του συστήματος κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα είναι δυνατόν να υποκρύπτει τον κίνδυνο, ότι η αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος έγινε από άλλο πρόσωπο από αυτό στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση κάνοντας χρήση αυτής (με οποιαδήποτε τρόπο) χωρίς την έγκριση του. Η ελαττωματικότητα αυτή του μηνύματος που εστάλη, παραπέμπει ευθέως στις διατάξεις περί πλαστότητας του ΚΠολΔ (460 επ.) εγκαθιστώντας αναστροφή του βάρους απόδειξης στον επικαλούμενο αυτή, για το λόγο ότι η λειτουργία του συστήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχει εγγυήσεις για την πιστότητα της και η οποιαδήποτε παθολογία εμφανίζεται δεν προέρχεται από ελάττωμα του συστήματος αλλά από επέμβαση τρίτου σε αυτό, γεγονός το οποίο δεν ανήκει στη σφαίρα επιρροής του φερόμενου ως αποστολέα. Με δεδομένα τα ανωτέρω, περιορίζεται ουσιαστικά η ενέργεια της § 4 του άρθρου 457 του ΚΠολΔ στο ζήτημα της ταυτότητας μεταξύ περιεχομένου του σκληρού δίσκου του ηλεκτρονικού υπολογιστή και της μηχανικής απεικόνισης τους (ΕφΠειρ 512/2012 «ΤΝΠ- Ισοκράτης», ΜΠρΧαλκ 89/2014).

Περαιτέρω, άτυπες συμβάσεις, όπως είναι η αναγνώριση χρέους, μπορούν να καταρτισθούν μέσω ηλεκτρονικών εγγράφων και ειδικά μέσω του διαδικτύου με ανταλλαγή δηλώσεων βούλησης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Με τη μέθοδο αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι συμβάλλονται εγκύρως, ακριβώς διότι δεν αμφισβητείται η ταυτότητα του αποστολέα και το περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης του, έτσι όπως αυτή εξασφαλίζεται κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα με την αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του. Κατόπιν αυτών, στις συμβάσεις που καταρτίζονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στις οποίες εφαρμογή έχει το ελληνικό δίκαιο, η απόδειξη της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων είναι δυνατόν να συντελεσθεί μέσω επικυρωμένων από πληρεξούσιο δικηγόρο αντιγράφων των περιεχομένων στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή μηνυμάτων των συμβαλλομένων (ΜΠρΑΘ 1327/2001, ΔΕΕ 2001. 377επ, ΜΠρΑΘ 6302/2004, Αρμ 2005. 239επ).

Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ισχύος του ΠΔ 150/2001, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 99/1993 για την αναγνώριση της ηλεκτρονικής υπογραφής, η θέσπιση των προϋποθέσεων  της λεγόμενης «προηγμένης» ηλεκτρονικής υπογραφής, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α’ – δ’ του ως άνω ΠΔ, η ισχύς της απλής (και όχι της «προηγμένης») ηλεκτρονικής υπογραφής ή το παραδεκτό της ως αποδεικτικού μέσου δεν αποδεικνύεται εκ του λόγου ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της προηγμένης, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 2 του ανωτέρω ΠΔ (και αντιστοίχως στο άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας). Από τη διατύπωση της διάταξης είναι προφανής η επιδίωξη του κοινοτικού και εθνικού νομοθέτη να αποφευχθεί η συναγωγή επιχειρήματος εξ αντιδιαστολής από τη ρύθμιση της αρ. 1 του οικείου άρθρου περί ισχύος της «προηγμένης» ηλεκτρονικής υπογραφής ως ιδιόχειρης υπογραφής, το οποίο θα κατέληγε σε άρνηση εννόμων αποτελεσμάτων στην απλή ηλεκτρονική υπογραφή.            

Ήδη, κατά ήταν κρατούσα γνώμη [(Νίκας, Πολιτική Δικονομία ΙΙ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2005, παρ. 85 VII6 αρ. 44 σ. 525 επ., Νικολόπουλος, Το δίκαιο της αποδείξεως, Αθήνα-Κομοτηνή 2005, παρ. 19 ΧΙ Α 2 σ. 267 επ., Μπέης, Παρατηρήσεις υπό την ΜΠρΑθ 1327/2001 (δ/γή πληρωμής), Δ 32 (2001), 466 επ., Κολοτούρος Αποδεικτική δύναμη των ηλεκτρονικών εγγράφων στη ναυτιλία, ΝοΒ 55 (2007), 2019 επ. (2025)], και το στερούμενο της προηγμένης υπογραφής ηλεκτρονικό έγγραφο απολαμβάνει της πλήρους αποδεικτικής δυνάμεως, την οποία προσδίδει στο ιδιωτικό έγγραφο διαθέσεως το άρθρο 445 ΚΠολΔ, ως προς την προέλευση της περιεχόμενης σε αυτό δηλώσεως βουλήσεως από τον εκδότη του. Κατά την αντίληψη των συναλλαγών και τα χρηστά ήθη, η ασφάλεια και βεβαιότητα δικαίου που παρέχεται με την απλή ηλεκτρονική υπογραφή δεν υστερεί από την παρεχόμενη με το ενυπόγραφο παραδοσιακό ιδιωτικό έγγραφο. (1932/011 ΜΠΡΑθ, 32/2011 εφ Αθ, 8444/2011 ΕιρΑθ, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επακόλουθα, εκ των προμνησθεισών αποφάσεων προκύπτει ότι το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη-αποστολέα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 445 του ΚΠολΔ.

Κωνσταντίνα Ι. Ζούτη

δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί