Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αποκατάσταση του υπολοίπου – Καταπίστευμα του περιλιμπανομένου

ΑΚ 1939: Αν ο καταπιστευματοδόχος εγκαταστάθηκε σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο της επαγωγής σε αυτόν, ή αν ο διαθέτης επέτρεψε ελεύθερη διαχείριση στον κληρονόμο, αυτός έχει δικαίωμα να διαθέτει τα κληρονομιαία αντικείμενα.

Η διάταξη προβλέπει την περίπτωση καταπιστεύματος του υπολοίπου (περιλιμπανομένου). Προϋποθέσεις για την ύπαρξη αυτής της μορφής καταπιστεύματος είναι: α) η εγκατάσταση του καταπιστευματοδόχου σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το θάνατο (χρόνο μάλλον ήθελε να γράψει) της επαγωγής σ’ αυτόν και β) παροχή ελεύθερης διαχείρισης στο κληρονόμο. Η, για καθορισμένο ειδικά σκοπό ή ορισμένη δικαιοπραξία, παροχή αυτής της δυνατότητας δεν εμπίπτει στην διάταξη.

Συνέπεια της ανωτέρω ελευθερίας του βεβαρημένου είναι το δικαίωμα διάθεσης, χωρίς διάκριση ως προς την αιτία, των κληρονομιαίων αντικειμένων, ακόμη και με χαριστικές πράξεις, όχι όμως με διάταξη τελευταίας βούλησης, διότι ο νόμος εννοεί τη διάθεση ως πράξη διαχείρισης. Ό,τι βρίσκεται στην κληρονομία πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνο αυτό που αυτούσιο σώζεται αλλά και ό,τι προήλθε από τα κληρονομιαία στοιχεία (π.χ. τίμημα πώλησης). Αν ποσό αναλώθηκε  από το βεβαρημένο για ατομικές ανάγκες, για χρέη του, αν δεν προκύπτει αντίθετη βούληση του διαθέτη, θωρείται ότι βρίσκεται στην κληρονομία αν εξοικονόμησε αντίστοιχη δαπάνη, η οποία σώζεται. Το δικαίωμα του βεβαρημένου υπόκειται στην απαγόρευση του ΑΚ 281. [1]

Πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμόν 403/2019 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) έρχεται να εμπλουτίσει την ήδη υπάρχουσα νομολογία στο ζήτημα, «Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923, 1935 και 1940 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του κληρονόμο και να τον υποχρεώσει, να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός, την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο. Δηλαδή, το κληρονομικό καταπίστευμα είναι ο θεσμός, που παρέχει στο διαθέτη τη δυνατότητα να ορίσει, όχι μόνο τον κληρονόμο του, αλλά και απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους, στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος. Η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε άλλο χρονικό σημείο ή γεγονός. Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, αυτός δικαιούται να την αποδεχτεί ή να την αποποιηθεί βάσει των διατάξεων για την αποδοχή ή την αποποίησή της. Για τη σύσταση του καταπιστεύματος δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε καν της λέξης «καταπίστευμα», αλλά μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί να προκύπτει από τη διαθήκη η θέλησή του να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος του να γίνει άλλος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ προκύπτει, ότι ο βεβαρημένος με καταπίστευμα, μέχρι να γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, έχει την τακτική διαχείριση της κληρονομίας, δηλαδή ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις για την εκμετάλλευση, συντήρηση και διαφύλαξη των κληρονομιαίων σύμφωνα με τον προορισμό κάθε αντικειμένου της, εφόσον δε ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, έχει την εξουσία να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομίας μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του παραπάνω άρθρου περιπτώσεις, δηλαδή μόνον εφόσον:

α) η διάθεση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (εκποίηση υποκειμένων σε φθορά αντικειμένων, εκπλήρωση υποχρεώσεων της κληρονομίας),

β) αν έδωσε τη συναίνεσή του ο καταπιστευματοδόχος και

γ) όταν υπάρχει καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), κατ` άρθρο 1939 ΑΚ. Κάθε άλλη διάθεση που γίνεται από το βεβαρημένο κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω ορισμών, αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1939 ΑΚ, καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει, όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ό,τι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο επαγωγής σ` αυτόν του καταπιστεύματος και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητά με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομίας στον βεβαρημένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων με πράξη επαχθή ή χαριστική (πώληση, δωρεά). Δεν δικαιούται, όμως, να τα διαθέσει με διάταξη τελευταίας βούλησης (ΑΠ 1419/2017, 492/2014, 1158/2013)».

Επόμένως, η με διάταξη τελευταίας βούλησης διάθεση του περιλιμπανομένου είναι άκυρη. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική υπέρ του καταπιστευματοδόχου και μόνον από αυτόν μπορεί να προταθεί. Ο βεβαρημένος κατά την άσκηση του δικαιώματος για κάθε διάθεση του καταπιστεύματος υπόκειται στους περιορισμούς από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ. Επομένως δεν είναι δυνατό να ενεργήσει άσκοπη ή άσωτη κατασπατάληση της περιουσίας με σκοπό να μην απομείνει κάτι υπέρ του καταπιστευματοδόχου.

Ως σωζόμενο στην κληρονομία θεωρείται όχι μόνο εκείνο που σώζεται αυτούσιο, αλλά και εκείνο που προήλθε από εναλλαγή κληρονομιαίων στοιχείων, π.χ. το τίμημα εκείνων που πωλήθηκαν. [ΑΠ 1747/1990 ΕλΔ 33 (1992) 540].Επίσης σωζόμενο θεωρείται και κάθε ποσό που ξόδεψε ο βεβαρημένος από τα κληρονομιαία για πληρωμή των δικών του χρεών, όταν μ’ αυτό τον τρόπο εξοικονόμησε αντίστοιχο ποσό που διατηρήθηκε στην περιουσία του.

Ο καταπιστευματοδόχος δεν μπορεί να ζητήσει την παροχή ασφάλειας από το βεβαρημένο. Επίσης ο ίδιος δε μπορεί να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τούτου, εκτός αν πρόκειται για αποτροπή δόλιας διαθέσεως.[2]

Από την επαγωγή της κληρονομίας στον βεβαρημένο με το καταπίστευμα μέχρι και την υπαγωγή της στο καταπιστευματοδόχο, ο τελευταίος ως δικαιούχος υπό αναβλητική αίρεση, έχει δικαίωμα προσδοκίας.

Στην περίπτωση, εξάλλου του καταπιστεύματος στο υπόλοιπο ορθά γίνεται δεκτό ότι οι ατομικοί δανειστές του βεβαρημένου μπορούν να επιληφθούν κληρονομιαίων στοιχείων χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο ανατροπής της αναγκαστικής εκτέλεσης.[3]

Άκυρος είναι ο τρόπος αν αφορά σε παροχή αδύνατη, ή αντικείμενη στο νόμο, που προσβάλλει την προσωπικότητα του βεβαρημένου ή την ελευθερία του αναφορικά με τις σχέσεις οικογενειακού δικαίου ή το δικαίωμα της αιτία θανάτου διαθέσεως της περιουσίας του, π.χ. είναι άκυρος ο τρόπος που αναφέρεται ….. στη σύνταξη ή ανάκληση ορισμένης διαθήκης (Τούσης 331 κληρονομικόν δίκαιον 1969, Παπαδόπουλος, σελ. 368).

Εν τούτοις, κατά την απόφαση του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμό 149/2017 αν με το καταπίστευμα θίγεται το δικαίωμα νόμιμης μοίρας, τότε θεωρείται ως μη γραμμένο, ενώ για το υπόλοιπο μέρος που δε θίγει τη νόμιμη μοίρα ισχύει. Συγκεκριμένα, «από τις διατάξεις των άρθρων 1800, 1820, 1825, 1827, 1829, 1923 παρ. 1, 1939, 1941 ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι η με διαθήκη συζύγου που πέθανε εγκατάσταση του συζύγου που επιζεί ως κληρονόμου υπό το βάρος καταπιστεύματος υπέρ τρίτου και δή είτε γενικού, είτε του υπολοίπου, αποτελεί περιορισμό αυτού ως δικαιούχου. Ο περιορισμός αυτός θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί κατά το μέρος κατά το οποίο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα του, γιατί η κατάλειψη αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά εγκατάσταση υπό διαλυτική αίρεση. Έτσι το καταπίστευμα, κατά το μέρος που βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, δεν υπολογίζεται και ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας, το οποίο ανέρχεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του και θα το λάβει απαλλαγμένο του καταπιστεύματος. Τούτο δε γιατί η προσωρινότητα της κληρονομικής εγκατάστασης του βεβαρημένου με καταπίστευμα, η έλλειψη εξουσίας περαιτέρω διάθεσης της καταληφθείσας κληρονομιάς με διάταξη τελευταίας βούλησης, όσο και ο κατά το άρθρο 281 ΑΚ περιορισμός στην εν ζωή διάθεση κληρονομιαίων στοιχείων, προσήκουν μόνον για το πέραν της νομικής μοίρας ποσοστό της κληρονομιάς. Αντίθετη άποψη συνεπάγεται έλλειψη εξουσίας περαιτέρω διάθεσης της νομικής μοίρας με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, ο δε περιορισμός αυτός ως προς το καταπίστευμα του «υπολοίπου» δεν αίρεται από το δικαίωμα διάθεσης με πράξεις εν ζωή. Τούτο δε γιατί η ελευθερία της αιτία θανάτου διάθεσης (άρθρο 1712 ΑΚ) αποτελεί ατομικό δικαίωμα, που εκφράζει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης στο κληρονομικό δίκαιο. Ουδείς συνεπώς δικαιούται να αναιρεί ή να περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτό δικαίωμα του βεβαρημένου αρχικού κληρονόμου, παρά μόνο με τρόπο ομοίως συνταγματικά επιτρεπτό. Τέτοιος επιτρεπτός περιορισμός της ελευθερίας του …..χωρεί μόνον υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων, το δικαίωμα των οποίων κατοχυρώνεται επίσης συνταγματικά, προεχόντως δε στο άρθρο 21 παρ.1 του Συντάγματος για την προστασία της οικογένειας».

Χριστίνα Ρήγα, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος ΣΤ’ Ημίτομος Β’, σελ. 347

[2] Κωνσταντίνος Α. Παπαδόπουλος, Αγωγές κληρονομικού δικαίου, Αθήνα 1995, σελ. 268 – 269.

[3]  Νίκη Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο, ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, Σελ. 144, 152.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί