Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Αρμοδιότητα του ΣτΕ επί αιτήσεως ακυρώσεως διοικουμένου – τελικού δικαιούχου επιχορήγησης κατά απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης 

Προσφάτως χειριστήκαμε στο γραφείο μας την υπόθεση μιας διοικουμένης, στην οποία είχε χορηγηθεί επιχορήγηση με βάση την υπ’ αριθ. πρωτ. 6252/246 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ), που αφορούσε στην κατάρτιση προγράμματος επιχορήγησης 4.000 Νέων Ελευθέρων Επαγγελματιών-Γυναικών ηλικίας 22-64 ετών με τον διακριτικό τίτλο «ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΕΡΓΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΗΛΙΚΙΑΣ 22-64 ΕΤΩΝ», το οποίο (ενν. πρόγραμμα επιχορήγησης) συγχρηματοδοτείτο από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη του Ανθρώπινου Δυναμικού», Θεματικός Άξονας 3, Άξονες Προτεραιότητας 7, 8, 9: «Διευκόλυνση της πρόσβασης στην απασχόληση». Στην εν λόγω διοικουμένη κοινοποιήθηκε Απόφαση Δημοσιονομικής Διόρθωσης, με την οποία ζητήθηκε από αυτήν η επιστροφή του ποσού της επιχορήγησης, πλέον τόκων, λόγω μη τήρησης από μέρους της ενός εκ των όρων του ως άνω Προγράμματος. Η διοικουμένη αποφάσισε να προσβάλει την προρρηθείσα διοικητική πράξη (ενν. την Απόφαση Δημοσιονομικής Διόρθωσης) και απευθύνθηκε στο γραφείο μας, για να τη συνδράμουμε νομικά.

Ως είναι εύληπτο, το πρώτο ζήτημα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι συνοψίζεται στο ακόλουθο ερώτημα: Με ποιο ένδικο βοήθημα προσβάλλεται η ανωτέρω διοικητική πράξη και έναντι ποίου δικαστηρίου; Η απάντηση στο προεκτεθέν ερώτημα προκύπτει, βεβαίως, από την επισκόπηση του νομοθετικού πλαισίου της περί ης πρόκειται υπόθεσης. Σχετικώς, δε, λεκτέα τα ακόλουθα:

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α` 84/17.4.2001), «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Περαιτέρω, το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) …  γ) … δ) …». Εξ άλλου, στο άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. Α` του Ψηφίσματος της 6.4.2001 ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. β. … γ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α` έλεγχο. δ. … στ. Η εκδίκαση διαφορών σχετικά… με τον έλεγχο των λογαριασμών του εδαφίου γ`. ζ. … 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει…. 3. …».Βάσει των ως άνω διατάξεων, το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ειδική δικαιοδοσία εκδικάσεως ορισμένων μόνον κατηγοριών διοικητικών διαφορών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι διαφορές από τον κατασταλτικό έλεγχο «λογαριασμών» και ειδικότερα: α) οι διαφορές από τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων και β) οι διαφορές από τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των Ο.Τ.Α. και άλλων νομικών προσώπων, όχι μόνο δημοσίου δικαίου που διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα, αλλά και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου οιασδήποτε μορφής, εφόσον ο (προληπτικός) έλεγχος των δαπανών τους έχει υπαχθεί με ειδική διάταξη νόμου στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.Περαιτέρω, ο Ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 247) ορίζει στο όγδοο κεφάλαιό του περί των δημοσίων υπολόγων και ειδικότερα στο άρθρο 54, ως έχει το άρθρο αυτό μετά την κατάργηση του εδαφίου στ΄ της παρ. 2 αυτού με την παρ. 26 του άρθρου 20 του Ν. 2459/1997 (ΦΕΚ Α` 17), τα εξής: «1. Δημόσιος υπόλογος είναι όποιος διαχειρίζεται, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και οποιοσδήποτε άλλος θεωρείται από το νόμο δημόσιος υπόλογος. 2. Οι δημόσιοι υπόλογοι διακρίνονται σε: α) Υπολόγους ενταλμάτων προπληρωμής και προσωρινών, β) Διαχειριστές παγίων προκαταβολών, γ) Φοροτεχνικούς και τελωνειακούς υπολόγους, δ) Ειδικούς ταμίες, ε) Υπολόγους Ν.Π.Δ.Δ. και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. 3. Οι δημόσιοι υπόλογοι υπάγονται στον έλεγχο και εποπτεία: α) του Υπουργού Οικονομικών (…), β) του οικείου Διατάκτη, γ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι` αυτό (…)». Στο άρθρο 56 του ιδίου νόμου υπό τον τίτλο «Ελλείμματα και ευθύνες δημοσίων υπολόγων-Καταλογισμοί» ορίζονται, εξ άλλου, τα ακόλουθα: «1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο. Ως έλλειμμα θεωρείται και κάθε πληρωμή που: α) Δεν ανάγεται στην αρμοδιότητα του υπολόγου. β) Έγινε χωρίς τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις δικαιολογητικά. γ) Αφορά δαπάνες για τις οποίες δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες εκ μέρους του υπολόγου. δ) Έχει γίνει αχρεωστήτως από υπαιτιότητα του υπολόγου. ε) Είναι άσχετη με το σκοπό της διαχειρίσεως. 2. Οποιοδήποτε έλλειμμα αναπληρώνεται από τον υπόλογο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, διαφορετικά αυτός απομακρύνεται από τη διαχείριση αμέσως και καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος που βεβαιώνεται, χωρίς αναβολή, ως δημόσιο έσοδο (…) 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές. Σε κάθε περίπτωση καταλογίζεται επίσης από το Ελεγκτικό Συνέδριο το αργότερο εντός δέκα (10) ετών από της υποβολής σε αυτό των δικαιολογητικών απόδοσης λογαριασμού της διαχείρισής τους. 4. Στις περιπτώσεις πληρωμής μη νόμιμων δαπανών καταλογίζεται: α) στα υπηρεσιακά όργανα που εκ δόλου ή βαρείας αμέλειας έχουν εκδώσει παράνομες διοικητικές πράξεις ή έχουν συμπράξει στη μη τήρηση των νόμιμων διαδικασιών πραγματοποιήσεως της δαπάνης και β) στους λαβόντες, εφόσον υπέχουν ευθύνη για τη μη τήρηση των ανωτέρω διαδικασιών. Στους λαβόντες καταλογίζεται και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής. 5. … 6. Επί μη νόμιμων πληρωμών, καταλογίζεται εις ολόκληρον και στους λαβόντες, τα ποσά δε που καταβάλλονται στο Δημόσιο από τον καταλογισθέντα υπόλογο βεβαιώνονται υπέρ αυτού, με αίτησή του, σε βάρος του λαβόντος και εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 7. … 8. … 9. … 10. … 11. … 12. Οι καταλογιζόμενοι κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού μπορούν να προσβάλουν την καταλογιστική πράξη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι` αυτό (…)». Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 2362/1995, ερμηνευόμενες σε συμφωνία προς τις διατάξεις των άρθρων 94, 95 και 98 του Συντάγματος για την δικαιοδοσία επί των διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αφενός, και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφετέρου, προκύπτει ότι στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές που γεννώνται από καταλογιστικές πράξεις, οι οποίες εκδίδονται σε βάρος δημοσίων υπολόγων, συνυπευθύνων και λαβόντων, σ τ ο  π λ α ί σ ι ο  του προβλεπομένου από το άρθρο 98 παρ. 1 εδάφ. γ` του Συντάγματος  ε λ έ γ χ ο υ    τ ω ν  λ ο γ α ρ ι α σ μ ώ ν  δ η μ ο σ ί ω ν  υ π ο λ ό γ ω ν  για την τακτοποίηση υπάρχοντος ελλείμματος. Εξ ετέρου, στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του ως άνω νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου (Ν. 2362/1995) και υπό τον τίτλο «Δοσοληψίες – Διαχείριση και έλεγχος κοινοτικών πόρων», συγκεκριμένα στο άρθρο 105 του εν λόγω νόμου, ορίζεται ότι «Οι διαχειριστές κοινοτικών πόρων θεωρούνται δημόσιοι υπόλογοι και υπόκεινται στις σχετικές διατάξεις περί δημοσίων υπολόγων του παρόντος νόμου». Στο ίδιο κεφάλαιο του Ν. 2362/1995 και δη στο άρθρο 102 αυτού, δε, ορίζεται ότι «Χρηματοδοτήσεις, ενισχύσεις ή επιδοτήσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και φορείς που καταβάλλονται στα πλαίσια κοινοτικών πολιτικών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναζητούνται από το Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως (…). Τα ποσά που αναζητούνται για την αιτία αυτή βεβαιώνονται ως έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού και εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά…». Πέραν τούτων, στο άρθρο 104 («Διαδικασία είσπραξης αχρεωστήτως καταβληθέντων») του Ν. 2362/1995 προβλέπεται ότι «Τα όργανα έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, ο τρόπος βεβαίωσης του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού και απόδοσης ή επιστροφής αυτού στους δικαιούχους, το έντοκο ή μη της επιστροφής του ποσού, το ποσοστό του επιτοκίου, η χρονική αφετηρία υπολογισμού των τόκων, η βάση υπολογισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εφόσον οι πληρωμές έγιναν σε συνάλλαγμα, οι απαιτούμενες διαδικασίες, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή για τα θέματα για τα οποία συντρέχει αρμοδιότητα και άλλων υπουργών, με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων καθ’ ύλην υπουργών». Στο σημείο αυτό, σημειωτέον ότι οι διατάξεις των άρθρων 1-108 και του άρθρου 110 του υπό συζήτηση Ν. 2362/1995 καταργήθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 177 του Ν. 4270/2014, σύμφωνα με το οποίο «Οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά στις καταργούμενες κατά τα ανωτέρω διατάξεις νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου (ενν. του Ν. 4270/2014). 2. Οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του παρόντος νόμου».Προσέτι, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 26 («Δημοσιονομικές διορθώσεις και αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων») του Ν. 3614/2007 («Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007-2013»), «1. Με την Υπουργική Απόφαση Συστήματος Διαχείρισης ή άλλη απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προσδιορίζονται οι προβλεπόμενες στα άρθρα 8 και 13 διαδικασίες επαλήθευσης και επιθεωρήσεων, τα αντίστοιχα όργανα, οι διαδικασίες έγκρισης των σχετικών εκθέσεων, οι διαδικασίες και προθεσμίες υποβολής αντιρρήσεων, οι διαδικασίες και τα όργανα έγκρισης των δημοσιονομικών διορθώσεων. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου». Επιπλέον, το άρθρο 8 («Επαληθεύσεις») του Ν. 3614/2007 θεσπίζει ότι «1. Αντικείμενο των επαληθεύσεων σύμφωνα με το άρθρο 60 (β) του Κανονισμού και το άρθρο 13 του Εφαρμοστικού Κανονισμού είναι η επιβεβαίωση της παράδοσης των συγχρηματοδοτούμενων προϊόντων και υπηρεσιών και της πραγματικής πραγματοποίησης των δαπανών που δηλώνουν οι δικαιούχοι για τις διάφορες πράξεις, καθώς και της συμμόρφωσής τους προς τους κοινοτικούς και τους εθνικούς κανόνες. Οι Επαληθεύσεις που πραγματοποιούνται καλύπτουν τις ενδεικνυόμενες διοικητικές, οικονομικές, τεχνικές και φυσικές πτυχές των πράξεων. Αντικείμενο των επαληθεύσεων είναι να βεβαιωθεί ότι: (α) η δηλωθείσα δαπάνη είναι πραγματική, (β) τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες έχουν παραδοθεί σύμφωνα με την απόφαση ένταξης, (γ) οι δηλώσεις δαπανών από τους δικαιούχους είναι ορθές, (δ) η πράξη και η δαπάνη είναι σύμφωνες με το εθνικό και κοινοτικό δίκαιο και (ε) τηρήθηκαν οι κατάλληλες διαδικασίες για την αποφυγή διπλής χρηματοδότησης της δαπάνης από άλλα κοινοτικά ή εθνικά χρηματοδοτικά μέσα ή από άλλη προγραμματική περίοδο. 2. Οι πραγματοποιούμενες Επαληθεύσεις αφορούν: (α) διοικητικές Επαληθεύσεις για κάθε δήλωση δαπανών που υποβάλλεται από τους δικαιούχους, κατά τις οποίες επιβεβαιώνονται τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 με τα κατάλληλα έγγραφα, (β) επιτόπιες Επαληθεύσεις επί μέρους πράξεων. 3. Η αρμόδια Διαχειριστική Αρχή ή ο ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης τηρεί αρχεία για τις Επαληθεύσεις που πραγματοποιούνται (…). 4. Η αρμόδια Διαχειριστική Αρχή ή ο ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης, στην περίπτωση διαπίστωσης παράβασης εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη φύση της παράβασης και τις δημοσιονομικές της επιπτώσεις, δύναται να προβεί σε ακύρωση μέρους ή του συνόλου της χρηματοδότησης της πράξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα, καταχωρώντας τις αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές στο ΟΠΣ και ενημερώνει σχετικά την αρχή πιστοποίησης. (…) 5. Η αρμόδια Διαχειριστική Αρχή ή ο ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης, εφόσον έχει σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη παραβάσεων εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, προβαίνει στη διενέργεια έκτακτης επιτόπιας επαλήθευσης, ενημερώνει την αρχή πιστοποίησης και όπου απαιτείται ζητά την αναστολή χρηματοδότησης της πράξης από την αρμόδια υπηρεσία. Εφόσον κατά την επιτόπια επαλήθευση διαπιστωθεί παράβαση Εθνικού ή Κοινοτικού Δικαίου εφαρμόζονται τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4». Επιπροσθέτως, το άρθρο 13 του αυτού νόμου (Ν. 3614/2007) προβλέπει ότι «2. (…) η Αρχή Πιστοποίησης: (α) (…), (β) πιστοποιεί ότι: (i) (…), (ii) οι δηλωθείσες δαπάνες συμμορφώνονται προς τους ισχύοντες κοινοτικούς και εθνικούς κανόνες και ότι διενεργήθηκαν για πράξεις που επελέγησαν για χρηματοδότηση σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο πρόγραμμα και πληρούν τους ισχύοντες κοινοτικούς και εθνικούς κανόνες, (γ) διασφαλίζει ότι έχει λάβει επαρκείς πληροφορίες από τη διαχειριστική αρχή σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόστηκαν και τις Επαληθεύσεις που πραγματοποιήθηκαν όσον αφορά τις δαπάνες που περιλαμβάνονται στις δηλώσεις δαπανών, (δ) συνυπολογίζει τα αποτελέσματα όλων των ελέγχων που διενεργήθηκαν υπό την ευθύνη της αρχής ελέγχου, (…)».Περαιτέρω, κατ’ επίκληση της προλεχθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 104 του Ν. 2362/1995, της προεκτεθείσης εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 26 του Ν. 3614/200, καθώς και του Ν.Δ. 356/1974 («Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» – «Κ.Ε.Δ.Ε.») εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 14053/ΕΥΣ 1743/27-03-2008 Υπουργική Απόφαση Συστήματος Διαχείρισης (ΦΕΚ 450/Β/27.03.2008). Σύμφωνα με το άρθρο 8 («Πεδίο εφαρμογής της απόφασης – Αρμόδια όργανα για την διενέργεια επαληθεύσεων/επιθεωρήσεων») αυτής, «1. Οι διαδικασίες δημοσιονομικής διορθώσεως και η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών (…) στο πλαίσιο των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2007-2013, εφαρμόζονται: (α) από την Αρχή Πιστοποίησης κατόπιν επιθεωρήσεων που διενεργούνται από την ίδια ή υπό την ευθύνη της (…), (β) από τις Διαχειριστικές Αρχές, τις Ενδιάμεσες Διαχειριστικές Αρχές, τους Ενδιάμεσους Φορείς Διαχείρισης των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, κατόπιν διοικητικής ή επιτόπιας επαλήθευσης που διενεργούν σε πράξεις των οποίων έχουν αναλάβει τη διαχείριση, οι οποίες καλύπτουν τις διοικητικές, οικονομικές, τεχνικές και φυσικές πτυχές των πράξεων αυτών, στο πλαίσιο Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2007-2013, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του ν. 3614/2007. 2. Οι διοικητικές ή επιτόπιες επαληθεύσεις που διενεργούν τα ανωτέρω όργανα αφορούν και τη διαπίστωση της τήρησης των δεσμεύσεων, που προβλέπονται στην απόφαση χρηματοδότησης/ένταξης πράξης ή στη σύμβαση που υπογράφει ο δικαιούχος με την αρμόδια αρχή, μετά την ολοκλήρωση της υλοποίησης της πράξης (…)». Κατά το άρθρο 9 («Διαπίστωση παρατυπίας κατά τη διενέργεια διοικητικής επαλήθευσης») της ιδίας Υπουργικής Απόφασης, δε, «1. Στην περίπτωση που, κατά τη διενέργεια διοικητικής επαλήθευσης (…) διαπιστώνεται παρατυπία για οποιαδήποτε αιτία, τα ποσά αυτά αφαιρούνται από τα συγχρηματοδοτούμενα ποσά του Επιχειρησιακού Προγράμματος που καταχωρούνται στο ΟΠΣ από την αρχή που ασκεί τα αντίστοιχα καθήκοντα διαχείρισης». Σύμφωνα με το άρθρο 10 («Σύνταξη έκθεσης επιτόπιας επαλήθευσης/επιθεώρησης») της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης, περαιτέρω, «1. Μετά την ολοκλήρωση της επιτόπιας επαλήθευσης/επιθεώρησης (…) συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα του άρθρου 8 της παρούσας (…) σχετική έκθεση επαλήθευσης/επιθεώρησης. Η έκθεση επαλήθευσης/επιθεώρησης περιλαμβάνει συμπεράσματα και τυχόν συστάσεις που θα βασίζονται σε σαφή και τεκμηριωμένη ανάλυση των προβλημάτων και των συνεπειών τους (…). 2. Στην περίπτωση που, κατά την επαλήθευση/επιθεώρηση, διαπιστώνεται παρατυπία, αυτή αναφέρεται στην έκθεση με κατάλληλη τεκμηρίωση και αναφορά των διατάξεων που παραβιάστηκαν και προτείνεται δημοσιονομική διόρθωση και κατά περίπτωση η ανάκτηση των ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα». Προσέτι, κατά το άρθρο 14 («Καθορισμός του ύψους της δημοσιονομικής διόρθωσης») της εν θέματι Υπουργικής Απόφασης, «2. (…) Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ποσό της προκληθείσας ζημίας και η εξ ολοκλήρου ακύρωση της παράτυπης δαπάνης θα ήταν δυσανάλογη, τα αρμόδια όργανα τα οποία έχουν αναλάβει αρμοδιότητες διαχείρισης επιχειρησιακού προγράμματος ή η Αρχή Πιστοποίησης επιβάλλουν δημοσιονομικές διορθώσεις κατ’ αποκοπή, υπολογίζοντας τη βαρύτητα της παράβασης που οδήγησε στη διαπιστωθείσα παρατυπία». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 15 («Ανάκτηση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών») της περί ης ο λόγος Υπουργικής Απόφασης, «3. Η απόφαση ανάκτηση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντος ποσού (…) είναι αμέσως εκτελεστή» και «4. (…) υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις».Εξ ετέρου, η υπ’ αριθ. πρωτ. 6252/246/31-03-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση και δη το άρθρο 3 («Ρόλος του ΟΑΕΔ – Δικαιούχοι των πράξεων») αυτής ορίζει ότι «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1262/1982 (ΦΕΚ 70/Α΄ /16.06.1982) “Για την παροχή κινήτρων ενίσχυσης της οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης της χώρας και τροποποίηση συναφών διατάξεων”, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 6 & 7 του ν. 1836/1989 (ΦΕΚ 79/Α/14.3.1989) και το άρθρο 6 του ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188/Α/20.8.1996), ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) υλοποιεί προγράμματα επιχορήγησης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών απασχόλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3614/2007, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), στο πλαίσιο του προγράμματος, ασκεί καθήκοντα Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης (ΕΦΔ). Για την πράξη αυτή δικαιούχοι είναι οι άνεργες γυναίκες που ανοίγουν νέα επιχείρηση». Κατά το άρθρο 5 («Διάρκεια και ποσό επιχορήγησης»), δε, της ιδίας ΚΥΑ, «Η πρώτη δόση, ύψους 6.000,00 ευρώ καταβάλλεται μετά την έκδοση της απόφασης υπαγωγής και τα υπόλοιπα 18.000,00 ευρώ σε τρεις (3) ισόποσες ετήσιες δόσεις των 6.000,00 ευρώ η κάθε μία, καταβαλλόμενη στο τέλος κάθε έτους από την υπαγωγή της και αφού έχει πραγματοποιηθεί τουλάχιστον ένας επιτόπιος έλεγχος κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, όπου και διαπιστώνεται η κανονική λειτουργία της επιχείρησης». Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 («Λεπτομέρειες υλοποίησης του προγράμματος»), της εδώ αναλυόμενης ΚΥΑ, «Η διαδικασία υπαγωγής των ΝΕΕ στο πρόγραμμα περιλαμβάνει τρία στάδια. (…) 3ο στάδιο: Ένταξη. Η ένταξη στο πρόγραμμα πραγματοποιείται ύστερα από τη θετική έγκριση του επιτόπιου ελέγχου (στο χώρο της επιχείρησης) από εκπρόσωπο του Οργανισμού. Ο πρώτος επιτόπιος έλεγχος πραγματοποιείται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία αξιολόγησης των επιχειρηματικών σχεδίων από την Τριμελή Επιτροπή (…). Συγκεκριμένα ελέγχονται τα κάτωθι: (…) 3.2. Εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας περασμένα στα επίσημα θεωρημένα από την αρμόδια ΔΟΥ βιβλία της επιχείρησής τους, αξίας ίσης με το ποσό που αναλογεί στην 1η δόση, όπως ορίζεται στο πρόγραμμα (6.000 €), που αφορούν σε δαπάνες (λειτουργικά έξοδα, δαπάνες παροχής υπηρεσιών, αποσβέσεις παγίων κ.λπ.). (…) 3.6. Να απασχολούνται αποκλειστικά στην επιχείρησή τους και να είναι ασφαλισμένες κατά κύριο λόγο στον Ασφαλιστικό Φορέα που υπάγεται η επιχείρηση». Επιπλέον, κατά το άρθρο 8 («Τεκμηρίωση λειτουργίας – παραστατικά») της εν θέματι ΚΥΑ, «3.1 Καταβολή 1ης δόσης Εφόσον η έκθεση του επιτόπιου ελέγχου είναι θετική, η ΝΕΕ καλείται να προσέλθει στην Υπηρεσία (…) και να προσκομίσει αίτηση πληρωμής της 1ης δόσης, (…) [και] βεβαίωση ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, όπου απαιτείται (…)», ενώ «3.2 Καταβολή επόμενων δόσεων Κατά το τριανταεξάμηνο (36 μήνες) διάστημα της επιχορήγησης η ΝΕΕ δεσμεύεται με τη λήξη κάθε έτους, από την ένταξή της στο πρόγραμμα (…), να προσκομίσει αίτηση στην οποία θα δηλώνει ότι η επιχείρησή της λειτουργεί κανονικά και ότι το σύνολο της δαπάνης του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος είναι τουλάχιστον ίσο με το ποσό της 2ης, της 3ης ή της 4ης δόσης που πρόκειται να εισπράξει, όπως αυτά εμφανίζονται σε εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας περασμένα στα επίσημα θεωρημένα από την αρμόδια ΔΟΥ βιβλία της επιχείρησής τους, τιμολόγιο και επικυρωμένα φωτοαντίγραφα του βιβλίου εσόδων – εξόδων του προηγούμενου έτους ή βεβαίωση καταβολής ΦΠΑ στη ΔΟΥ [και] βεβαίωση ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, όπου απαιτείται. Σύμφωνα με τις με αριθμ. ΔΙΑΔΠ/Α/10067/2007 και ΔΙΑΔΠ/Φ.Α.1.1/2407/26-01-2009 ΚΥΑ, τα παραπάνω δικαιολογητικά αναζητούνται αυτεπάγγελτα από την αρμόδια για την έκδοση της διοικητικής πράξης Υπηρεσία». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 («Διακοπή Επιχορήγησης») της υπό συζήτηση ΚΥΑ, «Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση όρου ή όρων ή προϋποθέσεων, μετά από οποιαδήποτε πληρωμή ποσού της επιχορήγησης στην ΝΕΕ, θα εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 29 του Ν. 1262/82, όπως συμπληρώθηκε από τα άρθρα 6 και 7 του Ν. 1836/89, και η επιχορήγηση θα διακόπτεται με επιστροφή του αναλογούντος ποσού». Κατά το άρθρο 11 («Ανάκληση Υπαγωγής στο Πρόγραμμα») της αυτής ΚΥΑ, δε, «Εάν μετά την ένταξη της ΝΕΕ στο πρόγραμμα, διαπιστωθεί ότι δεν τηρεί τους όρους ή τις προϋποθέσεις του, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας Απασχόλησης με απόφασή του θα ανακαλεί την υπαγωγή της επαγγελματία στο πρόγραμμα, ανεξάρτητα από το όργανο που την εξέδωσε». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 («Διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου του προγράμματος»), «Ο ΟΑΕΔ ασκεί τους προβλεπόμενους από το Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου των ΕΠ του ΕΣΠΑ ελέγχους στους δικαιούχους της πράξης του προγράμματος οποιαδήποτε χρονική στιγμή, προκειμένου να διαπιστωθεί η τήρηση των όρων του προγράμματος. Η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του ΕΠ “Διοικητικής Μεταρρύθμισης 2007-2013” διατηρεί το δικαίωμα να πραγματοποιεί ελέγχους στον ΟΑΕΔ, ως προς την τήρηση των καθηκόντων του, ως Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης. Έλεγχοι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους σχετικούς κανονισμούς και το Ν. 3614/07 διενεργούνται από την Αρχή Πιστοποίησης, την Αρχή Ελέγχου (ΕΔΕΛ), καθώς και τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε. Οι έλεγχοι του προγράμματος θα διενεργούνται από υπαλλήλους του ΟΑΕΔ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κοινή υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. 2/34255/0022/6-6-2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς και της με αριθμό 2854/1-7-2008 απόφασης του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ. Οι επιτόπιες επαληθεύσεις, καθώς και οι έλεγχοι, συνίστανται στην επαλήθευση της παράδοσης των συγχρηματοδοτούμενων υπηρεσιών και της πραγματοποίησης των δαπανών που δηλώνουν οι δικαιούχοι, σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ένταξης των πράξεων, του συμφώνου αποδοχής όρων της απόφασης ένταξης και της υπογραφείσας σύμβασης, καθώς και τη συμμόρφωση των εμπλεκόμενων φορέων με τους κοινοτικούς κανόνες καθ’ όλη την περίοδο υλοποίησης του προγράμματος, οι οποίοι βασίζονται στο εγκεκριμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, καθώς και την Υπουργική Απόφαση του Συστήματος με αριθ. πρωτ. 14053/ΕΥΣ 1749/27.03.2008 (ΦΕΚ 540/Β΄)».  Πέραν τούτων, το π.δ. 98/1996 («Όροι και διαδικασίες ανάθεσης σε ενδιάμεσους φορείς της εφαρμογής προγραμμάτων ή τμημάτων τους του Υπουργείου Ανάπτυξης, τα οποία αναφέρονται στους τομείς βιομηχανίας, ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας και αφορούν έργα του ιδιωτικού τομέα, καθώς και της διαχείρισης των αντίστοιχων πόρων», ΦΕΚ Α` 77) προβλέπει, στα άρθρα 2 έως 8 αυτού, ότι με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης δύναται να ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994, ή σε νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που αποκαλούνται «ενδιάμεσοι φορείς», η εφαρμογή προγραμμάτων ή τμημάτων τους, που αναφέρονται στους τομείς βιομηχανίας, ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας και αφορούν έργα του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η διαχείριση των αντιστοίχων πόρων, μετά από πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος και γνώμη αρμοδίας επιτροπής. Στο άρθρο 9 του εν λόγω π.δ., εξάλλου, ορίζεται ότι «1. Ο ενδιάμεσος φορέας διαχειρίζεται τους εθνικούς και Κοινοτικούς πόρους που διατίθενται για την εφαρμογή του ανατεθέντος προγράμματος ή τμήματός του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η διαχείριση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους των σχετικών προγραμμάτων ή των τμημάτων τους. 2. Η διαχείριση των παραπάνω πόρων γίνεται υπό την άμεση εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης κατά τρόπο εξασφαλίζοντα τη διαφάνειά της. Η εποπτεία συνίσταται σε έλεγχο νομιμότητας των δαπανών, εξετάζεται δε ιδίως εάν αυτές προβλέπονται από το οικείο πρόγραμμα ή τμήμα του σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος. Ο ενδιάμεσος φορέας υποχρεούται να θέτει υπόψη των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης όλα τα στοιχεία της διαχείρισης. Οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης προκαταβολών και τμηματικών καταβολών, καθώς και τα όργανα και η διαδικασία ελέγχου της διαχείρισης των καταβαλλομένων στον ενδιάμεσο φορέα ποσών γίνονται σύμφωνα με τις αποφάσεις των άρθρων 7 παρ. 4γ του Ν. 2244/1994, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2308/95, και 4 παρ. 3 του Ν. 1960/1991». Προσέτι, στο άρθρο 11 του π.δ. 98/1996 ρυθμίζονται τα ζητήματα καταβολής των δαπανών στους δικαιούχους και ελέγχου αυτών ως εξής: «1. Οι δαπάνες των έργων που καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του ορίζονται στον προϋπολογισμό του έργου και στη σύμβαση του άρθρου 10 παρ. 6 (ήτοι την σύμβαση μεταξύ ενδιαμέσου φορέα και του ενδιαφερομένου του οποίου η πρόταση εγκρίθηκε). Οι δαπάνες αυτές καταβάλλονται στους δικαιούχους από τον ενδιάμεσο φορέα κατά το μέρος που καλύπτονται σύμφωνα με το πρόγραμμα ή το τμήμα του από τους κοινοτικούς ή και εθνικούς πόρους. Η καταβολή της δαπάνης γίνεται αφού ο ενδιάμεσος φορέας προβεί σε έλεγχο της καλής εκτέλεσης του έργου από το δικαιούχο και διαπιστώνει την εκτέλεσή του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. 2. Για το σύνολο των δαπανών του έργου, ο δικαιούχος τηρεί βιβλία και στοιχεία, που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως ισχύει. Όλα τα δικαιολογητικά και παραστατικά στοιχεία των δαπανών κάθε έργου τηρούνται από τους δικαιούχους σε ειδική μερίδα καθ` όλη τη διάρκεια του έργου και στη συνέχεια για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης και τίθενται στη διάθεση του ενδιάμεσου φορέα ή του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλων αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου ή των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Στο άρθρο 12 του υπό συζήτηση π.δ/τος, εξάλλου, καθορίζονται αναλυτικώς οι υποχρεώσεις του ενδιάμεσου φορέα ως ακολούθως: «1. Ο ενδιάμεσος φορέας υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, ανά εξάμηνο από την υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης, έκθεση διαχείρισης των διατεθέντων πόρων που συνοδεύεται για κάθε πληρωμή από τη βεβαίωση της καλής εκτέλεσης του χρηματοδοτούμενου έργου σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. 2. Αν από ελέγχους του ενδιάμεσου φορέα ή του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλων αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου ή των οργάνων των Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώνεται ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του και έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 102 έως και 105 του Ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α` 247). 3. …».Περαιτέρω, δυνάμει του π.δ. 98/1996 και επί τη βάσει της καθιερούμενης από αυτό δυνατότητας ανάθεσης της εφαρμογής προγραμμάτων ή τμημάτων τους και της διαχείρισης των αντιστοίχων πόρων σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα υπό την ιδιότητα αυτών ως «ενδιάμεσων φορέων», εκδόθηκαν η υπ’ αριθ. 53672/4775/17.07.2008 Υπουργική Απόφαση που αφορά στην «Εκχώρηση αρμοδιοτήτων διαχείρισης για πράξεις του Επιχειρησιακού Προγράμματος “Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού” στον “Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού”», όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 9.12276/οικ.6.1615/15.07.2009 απόφαση (ΦΕΚ 1501 Β), καθώς και η υπ’ αριθ. 09723/οικ.6,1415/14-05-2010 Υπουργική Απόφαση Εκχώρησης Αρμοδιοτήτων Διαχείρισης για πράξεις του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εθνικό Αποθεματικό Απροβλέπτων» στον Ο.Α.Ε.Δ.

Εκ των ως άνω διατάξεων του π.δ. 98/1996, του Ν. 2362/1995, του Ν. 3614/2007, της υπ’ αριθ. 14053/ΕΥΣ 1743/27-03-2008 Υπουργικής Απόφασης Συστήματος Διαχείρισης, της υπ’ αριθ. πρωτ. 6252/246/31-03-2010 ΚΥΑ, της υπ’ αριθ. 53672/4775/17.07.2008 Υπουργικής Απόφασης, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 9.12276/οικ.6.1615/15.07.2009 απόφαση, της υπ’ αριθ. 09723/οικ.6,1415/14-05-2010 Υπουργικής Απόφασης και της σύνολης νομοθεσίας στην οποία παραπέμπουν τα προρρηθέντα κείμενα, προκύπτει ότι διαχειριστής των διατιθεμένων εθνικών και κοινοτικών πόρων και υπόλογος έναντι του Δημοσίου για την σύννομη διαχείριση αυτών είναι ο ενδιάμεσος φορέας. Αντιθέτως, δεν μπορεί, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, να θεωρηθεί ως διαχειριστής των διατιθεμένων εθνικών ή κοινοτικών πόρων και δημόσιος υπόλογος ο επιχειρηματικός φορέας που είναι ο τελικός δικαιούχος των προαναφερθέντων προγραμμάτων και τούτο διότι ο εν λόγω τελικός δικαιούχος δεν διαχειρίζεται τα εισπραττόμενα ποσά ως εθνικά ή κοινοτικά κονδύλια, αλλά προβαίνει, βάσει του επιχειρηματικού του σχεδιασμού, σε διάθεση αυτών ως μέρος, πλέον των ιδίων οικονομικών μέσων αυτού στο πλαίσιο ασκήσεως της ενισχυόμενης οικονομικής δράσεώς του, οι δε πρόσθετοι όροι – υπό τους οποίους τίθενται στην διάθεσή του τα εθνικά και κοινοτικά κονδύλια προς ενίσχυση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και τους οποίους αποδέχεται προκειμένου να επιτύχει την απόληψη τούτων- δεν είναι ικανοί καθ` εαυτοί να προσδώσουν στον τελικό δικαιούχο την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου. Ως εκ τούτου, εάν κατά την διενέργεια ελέγχου είτε από τον ενδιάμεσο φορέα και το εποπτεύον Υπουργείο Ανάπτυξης είτε από άλλα αρμόδια όργανα του Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως διαπιστωθεί ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο τελικός δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του και έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως και, κατ’ ακολουθίαν, χωρήσει σε βάρος του καταλογισμός, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 104 του ν. 2362/1995 και τις κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις  δ ε ν  α π ο τ ε λ ο ύ ν  π ρ ά ξ ε ι ς   ε λ έ γ χ ο υ   λ ο γ α ρ ι α σ μ ώ ν   δ η μ ο σ ί ο υ   υ π ο λ ό γ ο υ    κ α ι   δ ε ν   α ν ή κ ο υ ν   σ τ η   δ ι κ α ι ο δ ο σ ί α   τ ο υ   Ε λ ε γ κ τ ι κ ο ύ  Σ υ ν ε δ ρ ί ο υ, το οποίο κατά το άρθρο 98 παρ. 1 εδάφ. γ` του Συντάγματος έχει ειδική δικαιοδοσία επί διαφορών που γεννώνται από καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος δημοσίων υπολόγων, ενδεχομένως δε και κατά συνυπευθύνων και λαβόντων, στο πλαίσιο όμως και μόνο του προβλεπομένου από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη ελέγχου των λογαριασμών των  δ η μ ο σ ί   ω ν   υ π ο λ ό γ ω ν. Οι πράξεις αυτές, ως εκτελεστές πράξεις διοικητικών αρχών, υπόκεινται κατά το Σύνταγμα σε προσβολή με   α ί τ η σ η   α κ υ ρ ώ σ ε ω ς  ε ν ώ π ι ο ν  τ ο υ  Σ υ μ β ο υ λ ί ο υ  τ η ς  Ε π ι κ ρ α τ ε ί α ς, καθόσον στον νόμο δεν προβλέπεται κατ’ αυτών άλλο ένδικο βοήθημα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων [Βλ. σχετικώς ΣτΕ(Ολομ) 3002/2010, σύμφωνα με την οποία «από τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 98/1996 και της υπ’ αριθμ. 17956/623/Φ.1.3/27.6.1996 κοινής υπουργικής αποφάσεως, καθώς και τη νομοθεσία, στην οποία αυτές παραπέμπουν, προκύπτει ότι (…) διαχειριστής των διατιθεμένων εθνικών και κοινοτικών πόρων και υπόλογος έναντι του Δημοσίου για την σύννομη διαχείριση αυτών είναι ο ενδιάμεσος φορέας (…). Αντιθέτως, δεν μπορεί, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, να θεωρηθεί ως διαχειριστής των διατιθεμένων εθνικών ή κοινοτικών πόρων και δημόσιος υπόλογος ο επιχειρηματικός φορέας που είναι ο τελικός δικαιούχος των προαναφερθέντων προγραμμάτων και τούτο διότι ο εν λόγω τελικός δικαιούχος δεν διαχειρίζεται τα εισπραττόμενα ποσά ως εθνικά ή κοινοτικά κονδύλια, αλλά προβαίνει, βάσει του επιχειρηματικού του σχεδιασμού, σε διάθεση αυτών (…), οι δε πρόσθετοι όροι – υπό τους οποίους τίθενται στην διάθεσή του τα εθνικά και κοινοτικά κονδύλια προς ενίσχυση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και τους οποίους αποδέχεται προκειμένου να επιτύχει την απόληψη τούτων – δεν είναι ικανοί καθ’ εαυτοί να προσδώσουν στον τελικό δικαιούχο την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου. Ως εκ τούτου, εάν κατά την διενέργεια ελέγχου είτε από τον ενδιάμεσο φορέα και το εποπτεύον Υπουργείο Ανάπτυξης είτε από άλλα αρμόδια όργανα του Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως διαπιστωθεί ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο τελικός δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του και έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως και, κατ’ ακολουθίαν, χωρήσει σε βάρος του καταλογισμός, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 104 του ν. 2362/1995 και τις κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις δεν αποτελούν πράξεις ελέγχου λογαριασμών δημοσίου υπολόγου και δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο κατά το άρθρο 98 παρ. 1 εδάφ. γ` του Συντάγματος έχει ειδική δικαιοδοσία επί διαφορών που γεννώνται από καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος δημοσίων υπολόγων, ενδεχομένως δε και κατά συνυπευθύνων και λαβόντων, στο πλαίσιο όμως και μόνο του προβλεπομένου από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη ελέγχου των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων. Οι πράξεις αυτές, ως εκτελεστές πράξεις διοικητικών αρχών, υπόκεινται κατά το Σύνταγμα σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (…)». Βλ., επίσης, ΣτΕ 3434/2008, που παρέπεμψε την εφ’ ης έκρινε υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η ανωτέρω μνημονευθείσα ΣτΕ(Ολομ) 3002/2010. Κατά την απόφαση αυτή, ήτοι τη ΣτΕ 3434/2008, «(…) ούτε με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση ούτε, εξ άλλου, με τις διατάξεις του ν. 2362/1995 υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου όλες εν γένει οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την αναζήτηση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών κοινοτικών επιχορηγήσεων, κατά διεύρυνση της κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί διοικητικών διαφορών, αφού, εξ άλλου, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 4 της υπ’ αριθμ. 2007892/461/1998 ΚΥΑ «η πράξη καταλογισμού υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις». (…) [Σ]την περίπτωση που η αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή κοινοτικών πόρων διαπιστωθεί εκτός των πλαισίων δημοσιονομικού ελέγχου, κατά τον έλεγχο των επιχορηγηθεισών με κοινοτικούς πόρους επιχειρήσεων (τελικών δικαιούχων), οι καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται – βάσει της παρεχομένης από το άρθρο 102 του ν. 2362/1995 αρμοδιότητος – σε βάρος των ως άνω τελικών δικαιούχων, που αρνούνται να επιστρέψουν οικειοθελώς τα αχρεωστήτως ληφθέντα ποσά, συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η αμφισβήτηση των οποίων γεννά κατ’ αρχήν ακυρωτικές διαφορές υπαγόμενες κατ’ άρθρο 95 του Συντάγματος και 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8) στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκτός εάν έχουν υπαχθεί με ειδική διάταξη νόμου στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 656/2007, 1196/2006, 2630/2005, 3081-99/1997 πρβλ. επίσης 1369/2008 7μ., 656/2007, 226/2006, 156/2004, 208/2002, 2575/2001, 959, 3142/2000, 4269/1999, 3081-99/1997)». Βλ., ακόμη, ΣτΕ 495/2011, σύμφωνα με την οποία «εάν κατά την διενέργεια σχετικού ελέγχου διαπιστωθεί ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο τελικός δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα, τα δε αντίστοιχα ποσά των επιχορηγήσεων έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως και, κατ΄ ακολουθίαν, χωρήσει εις βάρος του δικαιούχου καταλογισμός, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 104 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) και τις κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις δεν αποτελούν πράξεις ελέγχου λογαριασμών δημοσίου υπολόγου και δεν ανήκουν στην δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το άρθρο 98 παρ.1 εδ.γ΄ του Συντάγματος, αλλά ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις υπόκεινται, εφ` όσον στο νόμο δεν ορίζεται άλλως, σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 3002/2010 Ολομ.)». Τέλος, βλ. ΣτΕ 2897/2014, κατά την οποία «η δε (…) τελική δικαιούχος των επίμαχων επιδοτήσεων, δεν μπορεί πάντως να θεωρηθεί δημόσιος υπόλογος διότι δεν διαχειρίζεται τα εισπραττόμενα ποσά ως εθνικά η κοινοτικά κονδύλια, και συνεπώς η σχετική καταλογιστική πράξη δεν αποτελεί πράξη ελέγχου λογαριασμού δημοσίου υπολόγου, ανήκουσα στην δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (πρβλ. ΣτΕ 3002/2010 Ολομ.)»].

Ανδρέας Ματσακάς

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί