Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής

Έννοια νομής

Κατά την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.[1]

Το ζήτημα που γεννάται με την άσκηση νομής πάνω σε ακίνητα του Δημοσίου έγκειται στο ότι επί έκτακτης χρησικτησίας είναι εφικτή και η άσκηση επιλήψιμης νομής (κατά το άρθρο 984),[2] αλλά ειδικά για τα ακίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο αυτή η δυνατότητα περιορίζεται μόνο σε όσα η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915.[3]   1. Στα δημόσια κτήματα, εκείνα, δηλαδή, που, ανεξάρτητα από τη μορφή τους, ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ” άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα, με καλή πίστη, για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, που έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-2015, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο της όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.[4]

Για τα ακίνητα που ανήκουν ή τα διεκδικεί το Ελληνικό Δημόσιο ως ανήκοντα σε αυτό δεν μπορεί να προβληθεί η κτήση της κυριότητας με χρησικτησία και συνεπώς δεν μπορεί  ένας ιδιώτης να ισχυριστεί οτι απέκτησε την κυριότητα ενός ακινήτου το οποίο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Σημαντική ρωγμή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων επέφερε η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, με την οποία επαναφέρεται ο θεσμός της κτήσης κυριότητας με ανεπίληπτη νομή του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας στα αστικά ακίνητα στο νομέα του ακινήτου εφόσον

  • νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (19.3.2003)για δέκα (10) έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (όχι χαριστική) που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1946 ή εναλλακτικά
  • νέμεται χωρίς τίτλο αδιαταράκτως το ακίνητο για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών το οποίο έχει συμπληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (19-3-2003). Ως διατάραξη της νομής θεωρείται κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
  • κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε καλή πίστηκατά την έννοια του άρθρου 1042 ΑΚ, δηλαδή όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Αν, αντίθετα, γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή το αγνοεί από βαριά αμέλεια, δεν υπάρχει καλή πίστη. Για την ύπαρξη της καλής πίστεως είναι αδιάφορο αν η πεποίθηση του νομέα για την κτήση της κυριότητος οφείλεται σε πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή σε πλάνη ως προς το δίκαιο. Η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης (έναρξης) της νομής ενώ η μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Ο κύριος του ακινήτου δεν απαιτείται να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής ούτε να αποδείξει την καλή πίστη του κατά την έναρξη της νομής αλλά αντίθετα το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής
  • το ακίνητο έχει εμβαδόν μέχρι 2000 τ.μ. βρίσκεται σε σχέδιο πόλης, ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων. Για ακίνητο με έκταση μεγαλύτερη από 2000 τ.μ. οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που στο οικόπεδο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμηση.

Την χρησικτησία κατά του Ελληνικού Δημοσίου έχει αποδεχτεί και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την 348/2004 γνωμοδότηση με την οποία απαντώνται ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 3127/2004.

Μεταβίβαση νομής στους κληρονόμους του νομέα

Σύμφωνα με το άρθρο 983 ΑΚ «Η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα». Στις περιπτώσεις που ο κληρονομούμενος είναι νομέας και ασκούσε τη νομή επί του ακινήτου μέχρι το θάνατό του, η νομή μεθίσταται στον κληρονόμο αυτοδικαίως (ακόμη και στο κυοφορούμενο), χωρίς να απαιτείται απόκτηση της φυσικής εξουσίας στα πράγματα. Έτσι ο κληρονόμος αποκτά μόνο πλασματική νομή. Ο νόμος προσδίδει στον κληρονόμο την ιδιότητα του νομέα με όλες τις συνακόλουθες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, μεταβιβάζοντας σ’ αυτόν τη νομική κατάσταση και θέση που είχε ο κληρονομούμενος ως προς το πράγμα (π.χ. ανεπίλεπτη, επιλήψιμη νομή κ.λ.π)[5]

Ενεργητική νομιμοποίηση

Στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ο αιτών είναι εκείνος που αποβλήθηκε παράνομα από τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ως κύριος και έχει αξίωση απόδοσης της νομής από τον επιλήψιμο νομέα (ΑΚ 987 επ.) ή κείνος που διαταράχτηκε παράνομα από τη νομή και έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Ειδικότερα, ο αιτών δύναται να είναι: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ικανό να είναι νομέας, β) ο νομέας μέρους πράγματος, γ) ο συννομέας, δ) ο επιλήψιμος νομέας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 988, 990 και 992 ΑΚ, ε) ο κληρονόμος, ο ειδικός διάδοχος, στ) ο κάτοχος, ζ) ο οιονεί κάτοχος και ο συγκάτοχος κατά τρίτων, η) ο κληρονόμος του κατόχου, και θ) ο δανειστής του νομέα σύμφωνα με το άρθρο 72 ΚΠολΔ.[6]

Χριστίνα Ρήγα, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βασίλης Αντ, Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, σελ. 499, 526.

[2] Ίδιο, σελ. 499.

[3] Ίδιο, σελ. 510.

[4] ΑΠ 590/2019

[5] Ίδιο, σελ. 202.

[6] Παπαδόπουλος Κ. Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου, σελ. 131.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί