Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μπορεί να θεμελιωθεί τοπική αρμοδιότητα και κατ’ επέκταση και διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την παροχή άδειας αποποίησης κληρονομιάς στους γονείς Έλληνα ανηλίκου, ακόμη και αν ο ανήλικος διαμένει με τους γονείς του σε κράτος-μέλος της Ε.Ε.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, κατά τις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών διατάξεις. Αρκεί συνεπώς για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας να συντρέχει κατά τόπον αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου (αρχή της εδαφικότητας), ανεξάρτητα αν αυτή στηρίζεται σε γενική (22-26) ή ειδική (27- 40) βάση.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 741 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όταν δεν ρυθμίζεται άλλως, προσδιορίζεται με βάση τη lex fori και ειδικότερα με βάση το άρθρο 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 782-866 ΚΠολΔ ή άλλων συναφών ρυθμίσεων, που καθορίζουν κατά υπόθεση το αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο. Η διεθνής δικαιοδοσία προσδιορίζεται κατά τρόπο αποκλειστικό με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, χωρίς να είναι δυνατή η παράλληλη εφαρμογή άλλων συνδέσμων, λ.χ. των άρθρων 22-40 ΚΠολΔ που ρυθμίζουν άλλως τη δωσιδικία των διαφορών (Βλ. ΕφΑΘ 3839/1983 Αρμ 1983, 981, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II, 2000, Εισαγ. 739-866, αριθ. 17, σελ. 1461).

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 740 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, καταρχήν, εφόσον η διεθνής δικαιοδοσία προσδιορίζεται κατά το αυτόνομο εσωτερικό δίκαιο, αποκλείεται η θεμελίωση ή ο αποκλεισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων με μόνη τη βούληση των ενδιαφερομένων (ΠΠρΑΘ 407/1995 ΛΕΕ 1995, 622, ΕιρΑΘ 996/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμέας/Κονδύλης/ Νικάς, ΕρμΚΠολΔ, ό.π., σελ. 1462, Μητσόπουλος 163). Ωστόσο, η αρχή της εδαφικότητας μπορεί να παραμερισθεί δυνάμει διεθνών συμβάσεων, όπως τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 28 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι διεθνείς συμβάσεις υπερισχύουν όταν περιλαμβάνουν διαφορετική ρύθμιση έναντι των κοινών νόμων, όχι όμως και έναντι των συνταγματικών διατάξεων (ΑΠ Ολ 29/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις εφαρμόζονται εφόσον δεν συντρέχει διμερής ή πολυμερής σύμβαση ή Κανονισμός (ΕΕ), που καθορίζει διαφορετικά τη διεθνή δικαιοδοσία. Στην τελευταία αυτή κατηγορία ανήκει και ο Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (Βλ. σχετ. Κεραμέα/ Κονδύλη/ Νίκα ό.π., αριθ. 18, σελ. 1461), ο οποίος υπερισχύει έναντι των διατάξεων του ελληνικού δικονομικού δικαίου (Βλ. ΠΠρΑΘ 283/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σημείωση Απόστολου Άνθιμου στην απόφαση ΜΠρΘεσ 14083/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 15-2/2017 ΔΕΚ C- 499/2015) αλλά και κάθε αντίθετης σ’ αυτόν διάταξης, αφού το εσωτερικό δίκαιο υποχωρεί έναντι του ενωσιακού δικαίου, το οποίο υπερισχύει.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 1 στοιχείο Β’ και παράγραφος 2 στοιχ. β’, γ’ και ε’ του εν λόγω Κανονισμού (ΕΚ) 2201 /2003, συνάγε­ται ότι ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφο­ρούν, μεταξύ άλλων, και στην ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γο­νικής μέριμνας, ιδίως την επιτροπεία, την κηδεμονία και ανάλογους θεσμούς, το διορισμό και τα καθήκοντα προ­σώπων ή οργανώσεων στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου ή η διοίκηση της περιουσίας του παιδιού, η εκπροσώπησή του ή η φροντίδα του, τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διοίκηση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας του. Και ναι μεν οι διαφορές σχετικά με την κληρονομική δια­δοχή αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονι­σμού Βρυξέλλες ΙΙα, η αίτηση ωστόσο αποποιήσεως κλη­ρονομιάς δεν συνιστά διαφορά σχετική με την κληρονομική διαδοχή κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο στ’, του Κανονισμού αυτού και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρ­μοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσε­ων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευ­ρωπαϊκού κληρονομητηρίου, διότι με το άρθρο 1, παρά­γραφος 2, στοιχείο β’, του εν λόγω Κανονισμού τα θέμα­τα νομικής ικανότητας των φυσικών προσώπων αποκλεί­ονται από το πεδίο εφαρμογής του.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Κανονισμού 2201/2003, ο όρος «γονική μέριμνα» περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία, όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού, ενώ κατά το άρθρο 2 παράγραφος 8 του εν λόγω Κανονισμού, ο όρος «δικαιούχος γονικής μέριμνας» προσδιορίζει κάθε πρόσωπο που έχει τη γονική μέριμνα παιδιού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 1 του ίδιου Κανονισμού, τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 12 παράγραφος 3 του ως άνω Κανονισμού, τα δικαστήρια κράτους μέλους είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον: α) το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι ένας εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος ή το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους και β) η αρμοδιότητα [διεθνής δικαιοδοσία] των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη της διαδικασίας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και η αρμοδιότητα [διεθνής δικαιοδοσία] είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Ως ενδιαφερόμενο μέρη, πέραν από τους μετέχοντες δικαιούχους της γονικής μέριμνας, νοούνται και τρίτα πρόσωπα, εφόσον νομιμοποιούνται κατά τη lex fori ως διάδικοι στη σχετική διαδικασία (Βλ. Κράνης σε Αρβανιτάκη – Βασιλακάκη, Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 κατ’ άρθρο ερμηνεία, σελ. 148-149, ιδίως σημείωση 28). Κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίον πρέπει να συντρέχει αποδοχή της παρέκτασης είναι η ημερομηνία που επιλήφθηκε το δικαστήριο, δηλαδή ο χρόνος της κατάθεσης του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, όπως ορίζει το άρθρο 16 του Κανονισμού.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω Κανονισμού εμπίπτει και η αίτηση γονέων ασκούντων την επιμέλεια του προσώπου ανηλίκου για παροχή δικαστικής άδειας αποποίησης της επαχθείσας σε αυτό κληρονομιάς, εφόσον η άδεια προβλέπεται από το άρθρο 1625 περ. 1 ΑΚ, που εφαρμόζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ και στην περίπτωση της διαχείρισης της περιουσίας του ανηλίκου από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, και ως εκ τούτου συνιστά μέτρο προστασίας του ανηλίκου τέκνου κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφο, 1 στοιχ. β’ και 2 στοιχείο ε’ του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα αφού με το μέτρο αυτό προστατεύετε το ανήλικο από την απόκτηση περιουσίας που ενδέχεται να βαρύνεται με χρέη.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, καταρχάς αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους-μέλους στο οποίο κατοικεί ο γονέας ή οι ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα παρέκτασης κατ’ άρθρο 12 παρ. 3, οπότε αρμόδια μπορούν να καταστούν και τα δικαστήρια του κράτους-μέλους της ιθαγένειας του ανηλίκου, εφόσον η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας κατά την ημερομηνία μου επελήφθη το δικαστήριο και η αρμοδιότητα είναι προς το συμφέρον του παιδιού, η οποία κρίνετε κατά περίπτωση, κρινόμενης της διεθνούς δικαιοδοσίας αποκλειστικά και μόνο βάσει του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, ενόψει του ότι ο εν λόγω Κανονισμός αποτελεί ενωσιακό δίκαιο και έχει άμεση και καθολική ισχύ στα κράτη μέλη και ως εκ τούτου ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να τον εφαρμόζει, όπως ακριβώς το εθνικό δίκαιο  (Βλ.. ΠΠρΠειρ 1052/2016 1 αδημ.), ενώ  o ΚΠολΔ  απλά αποτελεί τυπικό νόμο, οπότε ο τελευταίος ισχύει μόνο στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα κανόνας που προκύπτει άμεσα από το άρθρο 28 του ελληνικού Συντάγματος. Και ναι μεν οι διαφορές σχετικά με την κληρονομική διαδοχή αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, η αίτηση ωστόσο αποποίησης κληρονομιάς δεν συνιστά διαφορά σχετική με την κληρονομική διαδοχή κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο στ’, του Κανονισμού αυτού και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στο πεδίο φαρμογης του Κανονισμού 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημοσίων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, διότι με το άρθρο 1, παράγραφος 2 στοιχείο β, του εν λόγω Κανονισμού τα θέματα νομικής ικανότητας των φυσικών Προσώπων αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω μπορεί να θεμελιωθεί τοπική αρμοδιότητα και κατ’ επέκταση και διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την παροχή άδειας αποποίησης κληρονομιάς στους γονείς Έλληνα ανηλίκου, ακόμη και αν ο ανήλικος διαμένει με τους γονείς του σε κράτος-μέλος της Ε.Ε., εφόσον η αίτηση κατατέθηκε ανεπιφύλακτα από αυτούς ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου και η κατ’ αυτόν τον τρόπο θεμελιούμενη αρμοδιότητα εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου, ιδίως όταν έτσι διευκολύνεται η συλλογή αποδείξεων ή η υπό ενέργεια πράξη της αποποίησης, ώστε να παρέχεται η κατά το δυνατόν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προστασία δικαίου. Τούτο άλλωστε θα μπορούσε να γίνει δεκτό και υπό το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 740 επ. ΚΠολΔ και της ελαστικότητας που χαρακτηρίζει την εφαρμοζόμενη στην παραπάνω περίπτωση διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, υπό την έννοια ότι σε αυτήν τη διαδικασία οι σχετικές διατάξεις έχουν απλώς καθοδηγητικό χαρακτήρα για το δικαστή, αφού κρίσιμο είναι το στοιχείο της δικαστικής αντίληψης ή πρόνοιας, οπότε σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ανάγκη αντίληψης ή πρόνοιας Έλληνα πολίτη μη κατοικούντος στην Ελλάδα (όπως στην προαναφερθείσα περίπτωση αίτησης παροχής άδειας σε γονείς Έλληνα ανηλίκου που δεν κατοικούν στην Ελλάδα για αποποίηση κληρονομικού  δικαιώματος εκ του θανάτου Έλληνα πολίτη) που προσφεύγει ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων, χωρίς να θίγονται δικαιώματα τρίτων (αλλοδαπών ή μη κατοίκων Ελλάδας), να μπορούσε να θεμελιωθεί διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων με κριτήριο την ιθαγένεια ή και άλλους συνδέσμους τοπικής αρμοδιότητας, πλην της κατοικίας του ανηλίκου (βλ. σχετ. και άρθρο 780 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 1661/2005 ΕλΔτκ 2006, 282, ΜΠρΘεσ 13908/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, Γ. Μητσόπουλος ΠολΔικ 1972 τ.α. σελ. 156, Π. ΑρΒανιτάκης σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα ΕρμΚΠολΔ αρθ. 740 σημ. 6, Κλάμαρη σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο ΕρμΑΚ τομο; X Ειααγ. 1956 – 1966, Απαλαγάκη ΕρμΚΠολΔ υπ’ αρθ. 740).

Με γνώμονα τα παραπάνω, ότι δηλαδή η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν είναι σταθερή, αλλά με την ελαστικότητα που τη διακρίνει προσαρμόζεται στις εκάστοτε περιστάσεις, και ενόψει του ότι στην εν λόγω διαδικασία δεν απαντάται, τουλάχιστον όχι καταρχήν, η οξύτητα στη σύγκρουση των εμπλεκόμενων συμφερόντων, η οποία ιδιαίτερα διακρίνει τις διαγνωστικές διαδικασίες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, γι’ αυτό καταρχήν δεν υφίσταται ανάγκη για το νομοθετικό καθορισμό περιπτώσεων αποκλειστικής τοπικής αρμοδιότητας, ως μέσων για την προνομιακή ικανοποίηση συμφερόντων παρά μόνον εξαιρετικά οπότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι και εκείνες ακόμη οι διατάξεις, οι οποίες για ειδικές υποθέσεις καθορίζουν το τοπικά αρμόδιο δικαστήριο (όπως λ.χ. η διάταξη του άρθρου 797 ΚΠολΔ), δεν καθορίζουν κατά κανόνα αποκλειστική αρμοδιότητα αλλά απλώς και μόνο έχουν καθοδηγητικό χαρακτήρα για το δικαστή.

Συνακόλουθα, τοπική αρμοδιότητα στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας θα πρέπει κάθε φορά να έχει εκείνο το δικαστήριο που, εξαιτίας των τοπικών συνθηκών, είναι σε θέση να χορηγήσει τη ζητούμενη δικαστική προστασία, δηλαδή να διατάξει τα ζητούμενα διαπλαστικά ή διαπιστωτικά ρυθμιστικά μέτρα κατά τρόπο ταχύτερο, αποτελεσματικότερο και οικονομικότερο, εκτός αν κατ’ εξαίρεση συντρέχει ισχυρότερο δημόσιο ή άλλο ιδιωτικό συμφέρον που να δικαιολογούν διαφορετική ρύθμιση (ΜΠρεΘεσ 13908/2011 ο.π., Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ τόμος Δ`, 1996, σελ.406).

Επομένως, τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία παρουσιάζει κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας, όταν δικαιολογείται έννομο συμφέρον για την εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης από το υλικά αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση. Άλλωστε η προϋπόθεση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου που δικάζει είναι απλά και μόνο μια ειδικότερη μορφή εξειδίκευσης της έννοιας του γενικότερου έννομου συμφέροντος, ως προϋπόθεση για την παροχή ένδικης προστασίας. Στην περίπτωση ειδικότερα αποποίησης κληρονομίας για λογαριασμό ανηλίκου, το δημόσιο συμφέρον ταυτίζεται με αυτό του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού που κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Συντάγματος. Στο πλαίσιο της εξέτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας, το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, αλλά αποκλειστικώς το συμφέρον του παιδιού από την άποψη της διεθνούς δικαιοδοσίας, ήτοι το δικονομικό του συμφέρον όσον αφορά το ζήτημα ποιάς χώρας τα δικαστήρια είναι σε θέση να κρίνουν καλύτερα τη σχετική υπόθεση. Ως εκ τούτου, απλώς και μόνο με την κατάθεση της οικείας αίτησης γνωστοποιείται στο δικαστήριο και στους λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία ότι οι αιτούντες επιθυμούν να επιληφθεί της υπόθεσης το δικαστήριο αυτό. Βεβαίως, ένα δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί υπόθεσης αν δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία προς τούτο. Επομένως, μολονότι η βούληση να εκδοθεί απόφαση επί ζητήματος που ετέθη ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ασφαλώς και δεν συνιστά αφ’ εαυτή ρητή αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου, υποδηλώνει πάντως ανεπιφύλακτα την εν λόγω αποδοχή. Αμφιβολίες ενδέχεται να προκληθούν, ωστόσο, από το ότι στον τίτλο του άρθρου 12 του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα δεν αναφέρεται ο όρος «αποδοχή», αλλά χρησιμοποιείται ο όρος «παρέκταση». Αντί ο νομοθέτης να επαναλάβει τον όρο «παρέκταση» που χρησιμοποιείται στον τίτλο, στην εξειδίκευση του ζητήματος στις συγκεκριμένες παραγράφους του άρθρου 12 του Κανονισμού, χρησιμοποιεί τον όρο «αποδοχή». Η αποδοχή, ωστόσο, έχει περισσότερο παθητικό χαρακτήρα. Δεν απαιτεί την ύπαρξη πρόθεσης να επηρεαστεί η διεθνής δικαιοδοσία και να δημιουργηθεί νέα δικαιοδοσία, ήτοι να απονεμηθεί διεθνής δικαιοδοσία στα δικαστήρια κράτους μέλους που δεν θα είχαν άλλως διεθνή δικαιοδοσία. Αν αρκεί η αποδοχή και δεν απαιτείται παρέκταση υπό τη στενή της έννοια που ενέχει πρόθεση καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας, το κριτήριο καθίσταται λιγότερο περιοριστικό. Αυτό συμβαίνει επειδή η αποδοχή δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο που είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση της εν λόγω διεθνούς δικαιοδοσίας απαιτείται ταυτόχρονα και η ύπαρξη στενής σχέσης του παιδιού με το κράτος μέλος του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης, η οποία αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο που εγγυάται την ύπαρξη κάποιου αντικειμενικού δεσμού μεταξύ της δίκης και του εν λόγω κράτους. Μόνο τα δικαστήρια κρατών μελών, με τα οποία το παιδί έχει στενή σχέση, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο σ’, του Κανονισμού, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της αποδοχής βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο β’, του Κανονισμού, η οποία ως εκ τούτου μπορεί να αφορά περιορισμένο μόνο αριθμό κρατών μελών, δηλαδή μόνο εκείνα με τα οποία υπάρχει στενή σχέση εν πάση περιπτώσει. Κατόπιν των ανωτέρω, σε περίπτωση που δικαιούχος γονικής μέριμνας καταθέτει αίτηση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, απλώς και μόνο η κατάθεση της αίτησης συνεπάγεται την εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο β’, του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 748 παρ. 2 και 750 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης με σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών της περιφέρειας του δικαστηρίου, ο οποίος δικαιούται να παρίσταται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και ενώπιον του ειρηνοδικείου. Ο εισαγγελέας πρωτοδικών είναι αυτοδικαίως εκ του νόμου διάδικος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας και έχει δικαίωμα να ενεργεί κάθε διαδικαστική πράξη, όπως ενδεικτικά να ασκεί ένδικα μέσα, ανεξαρτήτως αν κλητεύθηκε ή όχι στη συζήτηση και ανεξαρτήτως αν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση (ΕφΑΘ 3834/2011 ΕλλΔνη 2011,1067, Μ. Μαργαρίτης – Μαργαρίτη ΕρμΚΠολΔ άρθ. 750 αριθ. 1). Ο εισαγγελέας ενεργεί ως εκπρόσωπος του κράτους προασπιζόμενος το δημόσιο συμφέρον, δεν αποτελεί όμως «ενδιαφερόμενο» μέρος της διαδικασίας με την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 3, του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, διότι τούτος δεν έχει ίδιο έννομο συμφέρον αλλά ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της κύριας δίκης για τη χορήγηση άδειας αποποίησης κληρονομιάς για λογαριασμό ανηλίκου, ο εισαγγελέας έχει αποστολή σιωπηρού (παθητικού) παρατηρητή και προστάτη, που διαθέτει δικαίωμα ενημέρωσης και την εξουσία να ασκεί τα δικονομικά δικαιώματα διαδίκου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη του χαρακτήρα της αποστολής του εισαγγελέα και του δικαιώματος του να παρεμβαίνει αναλόγως εφόσον επιθυμεί και να αναταχθεί στην εκ μέρους των γονέων επιλογή των ελληνικών δικαστηρίων, η εκ μέρους του σιωπηρή συναίνεση πρέπει να θεωρηθεί επαρκής για να συναχθεί από αυτήν ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας, στο βαθμό που αυτός έχει όντως λάβει την αρχική κοινοποίηση σχετικά με την αίτηση των γονέων [Για τα παραπάνω: Βλ. προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Evgeni Tanchev της 6ης Δεκεμβρίου 2017 στην υπόθεση C-565/16 Allesandro Saponaro – Καλλιόπη-Χλόη Ξυλινά επί αιτήσεως του Ειρηνοδικείου Λέρου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (Ειρ Καλλιθέας 29/2020, ΕιρΞάνθ 139/2018, ΕιρΛέρου 22/2016, άπασες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)].

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί