Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Διαφορά επισημείωσης δικαστικού επιμελητή και έκθεσης επίδοσης ως προς τον ακριβή χρόνο της επίδοσης – Ποιά υπερισχύει (βλ. ΑΠ 736/2017, ΕφΑΔ 2018, 68)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 του ΚΠολΔ, «όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση».

Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, η ύπαρξη της οποίας καθώς και το περιεχόμενό της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 εδάφ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 124/2013, 831/2008). Η παράλειψη δε της σημείωσης αυτής μπορεί να καταστήσει άκυρη την επίδοση με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, όπως συμβαίνει, όταν η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας πλάνης στον παραλήπτη για το χρόνο έναρξης προθεσμίας διαδικαστικής πράξης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση νόμιμης διαδικαστικής ενέργειας.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί