Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαστικά έξοδα επί υποθέσεων πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρο 63Β Ν. 2121/1993)

Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 63Β του Ν. 2121/1993, όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3  του Ν. 3524/2007 (ΦΕΚ Α΄ 15/26.1.2007), «Στις υποθέσεις του παρόντος νόμου τα εν γένει δικαστικά έξοδα και τέλη περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και κάθε άλλη συναφή δαπάνη, όπως τα έξοδα των μαρτύρων, τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων, τις αμοιβές των πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και τις δαπάνες για την ανακάλυψη των προσβολέων, στις οποίες ευλόγως υποβλήθηκε ο νικήσας διάδικος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 173 επ. του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 14 της Οδηγίας 2004/48)».

Όπως παρατηρείται στη θεωρία[1], το ανωτέρω άρθρο ενσωματώνει στο εθνικό μας δίκαιο τις προβλέψεις του άρθρου 14 της Οδηγίας 2004/48 και συνάδει με την αρχή της ήττας που ισχύει στην πολιτική δικονομία, σύμφωνα με την οποία ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα αναγκαία έξοδα όλης της δίκης. Η διάταξη διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής των σχετικών με τη δικαστική δαπάνη διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβάνοντας στα δικαστικά έξοδα και κάθε άλλη σχετική δαπάνη, τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων, τις αμοιβές των πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων των διαδίκων που ενδεχομένως κλήθηκαν, για παράδειγμα, να διαπιστώσουν την αυθεντικότητα πρωτοτύπου σε σχέση με ευρεθέντα κλεψίτυπα αντίτυπα, και κάθε δαπάνη αναγκαία για την ανακάλυψη των προσβολέων. Έτσι, εμπίπτουν στη ρύθμιση του ως άνω άρθρου τα δικαστικά έξοδα σχετικά με διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας που κινήθηκε στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας ζητήθηκαν η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, στο πλαίσιο διαφοράς που αφορούσε στην τήρηση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας[2]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ενθαρρύνονται οι δικαιούχοι στη δικαστική επιδίωξη των νόμιμων συμφερόντων τους, καθώς υφίσταται η δυνατότητα να επιβαρυνθεί ο ηττηθείς διάδικος με το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού κόστους. Υπό το πρίσμα της ειδικής αυτής διάταξης, δε θα είναι σύμφωνη η επιδίκαση μη πλήρους ή τυπικής δικαστικής δαπάνης, όπως προβλέπεται κατ’ αρχήν στις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ.

Έτσι, κατ’ εφαρμογή των οριζόμενων στην ανωτέρω διάταξη, η υπ’ αριθμ. 1808/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών[3] έκρινε ότι «…τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63Β Ν. 2121/1993… Από τα προσκομιζόμενα δε αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η ενάγουσα δαπάνησε 930 ευρώ ως αμοιβή του δικαστικού επιμελητή … για διενέργεια της απογραφής των απομιμητικών κοσμημάτων στο κατάστημα του εναγόμενου, το ποσό των 270 ευρώ για την αγορά ενός εκ των απομιμητικών κοσμημάτων μετά την κοινοποίηση στον εναγόμενο της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που του απαγόρευε τη διάθεση αυτών, το ποσό των 503 ευρώ ως αμοιβή του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή για τη διενέργεια της συντηρητικής κατάσχεσης που διατάχθηκε με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, το ποσό των 1.698 ευρώ που κατέβαλε ως προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής της πληρεξούσιας δικηγόρου της και το ποσό των 7.544 ευρώ για το δικαστικό ένσημο και συνολικά 10.945 ευρώ, τα οποία πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας των διαδίκων στη δίκη (ΚΠολΔ 178), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό». Συναφής και η υπ’ αριθμ. 9313/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέλαβε τα ακόλουθα αναφορικά με το ορισμένο του αιτήματος εφαρμογής της υπό κρίσιν διάταξης[4]: «…το αίτημα να υποχρεωθούν οι καθ’ ων στην πληρωμή δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63Β Ν. 2121/1993… πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο (ως αόριστο), αφού η αιτούσα δεν επισυνάπτει στην δικογραφία κατάλογο των πραγματοποιηθέντων εξόδων που περιγράφονται στην εν λόγω διάταξη και δεν προσδιορίζει ειδικότερα, κατ’ είδος και ποσό, τα επιμέρους κονδύλια που απαρτίζουν τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ευλόγως για την ανακάλυψη των προσβολέων, μη πράττοντας αυτό ούτε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 190§2 ΚΠολΔ, και συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 191§2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο στην περίπτωση τυχόν επιδίκασης τέτοιων εξόδων θα προβεί στον προσδιορισμό τους με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας και τις γνωστές σ’ αυτό δικαστικές και εξώδικες ενέργειες (βλ. σχ. ΑΠ 1584/97 ΕλλΔνη 39.1284)».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Ε. Βαγενά σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), Νόμος για την Πνευματική Ιδιοκτησία, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Αρθρογραφία-Βιβλιογραφία-Νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 1053.

[2] Βλ. Α. Φ. Μάνθο, Πνευματική Ιδιοκτησία, Διαγράμματα – Ερμηνευτικά σχόλια – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 451, με παραπομπή σε ΔΕΕ (πρώην ΔΕΚ), C-406/09, §50.

[3] Βλ. ΠΠΑ 1808/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. ΜΠΑ 9313/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί