Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαστική αναγνώριση τέκνου

Κατά το άρθρο 1479 § 1 εδ. 1 και 2 ΑΚ, η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με  αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο του.

Το κατά την  έννοια της διατάξεως αυτής δικαίωμα της μητέρας να ασκήσει αγωγή και να  ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου. Η μητέρα δεν ασκεί την αγωγή ως αντιπρόσωπος του τέκνου της ή ως μη δικαιούχος διάδικος, αλλ” εξ ιδίου δικαίου. Η νομική αυτή παραδοχή  επιβεβαιώνεται από τη γραμματική διατύπωση (ΑΚ 1479 § 1 εδ. 2 «το ίδιο  δικαίωμα έχει και το τέκνο») και επιπροσθέτως και από το άρθρο 1483 ΑΚ, κατά  τους ορισμούς του οποίου τα δύο όμοια, πλην αυτοτελή, με ανεξάρτητους φορείς, δικαιώματα της μητέρας και του τέκνου υπόκεινται σε διάφορη αποσβεστική προθεσμία. Η αυτοτέλεια του δικαιώματος της μητέρας από εκείνο του τέκνου έχει ως δικονομική συνέπεια ότι η απόφαση που εκδίδεται μετά από αγωγή της μητέρας κατά του πατέρα δεν παράγει, αφού γίνει αμετάκλητη (ΚΠολΔ 618), δεδικασμένο για το τέκνο, το οποίο δύναται, και μετά από μία απορριπτική τέτοια απόφαση, να εγείρει και εκείνο αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητας  του κατά του πατέρα του, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 618 εδ. 2 ΚΠολΔ,  κατά την διατύπωση της οποίας «Το δεδικασμένο δεν ισχύει για τον τρίτο που  δεν έλαβε μέρος στην δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του σχέση γονέα  και τέκνου ή γονική μέριμνα». Τέτοιος τρίτος, ο οποίος δεν έχει λάβει μέρος στην δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του τη σχέση τέκνου προς τον  πατέρα του είναι ακριβώς το τέκνο στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητας του έχει ασκηθεί από την μητέρα του. Το τέκνο,  επομένως, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απορριπτικής αποφάσεως που  εκδίδεται εις εκείνη τη δίκη και μπορεί να ζητήσει και το ίδιο από τον πατέρα  του την αναγνώριση της πατρότητας με μεταγενέστερη αγωγή, η οποία μπορεί να  ασκηθεί είτε από το ίδιο αυτοπροσώπως, μετά την ενηλικίωση του (ΑΚ 1483 § 1  εδ. 2), είτε και πάλι από την μητέρα του, πριν από την ενηλικίωση του, πλην όμως ως νόμιμη αυτού αντιπρόσωπος, ως ασκούσα τη γονική του μέριμνα (ΑΚ 1515  § 1 εδ. α”, ΚΠολΔ 64 § 1). Γενικότερα η έκδοση από τον τρίτο, που δεν δεσμεύεται  από το δεδικασμένο της προηγούμενης αποφάσεως, νέας αποφάσεως για την ύπαρξη  σχέσεως γονέως ή τέκνου ή γονικής μέριμνας, καταλύει την προγενέστερη απόφαση, η οποία τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη εκδόσεως μελλοντικώς,  άλλης, διαφόρου περιεχομένου, αποφάσεως. Καλύπτεται από το δεδικασμένο το  τέκνο, που είχε προσεπικληθεί ως αναγκαίος ομόδικος στην δίκη της μητέρας  του, κατά την έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους (ΚΠολΔ 76 § 1 εδ. 1 περ. γ”, 86).  Αναγκαστική ομοδικία κατά την έννοια ότι οι ομόδικοι μόνο από κοινού δύνανται  να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν (ΚΠολΔ 76 § 1 εδ. 1 περ. α) προβλέπεται στις  περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 619 § 3 ΚΠολΔ, στις οποίες δεν  περιλαμβάνεται και η αγωγή δικαστικής αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου που  γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, από τις οποίες διακρίνεται, και  διαστέλλεται στα άρθρα 614 § 1, 618 και 620 ΚΠολΔ. Η εν λόγω αγωγή διέπεται αποκλειστικά ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση από το άρθρο 1479 § 1 ΑΚ και  ως προς την παθητική από το άρθρο 1480 ΑΚ («Η αγωγή της μητέρας ασκείται κατά  του πατέρα ή των κληρονόμων του. Η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα  που δεν έχει προβεί στη αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των  κληρονόμων του. Η αγωγή του πατέρα ή των γονέων του ασκείται κατά της μητέρας  ή των κληρονόμων της»).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1481, 1482 ΑΚ συνάγεται ευθέως ότι ο ΑΚ μοναδικό κριτήριο της τεκμαιρόμενης πατρότητας αναγνωρίζει την ύπαρξη σαρκικής συνάφειας με  τη μητέρα του τέκνου (ΑΠ 14/2004 ΝοΒ 2005.52) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της  σύλληψης, που κατ” άρθρο 1468 θεωρείται εκείνο που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή  και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό (ΑΠ 1813/2005 ΕλλΔνη 206.822). Αρκεί  μάλιστα και μία μόνον σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται  να προσδιοριστεί η συγκεκριμένη ημέρα για το ορισμένο της οικείας αγωγής της μητέρας (ΑΠ 1813/2005 όπ. παρ. ΑΠ 1071/1995 ΕλλΔνη 1996.1604). Ανατροπή δε του άνω τεκμηρίου της πατρότητας επέρχεται αν από τις αποδείξεις προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες, οι οποίες θεωρείται ότι υπάρχουν μόνον όταν η πιθανότητα αυτή (της πατρότητας) είναι, σύμφωνα με τα πορίσματα των ιατρικών εξετάσεων, αλλά και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, μικρότερη από την πιθανότητα να είναι κάποιος άλλος πατέρας (έτσι Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικδικ II, σελ. 90- 106, Γεωργιάδης Σταθόπουλος, Αστ Κωδ., 2007, υπ” άρθρο 1482 αρ. 11, όπως και όταν η μητέρα είχε σαρκικές επαφές με περισσότερους άνδρες, χωρίς όμως αυτό και μόνον το γεγονός να είναι αρκετό από μόνο του για την ανατροπή του τεκμηρίου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του ΑΚ, όπως αυτές τώρα ισχύουν, προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος  και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο,  έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το  ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα  εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματα του δεν  αρκούν για τη διατροφή του. Εξάλλου, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 1479  και 1484 του ΑΚ, αντίστοιχη κοινή υποχρέωση διατροφής του χωρίς γάμο  γεννηθέντος τέκνου τους έχουν, υπό τους αυτούς όρους, η μητέρα και ο  εκουσίως ή δικαστικώς αναγνωρισθείς ως φυσικός του πατέρας. Σε όλες τις ως  άνω περιπτώσεις, το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και  περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευση του έξοδα.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλλουν  ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτηρήσεως και  εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με  την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (ΑΠ 823/2000 ΕλλΔνη 41.1597). Για να  καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ” αρχήν τα  εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται  οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεως του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Εκείνος από τους γονείς που έχει την επιμέλεια του  ανηλίκου μπορεί να συνυπολογίσει ο,τιδήποτε συνδέεται με την πραγματική  διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι  αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωση  του για τη διατροφή του τέκνου. Αν το ανήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφή στραφεί μόνον κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά  των δύο γονέων του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας να επικαλεστεί, κατ” ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με  τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος  της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη  με βάση αυτήν υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (βλ. ΑΠ 884/2003, ΕλλΔνη  45.117). Εξάλλου, επί αγωγής διατροφής ανηλίκου, στρεφόμενης κατά του γονέα  του, αρκεί, για τη νομική θεμελίωση της, να διαλαμβάνει τη συγγένεια του  ενάγοντος ανηλίκου προς τον εναγόμενο, την αδυναμία του να αυτοδιατραφεί  και το απαιτούμενο για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του συνολικό  χρηματικό ποσό, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο  με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του  ενάγοντος ανηλίκου δικαιούχου κονδύλιο (βλ. ΑΠ 67/1999 ΕλλΔνη 40.592).

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί