Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαστική αναπροσαρμογή της συμβατικά οφειλόμενης παροχής λόγω απρόοπτης ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου, η οποία έλαβε χώρα μετά τη σύναψη της σύμβασης (ΑΚ 388)

Κατά το άρθρο ΑΚ 388 «1. Αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν υστέρα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη. 2. Αν αποφασιστεί η λύση της σύμβασης, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων παροχής που πηγάζουν απ” αυτήν και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό».

Κατά το άρθρο αυτό, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στο συμβαλλόμενο σε αμφοτεροβαρή σύμβαση οφειλέτη το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την «αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει» ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης -εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί- είναι οι εξής: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους, που ήσαν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη -λαμβανομένης υπόψη και της αντιπαροχής- να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Το διαπλαστικό αυτό δικαίωμα του οφειλέτη για «αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει», ή, με άλλα λόγια, για την κατά την κρίση του δικαστηρίου αναθεώρηση / αναπροσαρμογή της στο προσήκον μέτρο, μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση, η οποία προβάλλεται για να αποκρουστεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης. Για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο σχετικός αγωγικός ή ανταγωγικός ή κατ’ ένσταση προβαλλόμενος ισχυρισμός του οφειλέτη, πρέπει -κατ’ άρθρο 216 § 1, 118 αριθμ. 4 και 262 § 1 του ΚΠολΔ- η αγωγή του ή ανταγωγή του ή ένστασή του να έχει πλήρη, σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, περιέχουσα όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο ΑΚ 388 και διαλαμβάνουσα με ακρίβεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση, με την επιπρόσθετη σαφή μνεία ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, άλλως η αγωγή ή ανταγωγή ή ένσταση θα απορριφθεί ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.

Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα φυσικά, πολιτικά ή κοινωνικοοικονομικά γεγονότα, εξαιτίας των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, έτσι ώστε αφενός μεν ο οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται έκτακτη και δυσανάλογα υπερμεγέθη ζημία, πολύ μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη συνήθη οικονομική επιβάρυνση που θα υφίστατο αν η σύμβαση εξελισσόταν ομαλά, αφετέρου δε ο αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του οφειλέτη.

Γενικής φύσεως, τυχαία περιστατικά, που είναι όμως και συνήθη, όπως λ.χ. η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση ή μείωση της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης ή μείωσης της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κ.λπ., ούτε έκτακτα θεωρούνται, ούτε και απρόβλεπτα.

Αντίθετα, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών που μπορεί να θεμελιώσει το διαπλαστικό δικαίωμα αναπροσαρμογής αποτελεί η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του υπόψη άρθρου δεν αρκεί αφ’ εαυτής η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών κ.λπ.

Αν η οφειλόμενη παροχή δεν απορρέει από αμφοτεροβαρή σύμβαση, αλλά από ετεροβαρή ή οποιαδήποτε άλλη δικαιοπραξία ή πηγάζει ευθέως από το νόμο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου ΑΚ 388, τότε ο οφειλέτης της παροχής μπορεί, επικαλούμενος τη γενικότερη διάταξη του άρθρου ΑΚ 288, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» και η οποία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, για την οποία δεν προβλέπεται ad hoc άλλη ανάλογη ειδική προστασία, να ζητήσει με αγωγή του την αναπροσαρμογή της οφειλόμενης παροχής, εφόσον -εννοείται- συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα να περιορίσει (ή και να αυξήσει υπέρ του δανειστή, αν η καλή πίστη το επιβάλλει) την οφειλόμενη παροχή, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωσή της κρίνεται ως αντίθετη προς την συναλλακτική καλή πίστη, ήτοι την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, κρινόμενες επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και κατά τις κρατούσες στον οικείο συναλλακτικό κύκλο αντιλήψεις. Έτσι, παραδείγματος χάριν, ο μισθωτής (ή ο εκμισθωτής) έχει τη δυνατότητα να ζητήσει, κατά το άρθρο ΑΚ 288, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας μεταγενέστερων -απρόβλεπτων ή και προβλέψιμων- περιστάσεων, επήλθε μείωση (ή αύξηση) της μισθωτικής αξίας του μισθίου τόσο ουσιώδης, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή (ή του μισθωτή) στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την ισορροπία και καλή πίστη που έχει διαταραχθεί. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στο μισθωτή, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και με τη μείωση του μισθώματος περιορίζεται η ζημία του, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση κατά την οποία, λόγω ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος. Μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου ΑΚ 288, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων κ.λπ., της σχετικής δικαστικής κρίσης εξαρτώμενης κάθε φορά από τις εκάστοτε συγκεκριμένες και ειδικές πραγματικές συνθήκες, τη συνδρομή των οποίων οφείλει -για την πληρότητα της σχετικής αγωγής- να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων.

(Βλ. συναφώς ΟλΑΠ 3/2014, ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 983/2018, ΑΠ 850/2018, ΑΠ 778/2018, ΑΠ 568/2018, ΑΠ 155/2018, ΕΦΑΘ 694/2018, ΕΦΘΕΣΣ 658/2018, ΜΠΡΑΘ 682/2018, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 1556/2014, ΑΠ 1731/2013, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 1487/2005).

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί