Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαίωμα στην ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή – Περιορισμοί – Μη παροχή του δικαιώματος στον άγαμο μοναχικό άνδρα

Βασιζόμενος σε δύο ισχυρά ερείσματα, ήτοι το Σύνταγμα, στο άρθρο 5 § 1 του οποίου κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του Οβίδεο του 1997 για «τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική», που κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 2619/1998,[1] ο Έλληνας νομοθέτης προχώρησε στην εκπόνηση του Ν. 3089/2002, με τον οποίο θεσπίστηκε η δυνατότητα της ιατρικής υποβοήθησης στην ανθρώπινη αναπαραγωγή μέσω παρένθετης μητέρας, εν συνεχεία δε και των νόμων 3305/2005 (περί εφαρμογής της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής) και 4274/2014, που ρύθμισαν ειδικότερα τη σχετική ακολουθούμενη διαδικασία.

Στο δικαίωμα απόκτησης απογόνων δια του ανωτέρω τρόπου τίθενται, βέβαια, ορισμένοι περιορισμοί, όπως σαφώς προκύπτει από τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 1455 ΑΚ, «Η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή (τεχνητή γονιμοποίηση) επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπίζεται η αδυναμία απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η υποβοήθηση αυτή επιτρέπεται μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου. Η ανθρώπινη αναπαραγωγή με τη μέθοδο της κλωνοποίησης απαγορεύεται. Επιλογή του φύλου του τέκνου δεν είναι επιτρεπτή, εκτός αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο.». Προσέτι, κατά το άρθρο 1456 ΑΚ, «Κάθε ιατρική πράξη που αποβλέπει στην υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής, σύμφωνα με τους όρους του προηγούμενου άρθρου, διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Αν η υποβοήθηση αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης, του άνδρα με τον οποίο συζεί παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η συναίνεση ανακαλείται με τον ίδιο τύπο μέχρι τη μεταφορά των γαμετών ή των γονιμοποιημένων ωαρίων στο γυναικείο σώμα. Με την επιφύλαξη του άρθρου 1457, η συναίνεση θεωρείται ότι ανακλήθηκε, αν ένα από τα πρόσωπα που είχαν συναινέσει πέθανε πριν από τη μεταφορά.». Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 1457 ΑΚ, «Η τεχνητή γονιμοποίηση μετά το θάνατο του συζύγου ή του άνδρα με τον οποίο η γυναίκα συζούσε σε ελεύθερη ένωση επιτρέπεται με δικαστική άδεια μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α. Ο σύζυγος ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας να έπασχε από ασθένεια που συνδέεται με πιθανό κίνδυνο στειρότητας ή να υπήρχε κίνδυνος θανάτου του. β. Ο σύζυγος ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας να είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και στη μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Η τεχνητή γονιμοποίηση διενεργείται μετά την πάροδο έξι μηνών και πριν από τη συμπλήρωση διετίας από το θάνατο του άνδρα.». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1458 ΑΚ, η παρένθετη μητρότητα, δηλαδή «Η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ιδίαν, και η κυοφορία από αυτήν[,] επιτρέπεται με δικαστική άδεια που παρέχεται πριν από τη μεταφορά, εφόσον υπάρχει έγγραφη και χωρίς αντάλλαγμα συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της, αν αυτή είναι έγγαμη. Η δικαστική άδεια παρέχεται ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτή είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει και ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι, εν όψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία. Ως εμφαίνεται, στη μόλις εκτεθείσα διάταξη επαναλαμβάνεται ο όρος της ιατρικής αναγκαιότητας, που απαιτείται και κατά το προλεχθέν άρθρο 1455 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο όγδοο του Ν. 3089/2002 (ΦΕΚ Α 327/23.12.2002), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 4272/2014  (ΦΕΚ Α 145/11.7.2014), «Τα άρθρα 1458 και 1464 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που η αιτούσα ή εκείνη που θα κυοφορήσει το τέκνο έχει την κατοικία της ή την προσωρινή διαμονή της στην Ελλάδα.». Σημειωτέον, στην ίδια συνάφεια, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ. β΄ του Ν. 3305/2005, «Απαγορεύεται η κλωνοποίηση για αναπαραγωγικούς σκοπούς, η δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων και η επιλογή φύλου, εκτός αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο. Τέλος, κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου (Ν. 3305/2005), «1. Οι μέθοδοι Ι.Υ.Α. εφαρμόζονται σε ενήλικα πρόσωπα μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου. Σε περίπτωση που το υποβοηθούμενο πρόσωπο είναι γυναίκα, ως ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής νοείται το πεντηκοστό έτος. Η εφαρμογή τους σε ανήλικα πρόσωπα επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση λόγω σοβαρού νοσήματος που επισύρει κίνδυνο στειρότητας, για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα τεκνοποίησης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι όροι του άρθρου 7. 2. Πριν από την υποβολή σε μεθόδους Ι.Υ.Α. διενεργείται υποχρεωτικώς έλεγχος ιδίως για τους ιούς της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV1, HIV2), ηπατίτιδα Β και C και σύφιλη. 3. Αν τα πρόσωπα που μετέχουν στην εφαρμογή των μεθόδων Ι.Υ.Α. είναι οροθετικοί για τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας, απαιτείται, για την υποβολή σε μεθόδους Ι.Υ.Α., ειδική άδεια από την Εθνική Αρχή Ι.Υ.Α. (Αρχή) του άρθρου 19.

Εξ ετέρου, δέον όπως αναφερθεί, συναφώς, ότι στο νέο δίκαιο της συγγένειας, μετά τον Ν. 3089/2002, η συγγένεια του τέκνου με τη μητέρα ιδρύεται επί τη βάσει δύο κριτηρίων: Το ένα έγκειται στο γεγονός του τοκετού, σύμφωνα με το άρθρο 1463 εδ. α΄ ΑΚ, όπου ορίζεται ότι «Η συγγένεια του προσώπου με τη μητέρα του και τους συγγενείς της συνάγεται από τη γέννηση.». Το άλλο (ενν. κριτήριο) συνίσταται στο βουλητικό ή κοινωνικοσυναισθηματικό στοιχείο, σύμφωνα με το άρθρο 1464 παρ. 1 ΑΚ, όπου προβλέπεται ότι «Σε περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης, αν η κυοφορία έγινε από άλλη γυναίκα, υπό τους όρους του άρθρου 1458, μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική δικαστική άδεια.».[2] Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί έκφραση της αρχής της «κοινωνικοσυναισθηματικής συγγένειας», συνακόλουθα δε και της αρχής της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού. Αναφορικά με τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του τέκνου, εξ άλλου, το άρθρο 7 του Ν. 3089/2002 ορίζει ότι πρέπει να προσκομίζεται στο ληξιαρχείο και η δικαστική άδεια που δόθηκε στην τεκμαιρόμενη μητέρα, ώστε να εγγράφεται αυτή ως μητέρα του παιδιού.[3]

Πέραν τούτων, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα των σχετικών με την ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή διατάξεων του ΑΚ και των λοιπών νομοθετημάτων που αφορούν στη σχετική διαδικασία και τις οικείες προϋποθέσεις, το περί ου ο λόγος δικαίωμα δεν παρέχεται στον άγαμο μοναχικό άνδρα. Τούτο διαλαμβάνεται στην απόφαση ΠΠρΘεσ 8641/2017,[4] που διευκρινίζει, επιπροσθέτως, ότι ο αποκλεισμός του προλεχθέντος από την εν θέματι ρύθμιση συνιστά ρητή νομοθετική επιλογή, το μεν υποκινούμενη από τη διαφορετικότητα της φύσης των δύο φύλων, το δε ερειδόμενη στις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο θέσπισής της, κρατούσες κοινωνικές και λοιπές συνθήκες. Ο νομοθέτης, δηλαδή, έχοντας πλήρη επίγνωση της ύπαρξης και αυτής της περίπτωσης (ενν. του άγαμου μοναχικού άνδρα), την έθεσε συνειδητά εκτός του ρυθμιστικού πεδίου του δικαίου. Συνεπώς, κατά την άποψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, δεν πρόκειται για νομοθετικό κενό· το ίδιο (ενν. το δικαστήριο), δε, αδυνατεί να προβεί σε έλεγχο των επιλογών του εθνικού νομοθέτη ή του ουσιαστικού περιεχομένου τους, αφού δύναται να προβεί μόνο σε έλεγχο των ορίων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η περίπτωση του άγαμου μοναχικού άνδρα δεν ήταν γνωστή στον νομοθέτη κατά τον χρόνο θέσπισης του Ν. 3089/2002, αφενός διότι πρόκειται περί ενός σχετικά πρόσφατου νομοθετήματος και αφετέρου διότι ο νομοθέτης ενέμεινε στη θέση του περί μη παροχής του υπό συζήτηση δικαιώματος στον άγαμο μοναχικό άνδρα και μεταγενεστέρως και δη κατά τη θέσπιση των νόμων 3305/2005 και 4274/2014. Σε κάθε περίπτωση, εξ άλλου, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι πρόκειται περί ακούσιου πρωτογενούς ή, έστω, δευτερογενούς  κενού, δηλαδή περί περιπτώσεως η οποία, είτε υπήρχε είτε όχι κατά τον χρόνο θέσπισης του κανόνα δικαίου, απαιτούσε ρύθμιση και, μολαταύτα, αφέθηκε αρρύθμιστη από τον νομοθέτη, η πλήρωση του εν λόγω κενού θα έπρεπε να γίνει με αναλογία. Εν προκειμένω, όμως, δεν υφίσταται ομοιότητα μεταξύ της ρυθμισμένης περίπτωσης και της αρρύθμιστης τοιαύτης, δοθέντος ότι είναι φύσει αδύνατο να κυοφορήσει ο άνδρας και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ιατρική αδυναμία κυοφορίας στην περίπτωσή του, ώστε να επιτραπεί η τεκνοποίηση με τη μεσολάβηση κυοφόρου-παρένθετης μητέρας. Άλλως ειπείν, μόνο η γυναίκα κυοφορεί και τίκτει, συνεπώς δε αυτή μόνο μπορεί να εμφανίζει σχετική ιατρική αδυναμία, ώστε να επιτρέπεται η προσφυγή στην παρένθετη μητρότητα.[5] Η διαφορά, δηλαδή, στη νομοθετική ρύθμιση του περί ου ο λόγος ζητήματος ως προς τα δύο φύλα προκύπτει από την ίδια τη διαφορετική φύση αυτών.[6] Τέλος, κατά την άποψη του δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχολιαζόμενη απόφαση ΠΠρΘεσ 8641/2017, η παροχή έννομης προστασίας του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας βάσει του άρθρου 5 του Συντάγματος έχει ως όριο το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας των λοιπών κοινωνών. Στην προκειμένη περίπτωση, δε, ευλόγως τίθεται το ερώτημα εάν δια της αναγνωρίσεως του δικαιώματος στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή με τη χρήση κυοφόρου μήτρας στον μοναχικό άνδρα προσβάλλονται βασικές εκφάνσεις της προσωπικότητας του τέκνου που πρόκειται να γεννηθεί μέσω της διαδικασίας αυτής, δεδομένου ότι θα πρόκειται για τέκνο με νομικώς ανύπαρκτη μητέρα, αφού, με βάση τα ισχύοντα στην ελληνική έννομη τάξη, ουδείς δεσμός συγγένειας δημιουργείται μεταξύ του τέκνου που γεννιέται και της γυναίκας που το κυοφόρησε. Ως εκ τούτου, η υιοθέτηση της άποψης ότι η συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να ρυθμιστεί με αναλογία νόμου κρίνεται παρακινδυνευμένη για τα προσδιοριστικά της ταυτότητας και της προσωπικότητας του μέλλοντος να γεννηθεί τέκνου στοιχεία, λαμβανομένης υπόψη και της ανετοιμότητας της έννομης τάξης για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων, ακόμη και σε επίπεδο διοικητικό (βλ. σχετικώς τη ΓνωμΝΣΚ 261/2010 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους).

Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω εκτεθέντα διέλαβε, εκτός της απόφασης ΠΠρΘεσ 8641/2017, και η απόφαση ΕφΑθ 3357/2010.[7]

Στον αντίποδα, ωστόσο, κατά τη γνώμη ενός μέλους του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπό συζήτηση απόφαση ΠΠρΘεσ 8641/2017 και δη της εκ δεξιών Συνέδρου Εισηγήτριας, το δικαίωμα στην τεχνητή αναπαραγωγή κατοχυρώνεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, οπότε αποκλεισμός από το εν λόγω δικαίωμα κρίνεται παραδεκτός μόνο εάν αυτό συγκρούεται με τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη. Η στάση του Ν. 3089/2002, εξ άλλου, είναι προβληματική από τη σκοπιά του άρθρου 4 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου, διότι η παροχή δικαιώματος τεχνητής αναπαραγωγής στην άγαμη μόνη γυναίκα και – την ίδια στιγμή – η στέρηση του δικαιώματος αυτού από τον άγαμο μόνο άνδρα, καθώς και η παροχή δικαιώματος τεχνητής αναπαραγωγής στη γυναίκα που επιζεί και στον σύζυγο ή τον σύντροφό της που προαποβιώνει και – την ίδια στιγμή – η στέρηση του δικαιώματος αυτού από τον άνδρα που επιζεί και τη σύζυγο ή τη σύντροφό του που προαποβιώνει, συνιστούν κατάφωρη διακριτική μεταχείριση των ενδιαφερομένων για τη λύση της τεχνητής αναπαραγωγής, η οποία (ενν. διακριτική μεταχείριση) δεν δικαιολογείται, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος. Το κενό που δημιουργείται, λοιπόν, ως προς το δικαίωμα του άγαμου μόνου άνδρα στην τεχνητή αναπαραγωγή θεραπεύεται με συνολική αναλογία των άρθρων 1455 [ας τονισθεί ιδιαίτερα, σε σχέση με την παρ. 1 εδ. α του άρθρου 1455 ΑΚ, ότι, όπως ακριβώς για την υποβοήθηση της άγαμης μόνης γυναίκας πέρα από τα όρια του φύλου της (μέσω δωρεάς σπέρματος), έτσι ακριβώς και για την υποβοήθηση του άγαμου μόνου άνδρα πέρα από τα όρια του φύλου του (μέσω δωρεάς ωαρίου και δανεισμού μήτρας) απαιτείται να συντρέχει ιατρική ανάγκη υποβοήθησης του επίδοξου μόνου γονέα, πρέπει δηλαδή ο γονέας αυτός να μην μπορεί να αναπαραχθεί φυσικώ τω τρόπω ούτε στο πλαίσιο ζεύγους με πρόσωπο του αντίθετου φύλου, περιορισμός που επιβάλλεται – τόσο στην περίπτωση της γυναίκας, όσο και στην περίπτωση του άνδρα – από τα χρηστά ήθη], 1456 και 1458 ΑΚ, ενώ το κενό που δημιουργείται ως προς το δικαίωμα τεχνητής αναπαραγωγής του άνδρα που επιζεί και της συζύγου ή συντρόφου του που προαποβιώνει θεραπεύεται με συνολική αναλογία των άρθρων 1455, 1456, 1457 και 1458 ΑΚ. Η αναλογία αυτή επεκτείνεται, δε, και στη διάταξη του άρθρου 799 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα, μετά την αντικατάστασή του δια του Ν. 4335/2015. Έτσι, στην περίπτωση του άγαμου μόνου άνδρα που επιδιώκει την έκδοση δικαστικής αδείας για τεχνητή αναπαραγωγή μέσω δανεισμού μήτρας, αρμόδιο για την έκδοση της εν λόγω αδείας είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η συνήθης διαμονή του αιτούντος ή της γυναίκας που πρόκειται να κυοφορήσει, η δε αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Η ανωτέρω άποψη, που υιοθετήθηκε από τη μειοψηφία στην περίπτωση της απόφασης ΠΠρΘεσ 8641/2017, δεν είναι, πάντως, άγνωστη στη νομολογία και τη θεωρία. Πράγματι, η παροχή δικαιώματος προσφυγής στη μέθοδο της τεχνητής αναπαραγωγής στον άγαμο μοναχικό άνδρα νομολογήθηκε το πρώτον δια της απόφασης ΜΠρΑθ 2827/2008[8] και έπειτα δια της απόφασης ΜΠρΘεσ 13707/2009,[9] ενώ έχει υποστηριχθεί και από μέρος της θεωρίας.[10] Αμφότερες οι προρρηθείσες αποφάσεις δέχθηκαν, συγκεκριμένα, ότι ο αποκλεισμός του άγαμου μοναχικού άνδρα από τη δυνατότητα προσφυγής στην τεχνητή αναπαραγωγή, τη στιγμή που τέτοια δυνατότητα παρέχεται στην άγαμη γυναίκα, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος) και, κατά τούτο, δημιουργεί στο πλέγμα των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα και του Ν. 3089/2002 «κενό», το οποίο καλύπτεται μέσω αναλογίας των άρθρων 1455, 1456 και 1458 ΑΚ. Σημειωτέον, περαιτέρω, ότι στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εξεδόθη η ως άνω απόφαση ΜΠρΑθ 2827/2008, ο ληξίαρχος καταχώρισε το όνομα του αιτούντος ως όνομα «πατρός» των γεννηθέντων διδύμων, ενώ δεν καταχώρισε μητρώνυμο, κατόπιν δε τούτου το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έκρινε, δια της ΓνωμΝΣΚ 261/2010,[11] ότι, υπό τη διάταξη του άρθρου 1464 παρ. 1 ΑΚ, δημιουργήθηκε «τεκμήριο πατρότητας» υπέρ του άγαμου μοναχικού άνδρα που έλαβε τη σχετική άδεια[12] και, επιπλέον, ότι ως μητρώνυμο έπρεπε να καταχωρισθεί το όνομα της κυοφορησάσης και τεκούσης γυναικός, ταύτης θεωρουμένης ως «βιολογικής μητρός» υπό τη διάταξη του άρθρου 1463 ΑΚ.[13] Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί, εν κατακλείδι, ότι, κατόπιν άσκησης εφέσεως από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η απόφαση ΜΠρΑθ 2827/2008 εξαφανίσθηκε δια της ανωτέρω μνημονευθείσης απόφασης ΕφΑθ 3357/2010.

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3089/2002 σε Κώδικα Νομικού Βήματος 2002.2623 και σε Βιβλιοθήκη Κριτικής Επιθεώρησης «Ιατρική Υποβοήθηση στην Ανθρώπινη Αναπαραγωγή και Αστικό Δίκαιο», έκδ. 2002, σελ. 25.

[2] Κατά τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 1464 ΑΚ, «Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, με αγωγή προσβολής της μητρότητας που ασκείται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τον τοκετό, είτε από την τεκμαιρόμενη μητέρα, είτε από την κυοφόρο γυναίκα, εφόσον αποδειχθεί ότι το τέκνο κατάγεται βιολογικά από την τελευταία. Η προσβολή γίνεται από τη δικαιούμενη γυναίκα αυτοπροσώπως ή από ειδικό πληρεξούσιό της ή ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, από τον νόμιμο αντιπρόσωπό της. Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή το τέκνο έχει αναδρομικά από τη γέννησή του μητέρα τη γυναίκα που το κυοφόρησε.».

[3] Βλ. σχετικώς ΕφΑθ 3357/2010 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΝοΒ 2012.1440, καθώς και Ε. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τεύχ. ΙΙα, 4η έκδ., κεφ. Α΄ Ανθρώπινη αναπαραγωγή και συγγένεια, ΙΙ. Η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, σελ. 3-5, 44-45, 87 και 90.

[4] Βλ. ΝΟΜΟΣ, ΕλλΔνη 1/2018(59).175 επ., με παρατηρήσεις Ε. Αθανασόπουλου, και ΕφΑΔ 2017.948 επ., με παρατηρήσεις Μ. Βασταρούχα.

[5] Νομικό ενδιαφέρον θα παρουσίαζε η περίπτωση του διεμφυλικού («τρανς») άγαμου μοναχικού άνδρα που δεν θα είχε προβεί σε χειρουργική αφαίρεση των γυναικείων γεννητικών οργάνων του, αλλά θα είχε αναγνωριστεί νομικά ως άνδρας. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για άνδρα φύσει μη δυνάμενο να κυοφορήσει, συνεπεία δε τούτου το ανωτέρω αναπτυχθέν επιχείρημα περί της ανομοιότητας μεταξύ της ρυθμισμένης και της αρρύθμιστης περίπτωσης, το οποίο ερείδεται στη φυσική αδυναμία κυοφορίας του “cis” άνδρα, δεν θα ευσταθούσε. Πάντως, περίπτωση διεμφυλικού άγαμου μοναχικού άνδρα που να έχει προσπαθήσει να καταφύγει στη λύση της παρένθετης μητρότητας προκειμένου να αποκτήσει παιδί, λόγω ιατρικής αδυναμίας του να κυοφορήσει, δεν έχει καταγραφεί στην ελληνική νομολογία, εξ όσων έχουν υποπέσει στην αντίληψη του γράφοντος το παρόν άρθρο.

[6] Βλ. σχετικώς και ΕφΑθ 3357/2010, ό.π., Παπαχρίστου, Η τεχνητή αναπαραγωγή στον αστικό κώδικα, 2003, 55 επ., του ιδίου στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1455-1460, αριθ. 18, Βιδάλη, Το πρόσταγμα της οικογένειας: Η συνταγματικότητα του νόμου για την «ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή», ΝοΒ 2003.839-840, Περάκη σε Γεωργιάδη Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, τ. ΙΙ, έκδ. 2013, άρθρο 1458, σελ. 747-748.

[7] Βλ. ΝΟΜΟΣ και ΝοΒ 2012.1437 επ.

[8] Βλ. ΝΟΜΟΣ και ΧρΙΔ 2009.817.

[9] Βλ. ΝΟΜΟΣ και ΧρΙΔ 2011.267.

[10] Βλ. Κουμουτζή, σελ. 624-626, Περάκη, σελ. 745-746, Σπυριδάκη, σελ. 29, 33, Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, σελ. 442(30).

[11] Βλ. ΝΟΜΟΣ και ΕφΑΔ 2008.1205.

[12] Η μόλις ρηθείσα διάταξη, ωστόσο, αναφέρεται στη δημιουργία τεκμηρίου μητρότητας και μόνον, ουχί πατρότητας.

[13] Όπως αναφέρει το άρθρο 1464 ΑΚ, ωστόσο, δεν θεμελιώνεται «μητρότητα» της εν λόγω γυναικός.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί