Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαιώματα του εργοδότη σε περίπτωση με έγκαιρης έναρξης των εργασιών του έργου ή επιβράδυνσης της εκτέλεσης αυτού στο σύνολό της ή εν μέρει

Σύμφωνα με το άρθρο 686 του Αστικού Κώδικα «Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή, αν χωρίς υπαιτιότητα  του  εργοδότη,  επιβραδύνει  την  εκτέλεση  στο σύνολό  της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη  την  έγκαιρη  περάτωση  του  έργου,  ο  εργοδότης  μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.  Όταν  υπάρχει  υπερημερία  του  εργολάβου,  διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της».

Κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω διάταξη, θεσπίζεται το δικαίωμα της νόμιμης υπαναχώρησης του εργοδότη, σε περίπτωση που ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου. Αν δεν υπήρχε η υπόψη διάταξη, ο εργοδότης δεν θα μπορούσε να υπαναχωρήσει της συμβάσεως κατά το ως άνω προπαρασκευαστικό στάδιο, δηλαδή πριν την αποπεράτωση του έργου, καθότι η κύρια υποχρέωση του εργολάβου συνίσταται στην παράδοση του έργου, και ως εκ τούτου, πριν από το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, δεν υφίσταται αδυναμία εκπλήρωσης της σύμβασης ή καθυστέρησης αυτής.

Για να τύχει εφαρμογής η ως άνω διάταξη θα πρέπει σωρευτικά να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, ήτοι: α) αντισυμβατική καθυστέρηση, β) αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξαιτίας της καθυστέρησης, η οποία κρίνεται κατά τους κανόνες της καλής πίστης λαμβανομένων όμως πάντοτε υπόψη και των συγκεκριμένων περιστάσεων, γ) έλλειψη υπαιτιότητας του εργοδότη, τόσο ως προς την επιβράδυνση εκτέλεσης όσο και στην καθυστέρηση έναρξης εκτέλεσης, δ) έλλειψη αντίθετης συμφωνίας, αφού η ΑΚ 686 είναι ενδοτικού χαρακτήρα, και συνεπώς είναι δυνατός μέχρι και ο αποκλεισμός του εν λόγω δικαιώματος της νόμιμης υπαναχώρησης.

 Η άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς, δηλαδή σε προθεσμία άσκησης ή παραγραφής. Μπορεί συνεπώς να ασκηθεί και μετά το συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του έργου, αν δεν εκπληρώθηκαν έως τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης αυτού οι υποχρεώσεις του εργολάβου από το άρθρο 686 παρ. 1 ΑΚ για έγκαιρη έναρξη και μη επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού κατ’ εξοχήν στην περίπτωση αυτή προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη παράδοση του έργου.

Σύμφωνα δε και με την υπ’ αριθμ. 1113/2017 απόφαση του ΑΠ (ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ) : «Το παρεχόμενο με το άρθρο 686 εδ. α του ΑΚ δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί να ασκηθεί και μετά τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του έργου, αν δεν πληρώθηκαν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης αυτού οι από το άρθρο 686 εδ. α του ΑΚ υποχρεώσεις του εργολάβου για την έγκαιρη έναρξη και για τη μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου κατά τρόπο, που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού κατ’ εξοχή στην περίπτωση αυτή προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη ολοκλήρωση και παράδοση του έργου (ΑΠ 652/2008, ΑΠ 1619/1996)».

Κατά αντίθετη όμως άποψη, η ΑΚ 686 εφαρμόζεται μόνο στο στάδιο πριν από το χρόνο παράδοσης του έργου. Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης, η υπερημερία του εργολάβου καθώς και η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του κρίνονται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 345,383 και 387 του ΑΚ.

Στο εδ. β’ του άρθρου 686 ΑΚ, προβλέπεται επίσης πως σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης διατηρεί ακέραια τα δικαιώματά του από αυτή. Όπερ και σημαίνει, πως στην περίπτωση αυτή έχει διαζευκτικά τις εξής επιλογές: α) Να εμμείνει στη σύμβαση και να αξιώσει την εκτέλεση του έργου και συγχρόνως αποζημίωση για την ανόρθωση της ζημίας που προήλθε από την υπερημερία (343 παρ. 1 ΑΚ). β)  Να τάξει σύμφωνα και με το άρθρο 383 του ΑΚ στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας πως μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας θα αποκρούσει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, ή που δεν θα απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων της ΑΚ 385, μπορεί περαιτέρω, εκλεκτικά ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή αν υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει τότε μόνον εύλογη αποζημίωση (387 παρ.1 ΑΚ). Πηγή: (Βασιλείου Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Γ’, Ημίτομος Β’, Ειδικό Ενοχικό, Άρθρα 319-740, Αθήνα, 2005).

Μπασιαρίδου Κατερίνα, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί