Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Δήλωση τρίτου επί κατασχέσεως από το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ. Το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 33 ΚΕΔΕ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου από το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., «εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου»[1]. Η δήλωση αυτή του τρίτου γίνεται είτε εγγράφως, με επίδοσή της με δικαστικό επιμελητή στο διευθυντή του εκδώσαντος το κατασχετήριο Δημοσίου Ταμείου, είτε προφορικώς στο Ειρηνοδικείο του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσομένης έκθεσης η οποία αποστέλλεται στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε., όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, «εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ’ ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση».

Προ της τροποποιήσεώς της[2], η διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε. όριζε για την ευθύνη του τρίτου, στις εν λόγω περιπτώσεις, ότι ο τελευταίος λογίζεται ως οφειλέτης του Δημοσίου της όλης ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση, εισάγοντας έτσι αμάχητο τεκμήριο περί της οφειλής του προς το Δημόσιο. Τούτο σήμαινε ότι κατά του εν λόγω τεκμηρίου δε χωρούσε ανταπόδειξη, κατά πρόδηλη αντίθεση προς τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Είχε, ωστόσο, κριθεί από τμήμα της θεωρίας ότι η διάταξη αυτή αντίκειται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στην ΕΣΔΑ, ήδη από τη θέσπισή της κατά το έτος 1974. Η εν λόγω πρόβλεψη στερούσε από το δικαστήριο της ουσίας τη δυνατότητα να παράσχει έννομη προστασία στον προσφεύγοντα σε αυτό, εξετάζοντας την ουσία της διαφοράς που εκδικάζει, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνουν το δικαίωμα στην αποτελεσματική δικαστική προστασία[3], και αντιστρατευόταν την αρχή της ισότητας των όπλων, κατά την οποία κάθε διάδικος πρέπει να έχει την εύλογη δυνατότητα να υποστηρίξει την υπόθεσή του στο δικαστήριο, υπό συνθήκες που δεν τον ζημιώνουν κατά ουσιώδη τρόπο σε σχέση με τον αντίδικό του[4]. Μάλιστα, η πρόσφατη προ της τροποποιήσεως νομολογία είχε δεχθεί ότι η αληθής έννοια της διάταξης του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε. ήταν ότι, εάν ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου, δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε. δήλωση, καθίσταται οφειλέτης μόνο για την απαίτηση που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου, και όχι για όλη την απαίτηση που έχει το Δημόσιο κατά του οφειλέτη του[5].

Με τη χωρήσασα μεταρρύθμιση, ο νομοθέτης εναρμονίστηκε με την ανωτέρω νομολογία. Διατήρησε μεν το τεκμήριο της ευθύνης του τρίτου απέναντι στο Δημόσιο για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, προσδίδοντάς του όμως μαχητό χαρακτήρα. Όπως διέλαβε σχετικώς η πρόσφατη υπ’ αριθμ. 2661/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών[6], «σε αντίθεση με προηγούμενη σχετική ρύθμιση, η οποία καθιέρωνε αμάχητο τεκμήριο οφειλής εκ μέρους του τρίτου σε περίπτωση παράλειψης υποβολής δήλωσης αυτού ή εκπρόθεσμης δήλωσης (ΑΠ 117/2011, ΑΠ 1182/2009, ΑΠ 884/2010 Nomos), πλέον το τεκμήριο διατηρείται πλην, όμως, καθίσταται μαχητό και παρέχεται η δυνατότητα στον τρίτο να το ανατρέψει προσβάλλοντας δικαστικά τη σε βάρος του πράξη και αποδεικνύοντας, ότι η οφειλή του προς τον οφειλέτη του Δημόσιου είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη του ποσού για το οποίο έγινε κατάσχεση, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του κατά περίπτωση. Η ανωτέρω άποψη περί μαχητού τεκμηρίου και πριν την αντικατάσταση του άρθρου 33 ΚΕΔΕ, υποστηριζόταν από ένα τμήμα της νομολογίας και της θεωρίας (ΣτΕ 47/2003, ΓνωμΝΣΚ Ολ 490/2008 Nomos, Μάζη, γνωμοδότηση, ΕλλΔνη 47, 724, Γ. Μητσόπουλο, γνωμοδότηση, ΕλλΔνη 25, 23) η οποία στηριζόταν στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αλλά και στην εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Ειδικότερα, κατά την άποψη αυτή, την οποία και το παρόν δικαστήριο υιοθετεί ως ορθότερη, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 30, 32 και 33 του ΝΔ/τος 356/74, όπως η πρώτη εξ αυτών ίσχυε πριν την τροποποίηση της κατά τα ανωτέρω, σε περίπτωση που είτε δεν είχε υποβληθεί καθόλου ή είχε υποβληθεί εκπροθέσμως η αναφερόμενη δήλωση, ο τρίτος θεωρείται ότι οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου, μόνο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που έλαβε από τον τελευταίο και δεν καθίσταται οφειλέτης ολόκληρου του ποσού, το οποίο ο οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει σε αυτό (Δημόσιο) (ΣτΕ 1904/2010, ΣτΕ 47/2003 Nomos)».

Μολαταύτα, η διατήρηση του, μαχητού έστω, τεκμηρίου περί της οφειλής του τρίτου απέναντι στο Δημόσιο εξακολουθεί να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Η νέα διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε. αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την προστασία της περιουσίας του τρίτου, και στη συνταγματικά κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, καθότι εγκαθιδρύει τεκμήριο ευθύνης που δεν τελεί σε αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό της είσπραξης της οφειλής από τον οφειλέτη και όχι από τον τρίτο. Προσέτι, αντίκειται και στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς δίνει προνόμια στο Δημόσιο που δεν αναγνωρίζονται σε ιδιώτες κατασχόντες.

Η απόδειξη εκ μέρους του τρίτου ότι δεν οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, μπορεί να γίνει και εξωδίκως. Σε κάθε περίπτωση, ο τρίτος μπορεί να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά του κατασχόντος Δημοσίου, ασκώντας, πριν την έναρξη της εκτέλεσης την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. και αίτηση αναστολής του άρθρου 73 παρ. 3 Κ.Ε.Δ.Ε..

Το μαχητό πλέον τεκμήριο που καθιερώνει το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε. ισχύει περιοριστικά στις εκεί αναφερόμενες περιπτώσεις, ήτοι αν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί μεν, αλλά εκπρόθεσμα ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφεται στο άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε., και όχι όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με άρθρο 89 αυτού.

Έτσι η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β’ ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του Κ.Ε.Δ.Ε. και το άρθρο 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειόμενης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής και αξίωσης περί αποζημίωσης, εφόσον αποδεικνύεται ζημία του κατασχόντα[7].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Δ. Τομαρά, Η Αναγκαστική Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων κατά τον ΚΕΔΕ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, σελ. 54 επ..

[2] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 2276-2278 (υπό άρθρο 985).

[3] Πρβλ. ΔΠρΒολ 53/1999, ΔιΔικ 2000, σελ. 196.

[4] Πρβλ. ΕΔΔΑ, Πλατάκου κατά Ελλάδας, 11.01.2001, αρ. προσφ. 38460/97.

[5] Βλ. ΜΠρΘεσσ 661/2009, αδημ., ΜΠρΘεσσ 33810/2008, αδημ., ΣτΕ 47/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[6] Βλ. ΠΠΑ 2661/2014 καθώς και ΠολΠρΠρεβ 47/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[7] Βλ. EφΑθ 6888/2008, ΠΠρΒερ 17/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 185/1990, ΕΕΝ 1990, σελ. 687, ΕφΑθ 3416/1990, ΕλλΔνη 1991, σελ. 1027.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί