Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δημόσιοι Υπάλληλοι – Εμποδίζει η λήψη αναρρωτικής άδειας τη χορήγηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές;

Το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας εκ μέρους των δημοσίων υπαλλήλων, κατά το άρθρο 48 παρ. 1 και 2 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), προϋποθέτει την παροχή εκ μέρους τους πραγματικής υπηρεσίας. Ως πραγματική υπηρεσία για τη λήψη της κανονικής άδειας νοείται η υπηρεσία εκείνη, η οποία διανύεται με ενεργή υπαλληλική σχέση χωρίς διακοπή του υπαλληλικού δεσμού, εκτός εάν σε διάταξη νόμου ορίζεται ή προκύπτει ότι η περιέλευση του υπαλλήλου σε ορισμένη έννομη κατάσταση έχει ως συνέπεια ότι η υπηρεσία που διανύεται για όσο χρόνο ο υπάλληλος ευρίσκεται στην κατάσταση αυτή δεν θεωρείται πραγματική υπηρεσία. Ο υπολογισμός της πραγματικής υπηρεσίας, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ή από τις διατάξεις του δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, δεν προϋποθέτει και την πραγματική εκτέλεση των καθηκόντων του υπαλλήλου, με την έννοια ότι η αποχή από την εκτέλεσή τους δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ότι ο χρόνος της αποχής αυτής δεν αποτελεί πραγματική υπηρεσία[1].

Έτι περαιτέρω, όπως γίνεται παγίως δεκτό από το δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ, ήδη Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα κάθε εργαζόμενου να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές πρέπει να θεωρείται ως ιδιαίτερης σημασίας αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, από την οποία δεν χωρεί παρέκκλιση. Ο σκοπός χορήγησης του δικαιώματος αυτού συνίσταται στο να παράσχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να αναπαυθεί και να έχει χρόνο για χαλάρωση και ψυχαγωγία κι ως εκ τούτου διαφέρει από εκείνον (ενν. το σκοπό) που εξυπηρετεί το δικαίωμα αναρρωτικής άδειας, το οποίο παρέχεται στον εργαζόμενο προκειμένου να αναρρώσει από κάποια ασθένεια[2].

Προκειμένου, όμως ο εργαζόμενος που βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια να μπορέσει να κάνει πραγματικά χρήση της ετήσιας κανονικής άδειάς του έχει δικαίωμα, κατόπιν αιτήσεώς του, να λάβει την άδεια αυτή σε χρονική περίοδο άλλη από εκείνη που συμπίπτει με την περίοδο της αναρρωτικής άδειας[3]. Στο σημείο αυτό δέον να τονισθεί ότι εάν η ετήσια κανονική άδεια δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο εντός του έτους που προβλέπεται ότι πρέπει να χορηγηθεί, θα πρέπει να του παρασχεθεί η δυνατότητα λήψης της άδειας αυτής σε χρόνο που βρίσκεται και εκτός του εν λόγω έτους[4].

Ειδικότερα, στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 49 του Υπαλληλικού Κώδικα, προβλέπεται ότι η υπηρεσία οφείλει να χορηγήσει υποχρεωτικά στον υπάλληλο, εντός του επομένου έτους, την ετήσια κανονική άδεια, η οποία δεν του χορηγήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου και ειδικότερα την άδεια εκείνη που δεν έλαβε ο υπάλληλος επειδή αυτή δεν χορηγήθηκε, περιορίστηκε ή ανακλήθηκε, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας. Δυνατότητα της υπηρεσίας να χορηγήσει στον υπάλληλο κανονική άδεια, την οποία δεν έλαβε εντός του οικείου έτους λόγω λήψης αναρρωτικής άδειας, δεν προβλέπεται στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Ερμηνευομένης όμως της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 49 του Υπαλληλικού Κώδικα υπό το πρίσμα της οδηγίας 2003/88/ΕΚ (κι δη των άρθ. 3 – 7 και 16 αυτής), η οποία κωδικοποίησε[5] τις επιλογές της κοινοτικής οδηγίας 93/104/ΕΚ και της τροποποιητικής αυτής 2000/34/ΕΚ, που αναφέρονται στην οργάνωση του χρόνου εργασίας και αποσκοπούν στη βελτίωση της προστασίας, της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και οι οποίες είχαν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας με τα π.δ. 88/1999 και 76/2005 αντίστοιχα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δημιουργείται υποχρέωση της υπηρεσίας να χορηγήσει στον υπάλληλο εντός του επομένου έτους την ετήσια κανονική άδεια, την οποία αυτός δεν μπόρεσε να λάβει, ολικώς ή μερικώς εντός του έτους που θα έπρεπε να του χορηγηθεί κανονικά, λόγω του ότι εντός του έτους αυτού είχε λάβει αναρρωτική άδεια, για χρονικό διάστημα, του οποίου η παρέλευση κατέστησε ανέφικτη εκ των πραγμάτων τη λήψη της ετήσιας κανονικής άδειας (ολόκληρης ή τυχόν υπολειπομένου τμήματός της) εντός του εν λόγω έτους.

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. Ν.Σ.Κ. 167/2014, 485/2003,427/1995, 870/1978

[2] βλ. ΔΕΚ ό.π., σκέψη 18, ΔΕΚ 0277/2008 σκέψη 21- ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] βλ. ΔΕΚ 0277/2008 σκέψη 23 ό.π, ΔΕΚ 0342/2001 σκέψη 41,ό.π.

[4] πρβλ. ΔΕΚ 0277/2008 σκέψη 23

[5] βλ. 0194/2012 Δ.Ε.Κ, σκέψη 16 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί