Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Δυνατότητα επιβολής εισφορών και αναγνώρισης ημερών εργασίας εξ αφορμής δηλώσεως εργαζομένου πέραν του δωδεκαμήνου, κατά ερμηνεία της διάταξης του άρθρου  26 παρ. 8α του α.ν. 1846/1951 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 7 του α.ν. 1846/1951

Κατά το άρθρο 26 παρ. 8α του α.ν. 1846/1951 (όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2556/1997 και εκ νέου μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 11 του Ν. 2972/2001) «Ο ασφαλισμένος που αποχωρεί ή απολύεται από την εργασία του υποχρεούται μέσα σε ένα δωδεκάμηνο από την αποχώρησή του ή την απόλυσή του να δηλώνει γραπτά στο Ι.Κ.Α. τις ημέρες εργασίας που πραγματοποίησε και για τις οποίες δεν ασφαλίστηκε. Σε καμία περίπτωση δεν αναγνωρίζονται ημέρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν από ασφαλισμένο σε περίοδο για την οποία, κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης για αναγνώριση, είχε παραγραφεί το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. να βεβαιώσει και να καταλογίσει ασφαλιστικές εισφορές. Η διάταξη αυτή ισχύει για όλους τους κλάδους του Ι.Κ.Α., Ι.Κ.Α. – Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ.), Ι.Κ.Α. – Ειδικού Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Ε.Α.Μ.), καθώς και των ασφαλιστικών οργανισμών, ταμείων και λοιπών οργανισμών κοινωνικής πολιτικής, για λογαριασμό των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».

Κατά το άρθρο 27 παρ. 7 (αναριθμημένη η παρ. 7 σε 6) του α.ν. 1846/1951 (όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 2972/2001) «Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α., για τη βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεών του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το ΙΚ.Α., υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία ….».

Όπως έχει κριθεί από την πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει τις ως άνω διατάξεις του νόμου, ο τασσόμενος από το προαναφερθέν άρθρο 26 παρ. 8α  του α.ν. 1846/1951 χρονικός περιορισμός (12 μήνες από την αποχώρηση ή την απόλυση του εργαζομένου) κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει παραγραφεί η αξίωση του ΙΚΑ να επιβάλει τις εν λόγω εισφορές ή τη διαφορά τους προκειμένου να εξισορροπηθεί το δικαίωμα του ΙΚΑ για τη βεβαίωση και είσπραξη εισφορών εντός του χρόνου παραγραφής με το αντίστοιχο δικαίωμα του ασφαλισμένου για αναγνώριση ημερών εργασίας (2523/2009 ΔιοικΠρωτΠειρ, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, τα αρμόδια όργανα του Ιδρύματος υποχρεούνται ενόψει των αρχών της χρηστής διοίκησης και κατ’ εφαρμογή των πάγιων περί αρμοδιοτήτων τους διατάξεων, να εξετάσουν το υποβληθέν αίτημα για αναγνώριση ημερών εργασίας πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής και αν συντρέχει περίπτωση να εκδώσουν πράξη επιβολής εισφορών ή διαφοράς εισφορών εις βάρος του εργοδότη για τις ημέρες εργασίας στις οποίες αφορά το εν λόγω αίτημα (ΣτΕ 4450/2001, ΣτΕ 3450/2003 επτ.). Περαιτέρω, ο ανωτέρω διά του άρθρου 26 παρ. 8α του Α.Ν. 1846/1951 τιθέμενος χρονικός περιορισμός στην υποβολή δηλώσεως από τον ασφαλισμένο για την αναγνώριση πραγματοποιηθεισών, στον εργοδότη από τον οποίο αποχώρησε ή απολύθηκε, ημερών εργασίας και για την οποία δεν έχουν καταβληθεί οι αναλογούσες εισφορές, δεσμεύει μόνον τον εργαζόμενο. Ουδόλως όμως κωλύει την έκδοση εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων του ΙΚΑ πράξεως επιβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών είτε αυτεπαγγέλτως είτε εξ αφορμής δηλώσεως του εργαζομένου υποβληθείσας πέραν των χρονικών αυτών ορίων, δηλαδή και μετά την εκπνοή των ανωτέρω προθεσμιών (ΣτΕ 2665/1988, ΔΕΝ 1989.804, ΕΔΚΑ 1988,706). Κατ’ ακολουθίαν δε τούτων, οι εργοδότες δεν δύνανται να αντιτάξουν κατά του ΙΚΑ ότι η εις βάρος τους εκδοθείσα πράξη περί επιβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών για την ασφάλιση προσώπων που εργάστηκαν γι’ αυτούς εξεδόθη εξ αφορμής της δήλωσης του εργαζομένου μετά την πάροδο των ως άνω χρονικών ορίων, δυνάμενοι να επικαλεστούν, κατ’ ένσταση, μόνον την κατά το άρθρο 27 παρ. 7 του Α.Ν. 1846.

Οι αποφάσεις, οι οποίες κάνουν λόγο για δυνατότητα επιβολής εισφορών εξ αφορμής δηλώσεως εργαζομένου πέραν των χρονικών ορίων που τάσσει ο νόμος, έχουν ως εξής:

Η υπ’ αριθ. 1400/1994 απόφαση ΣΤΕ ορίζει ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 26 παρ. 8α του αν.ν. 1846/1951, σκοπούσης εις την παρεμπόδισιν της καταδολιεύσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων διά της επιδιώξεως της υπό τούτου αναγνωρίσεως ημερών εργασίας αναγομένων εις παλαιάς περιόδους, διά τας οποίας καθίσταται εξαιρετικώς δυσχερής ο υπό των οργάνων του Ιδρύματος τούτου διενεργούμενος έλεγχος, οι τασσόμενοι εις τους εργαζομένους ως είρηται χρονικοί περιορισμοί δεσμεύουν μόνον τούτους. Τα όργανα του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όμως, ουδόλως κωλύονται εκ της εκπνοής των προθεσμιών αυτών να προβούν κατ` εφαρμογήν των παγίων περί των αρμοδιοτήτων των διατάξεων εις έκδοσιν πράξεως περί επιβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών είτε αυτεπαγγέλτως είτε εξ αφορμής δηλώσεως του εργαζομένου υποβληθείσης πέραν των χρονικών τούτων ορίων. Κατ` ακολουθίαν δε τούτων οι εργοδόται δεν δύνανται ν` αντιτάξουν κατά του Ιδρύματος ότι η εις βάρος αυτών εκδοθείσα πράξις περί επιβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών διά την ασφάλισιν υπό τούτων απασχοληθέντων προσώπων εξεδόθη εξ αφορμής δηλώσεως του απασχοληθέντος υποβληθείσης μετά την πάροδον των ως άνω χρονικών ορίων, δυνάμενοι να επικαλεσθούν μόνον την κατά το άρθρον 27 παρ. 7 του αν. ν. 1846/1951, ως ετροποποιήθη δια του άρθρου 44 παρ. 2 του ν.δ. 2698/1953, δεκαετή παραγραφήν της σχετικής αξιώσεως του Ιδρύματος (βλ. Σ.τ.Ε. 61-62/1989, 509/1988, 1650, 4462/1986, 2294/1985, 1044/1983). Το ίδιο αναφέρει και η υπ’ αριθ. 3221/1989 και 1535/1989 ΣΤΕ απόφαση του ΣτΕ.               

Το ίδιο αναφέρει και η υπ’ αριθ. 398/1992 απόφαση του ΣΤΕ, ήτοι αναφέρει ότι ο χρονικός  περιορισμός  για  την  υποβολή από τον ασφαλισμένο δηλώσεως προς αναγνώριση ημερών εργασίας πραγματοποιηθεισών στον εργοδότη, δεσμεύει, εν όψει του σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε, μόνον τον εργαζόμενο. Τα όργανα του Ι.Κ.Α. όμως δεν κωλύονται να προβούν στην έκδοση πράξεως επιβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών είτε αυτεπαγγέλτως είτε εξ αφορμής δηλώσεως του εργαζομένου, υποβληθείσης έστω και καθ` υπέρβαση του παραπάνω χρονικού ορίου. Κατ` ακολουθία, οι εργοδότες δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του Ιδρύματος ότι η εκδοθείσα σε βάρος τους πράξη επιβολής εισφορών εκδοθείσα σε βάρος τους πράξη επιβολής εισφορών εκδόθηκε εξ αφορμής δηλώσεως απασχοληθέντος σ` αυτούς υποβληθείσης μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού ορίου, αλλά μπορούν να επικαλεσθούν μόνο την κατά το άρθρο 27 παρ. 7 του αν.ν. 1846/1951 δεκαετή παραγραφή της αξιώσεως του Ι.Κ.Α. προς είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών (βλ. Σ.Ε. 3957/1989). Μάλιστα το ΣτΕ αναίρεσε την πρωτοβάθμια απόφαση (που είχε ακυρώσει την απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ λόγω εκπρόθεσμης καταγγελίας ασφαλισμένης) με την αιτιολογία ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου δεν είναι νόμιμος, δοθέντος ότι το Ι.Κ.Α.  δεν  εκωλύετο  από  την αποκλειστική  προθεσμία  του  άρθρου 26 παρ. 8α του αν.ν. 1846/1951 να προβεί στην έκδοση της επίμαχης πράξεως  επιβολής  εισφορών. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην ως άνω υπ’ αριθ. 398/1992 απόφαση του ΣΤΕ, η ασφαλισμένη υπέβαλε την 22.10.1985 στο Υπ/μα Ι.Κ.Α. Σιδηροκάστρου δήλωση περί απασχολήσεώς της επί 113 ημέρες κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1984 έως 30.11.1984 στη βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων του αναιρεσιβλήτου/εργοδότη της (να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι κατά το χρόνο υποβολής δήλωσης απασχόλησης της ως άνω ασφαλισμένης, το άρθρο 26 παρ. 8α του αν.ν. 1846/1951 όριζε εξάμηνη αποκλειστική  προθεσμία  για την υποβολή δήλωσης απασχόλησης. Ως εκ τούτου η ως άνω ασφαλισμένη υπέβαλε τη δήλωση απασχόλησης μετά την πάροδο του εξαμήνου). Κατόπιν ελέγχου υπό του αρμοδίου ελεγκτικού οργάνου του ως άνω Υπ/τος, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ασφαλίσει την ανωτέρω εργαζόμενη για  το από 1.7.1984 έως 30.11.1984 χρονικό διάστημα, εκδόθηκε εις βάρος του η υπ` αριθμ. 958/1986 πράξη επιβολής εισφορών, η δε κατ` αυτής ασκηθείσα υπό του αναιρεσιβλήτου ένσταση απορρίφθηκε κατ` ουσίαν με την υπ` αριθμ. 262/21.10.1986 απόφαση της οικείας Τ.Δ.Ε. Το Διοικ. Πρωτοδικείο στο οποίο προσέφυγε εν συνεχεία ο αναιρεσίβλητος έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η κατά τα ανωτέρω από 22.10.1985 καταγγελία της εργαζομένης ήταν εκπρόθεσμη διότι υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της υπό του νόμου τασσομένης εξάμηνης προθεσμίας,  για  το  λόγο  δε αυτόν ακύρωσε την απόφαση της Τ.Δ.Ε. Η υπ’ αριθ. 398/1992 απόφαση του ΣτΕ έκρινε ότι η κρίση αυτή του Διοικ. Πρωτοδικείου δεν είναι νόμιμος, δοθέντος ότι, κατά τα προεκτεθέντα, το Ι.Κ.Α.  δεν  εκωλύετο  από  την  εξάμηνη αποκλειστική  προθεσμία  του  άρθρου 26 παρ. 8α του αν.ν. 1846/1951 να προβεί στην έκδοση της επίμαχης πράξεως  επιβολής  εισφορών.  Για τον λόγο αυτό, το ΣτΕ αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο δικάσαν Πρωτοδικείο για  νέα  νόμιμη  κρίση.

Το ίδιο έκρινε και η υπ’ αριθ. 1398/1994 απόφαση του ΣτΕ, ήτοι απέρριψε την αναίρεση του ΙΚΑ για ακύρωση της αναγνώρισης ημερών εργασίας κατόπιν εκπρόθεσμης καταγγελίας ασφαλισμένου (ήτοι, μετά την πάροδο του εξαμήνου, που ίσχυε τότε), δεχόμενο ότι κατά ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 8α του Α.Ν. 1846/1951 το δικαίωμα προς επιβολή των επίδικων εισφορών δεν είχε υποπέσει στην κατά το άρθρο 27 παρ. 7 δεκαετή παραγραφή.

Επίσης, η υπ’ αριθ. 1222/1993 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ακύρωσε την απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ, η οποία απέρριψε την αίτηση ασφαλισμένης για αναγνώριση ημερών εργασίας, υποβληθείσα μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας. Όπως αναφέρεται στην υπ’ αριθ. 1222/1993 ΔιοικΠρωτΘες/κης η προσφεύγουσα/ασφαλισμένη υπέβαλε την 30.12.1991, δήλωση απασχολήσεως – καταγγελία, με την οποία ζήτησε από το `Ιδρυμα την αναγνώριση των 560 ημερών εργασίας που πραγματοποίησε στην εταιρεία «Αφοί Β. ΟΕ» ως λαντζέρισσα. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την 4174/14.1.1992 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ν. Ιωνίας Θεσσαλονίκης για τυπικούς λόγους, και ειδικότερα διότι η αίτηση της για τη δήλωση στο ΙΚΑ των ημερών εργασίας που πραγματοποίησε, είχε υποβληθεί μετά την πάροδο εξαμήνου από την αποχώρησή της από τον εργοδότη της στις 31.5.1985. Κατά της εν λόγω απόφασης η προσφεύγουσα κατέθεσε την 550/14.2.1992 ένστασή της η οποία όμως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8α του άρθρου 26 του αν.1846/1951 δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση θέμα χρονικών περιορισμών, δεδομένου ότι το Ίδρυμα όφειλε, εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να προβεί στην αναγνώριση της απασχόλησης της προσφεύγουσας στην παραπάνω εταιρεία για τις 560 ημέρες εργασίας που αυτή πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα 1.9.1981 έως 31.5.1985 και ότι κατά συνέπεια η ΤΔΕ, που έκρινε τα αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφασή της, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει αυτή να ακυρωθεί, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης της κρινόμενης προσφυγής.

ΚΑΙ Η ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΜΩΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ, ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ Η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΠΟΥ ΤΑΣΣΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ. Συγκεκριμένα:

Η υπ’ αριθ. 3542/2014 και 4233/2015 ΣτΕ απόφαση του ΣτΕ έκρινε ότι η αναγνώριση χρόνου εργασίας μπορεί να ζητηθεί εντός της δεκαετούς προθεσμίας, εντός της οποίας το Ι.Κ.Α. δικαιούται κατά το νόμο (άρθρο 27 παρ. 7 του α.ν.1846/1951, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω αντικαταστάθηκε) να εκδώσει πράξη περί επιβολής εισφορών σε βάρος του εργοδότη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3450/2003 7μ., 717/2004, 4269/2005, 757, 1823/2007, 1183/2008, 977/2011)..

Η υπ’ αριθ. 2523/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς έκανε δεκτή την προσφυγή της ασφαλισμένης και αποφάσισε την αναγνώριση της ασφάλισης για το χρονικό διάστημα που αιτείτο, κρίνοντας ότι η Τοπική Διοικητική Επιτροπή του ΙΚΑ Γλυφάδας (που απέρριψε το αίτημά της για αναγνώριση των ημερών εργασίας) έκρινε και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και τα πραγματικά περιστατικά. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του δέχτηκε ότι τα όργανα του Ι.Κ.Α., θα έπρεπε να εξετάσουν το εκπρόθεσμο αίτημα της ασφαλισμένης, πριν την συμπλήρωση δεκαετίας και να εκδώσουν πράξη επιβολής εισφορών για την ασφαλιστική της τακτοποίηση για το χρονικό διάστημα, που αιτείτο. Υποστήριξε δε ότι ο τασσόμενος από το άρθρο 26  παρ. 8α του α.ν.1846/1951 χρονικός περιορισμός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει παραγραφεί η αξίωση του Ι.Κ.Α. να επιβάλει τις εν λόγω εισφορές ή τη διαφορά τους, προκειμένου να εξισορροπηθεί το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. για τη βεβαίωση και είσπραξη εισφορών εντός του χρόνου παραγραφής με το αντίστοιχο δικαίωμα του ασφαλισμένου για αναγνώριση ημερών εργασίας. Δέχτηκε μάλιστα, ότι στην περίπτωση αυτή, τα όργανα του Ιδρύματος υποχρεούνται ενόψει των αρχών της χρηστής διοίκησης και κατ` εφαρμογή των παγίων περί αρμοδιοτήτων τους διατάξεων, να εξετάσουν το υποβληθέν αίτημα για αναγνώριση ημερών εργασίας πριν την  συμπλήρωση της παραγραφής και αν συντρέχει περίπτωση να εκδώσουν πράξη επιβολής εισφορών ή διαφοράς εισφορών εις βάρος του εργοδότη για τις ημέρες εργασίας στις οποίες αφορά το εν λόγω αίτημα [ πρβλ. ΣτΕ 3450/2003 επτ.).

Το ίδιο δέχτηκε και η υπ’ αριθ. 4450/2001 απόφαση του ΣτΕ, ήτοι ότι το ΙΚΑ υποχρεούται να εξετάσει το εκπρόθεσμο αίτημα για αναγνώριση ημερών εργασίας και αν συντρέχει περίπτωση να εκδώσει πράξη επιβολής εισφορών και να αναγνωρίσει τις ημέρες εργασίας στις οποίες αφορά η εν λόγω πράξη. Μάλιστα, η ως άνω απόφαση δέχτηκε την αναίρεση ασφαλισμένου, κρίνοντας ότι η κρίση του εφετείου για απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αναγνώριση ημερών εργασίας δεν ήταν νόμιμη και ότι τα όργανα του Ιδρύματος είχαν υποχρέωση να ερευνήσουν την αίτηση του αναιρεσείοντος για αναγνώριση των ημερών εργασίας που πραγματοποίησε εφόσον για τις ημέρες αυτές εργασίας δεν είχε παραγραφεί η αξίωσή του να εκδώσει σχετική πράξη επιβολής εισφορών.

ΣΥΝΕΠΩΣ, από τα ως άνω προκύπτει ότι κατά ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 8α του α.ν. 1846/1951 ακόμη και μετά την πάροδο του δωδεκαμήνου, που τάσσει ο νόμος, για τη δήλωση απασχόλησης του εργαζομένου, είναι δυνατή η έκδοση πράξεων επιβολής εισφορών, αρκεί να μην έχει παρέλθει η δεκαετής παραγραφή.

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί