Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Δυνατότητα του διαχειριστή ή διευθύνοντος συμβούλου ανωνύμου εταιρίας για άσκηση ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης οφειλών ΙΚΑ, που καταλογίστηκαν σε βάρος της εταιρίας, με την οποία μπορούν να προβάλλουν λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσία βάσιμο της απαίτησης του Ι.Κ.Α

Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97) ορίζεται ότι : «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια  της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α) … β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) …», στην παρ. 1 του άρθρου 224 ότι : «Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη  κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται  από τους λόγους και το αίτημά της» και στο άρθρο 225 ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει  παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής». Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 «Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων Ι.Κ.Α. και άλλα θέματα» (ΦΕΚ Α΄ 270), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 69 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ Α΄ 1), ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις του άρθρου  115 του ν. 2238/1994 (Α΄151), όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν  στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για την καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Στο άρθρο 115 του ν. 2238/1994 ορίζεται ότι: «1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους… 2. … 3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής : α) Αν έχει γίνει παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που έχουν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά, β) Αν δεν έχει γίνει παρακράτηση του φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο  που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου» (η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 2648/1998, Α΄ 238). Τέλος, στο άρθρο  4 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 356/1974, ΦΕΚ Α΄ 90) ορίζεται ότι : «1. Άμα τη βεβαιώσει  ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται  επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν της  τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. Η ειδοποίησις αποστέλλεται προς τον οφειλέτην δια της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι’ υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου… 2. Η κατά την προηγουμένην  παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται  προς επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου  λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων».

Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994, όπως εφαρμόζονται ήδη και για την καταβολή των οφειλόμενων στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών, δεν δημιουργούν ιδία υποχρέωση των προσώπων που είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή ή διευθύνοντος συμβούλου ανωνύμου εταιρίας κατά το χρόνο που ορίζεται στο άρθρο αυτό, αλλά πρόσθετη ευθύνη των προσώπων αυτών προς πληρωμή των οφειλών προς το Ι.Κ.Α. που καταλογίστηκαν σε βάρος της εταιρίας, η ευθύνη, δε, αυτή δεν ανάγεται στο στάδιο της εν ευρεία εννοία βεβαίωσης των οφειλών αυτών, αλλά στο στάδιο της είσπραξής τους. Επομένως, τα πιο πάνω πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν  προσφυγή κατά της πράξης των οργάνων του Ι.Κ.Α., με την οποία προσδιορίζονται και καταλογίζονται στην ανώνυμη εταιρία οι οφειλόμενες από αυτήν ασφαλιστικές εισφορές, ενώ για την ενεργοποίηση της ευθύνης τους δεν απαιτείται να επαναληφθεί  σε βάρος τους η διαδικασία της εν ευρεία εννοία βεβαίωσης των ασφαλιστικών εισφορών, με έκδοση καταλογιστικής πράξης σε βάρος τους και κοινοποίησής της προς τα πρόσωπα αυτά, ώστε να  υπόκειται από μέρους τους σε προσφυγή, ούτε η επ’ ονόματί τους ταμειακή βεβαίωση του οφειλόμενου εκ των πιο πάνω εισφορών ποσού, βάσει της ταμειακής βεβαίωσης που έχει εκδοθεί επ’ ονόματι της εταιρίας. Η ερμηνεία αυτή των ανωτέρω διατάξεων δεν αποστερεί τα πιο πάνω πρόσωπα της δικαστικής προστασίας, που αυτά δικαιούνται σύμφωνα  με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή κατά της σε βάρος της εταιρίας καταλογιστικής πράξης, δύνανται με την ανακοπή, που ασκούν σύμφωνα με το άρθρο 217 και επόμενα του Κ.Δ.Δ., να προβάλλουν λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσία βάσιμο της απαίτησης του Ι.Κ.Α., εκτός εάν, κατόπιν προσφυγής της εταιρίας κατά της καταλογιστικής πράξης – στη δίκη επί της προσφυγής αυτής τα ανωτέρω πρόσωπα δύνανται να παρέμβουν,  σύμφωνα με τα άρθρα 113 και 114 του Κ.Δ.Δ. – έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία έχει κριθεί, κατ’ ουσίαν, η νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης (πρβλ. ΣτΕ 708/2008, 2712/2002, 2019/2001). Δεδομένου, όμως, ότι οι διαχειριστές και οι διευθύνοντες σύμβουλοι  των ανωνύμων εταιριών δεν είναι τα υποκείμενα της πιο πάνω οικονομικής υποχρέωσης, δεν έχουν μετάσχει στη σχετική διαδικασία ελέγχου και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη, την οποία, άλλωστε, δεν νομιμοποιούνται να προσβάλουν, αλλά είναι τρίτοι, των οποίων η ευθύνη γεννάται το πρώτον κατά το στάδιο της είσπραξης της οφειλής που βεβαιώθηκε επ’ ονόματι της εταιρίας, τα πρόσωπα αυτά αποκτούν κατά τον  Κ.Ε.Δ.Ε. την ιδιότητα του οφειλέτη μόνον από και δια της έκδοσης και κοινοποίησης προς αυτά  της ατομικής ειδοποίησης,  που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., μέσω της οποίας πληροφορούνται την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους και τους παρέχεται η δυνατότητα είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας ανακοπή κατά της ταμειακής βεβαίωσης, είτε να προβούν σε ρύθμιση του χρέους τους. Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη κατά των πιο πάνω προσώπων οποιουδήποτε  μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση  προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., η παράλειψη της οποίας καθιστά άκυρη  τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι και η κατάσχεση ακινήτου, ενώ η παρ. 3 του ίδιου άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι «η παράλειψις αποστολής  της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου  ειδοποιήσεως ουδεμίαν  ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων», δεν έχει, οπωσδήποτε, εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τρίτων, ευθυνόμενων προσθέτως και αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, εφόσον τυχόν εφαρμογή της θα απέληγε είτε στη λήψη αναγκαστικών μέτρων σε βάρος τους χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν  το χρέος τους, είτε στην απώλεια  σταδίου δικονομικής προστασίας (πρβλ. ΣτΕ 708/2008, 3219, 1639/2003).

 

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email : info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί