Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Διορισμός πραγματογνώμονα. Κλήτευση ή μη των διαδίκων στην όρκιση;

Από τις διατάξεις των άρθρων 110§1, 343, 375, 383 και 385 ΚΠολΔ, προκύπτουν, εκτός άλλων, ότι: α)κατά την ορκοδοσία των πραγματογνωμόνων δεν απαιτείται κλήτευση των διαδίκων (ή των τεχνικών του συμβούλων). Συνεπώς η παράλειψη τέτοιας κλητεύσεως δεν προκαλείται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη (βλ.ΑΠ 770/1987 σε Δίκη 19,880, ΑΠ 1690/1985 σε Δίκη 17, 986 και 988).

Κατά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι επίσης απαραίτητο να κληθούν οι διάδικοι και, συνακόλουθα, η παράλειψη τέτοιας κλητεύσεως δεν προκαλεί ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης (βλ.ΑΠ 741/1974 Αρχ.Νομ. 26,159, ΕφΑθην. 6913/1998 ΕλλΔνη 39,1680), γ) η παράλειψη κοινοποιήσεως της αποφάσεως, που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονα, δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται μόνον με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης κατά το άρθρο 159§3 ΚΠολΔ δηλαδή εάν το δικαστήριο κρίνει ότι η παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 375 προκάλεσε στον διάδικο, που την προτείνει, βλάβη η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητας (βλ,ΑΠ 231/1996 Ελ.Δ/νη 37, 1604, Εφ,Αθην. 6913/1998 ό.π., Εφ.Πειρ. 600/1994 Ελ.Δ/νη 36, 706, 550/2009 ΕΦ ΠΑΤΡ).

Η ακυρότητα αυτή επέρχεται μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 2037/2009, ΝοΒ 2010, 984, ΑΠ 207/2001, ΕλλΔνη 2001, 732), της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί μη πρόκλησης, από την παράβαση της ως άνω διάταξης, στον διάδικο που την πρότεινε, βλάβης μη ελεγχόμενης αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως αναγόμενης σε εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 207/2001, ΕλλΔνη 42,731, ΑΠ 231/1996, ΕλλΔνη 37,1604). Τέτοια ύπαρξη δικονομικής βλάβης έχει κριθεί ότι υπάρχει όταν ο διάδικος στερήθηκε τη δυνατότητα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο (ΑΠ 1065/1991, ΕλλΔνη 33,563, ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, 486, ΕφΘεσ 1515/2001, Αρμ. 2002, 79 contra ΠΠρΑθ 2494/2002, Αρμ. 2003, 1656, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συνιστά δικονομική βλάβη ο ισχυρισμός του διαδίκου, ότι λόγω της παράλειψης κοινοποίησης της απόφασης στερήθηκε της ευχέρειας να διορίσει ο ίδιος τεχνικούς συμβούλους, καθότι ο διορισμός τους είναι δυνατός και μετά την έναρξη διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης, η δε γνωστοποίηση της δικής τους θέσης μπορεί να γίνει και μετά την υποβολή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, πριν από την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης), ο διορισμός του οποίου μπορεί να γίνει και μετά την έναρξη διεξαγωγής αποδείξεων, δηλαδή και μετά την έκδοση και επίδοση της προδικαστικής απόφασης (ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, 486, 108/2014 ΕΙΡ ΡΟΔ).

Επί του ανωτέρω ζητήματος η υπ’ αριθ. 2281/2009 απόφαση του ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ έκρινε τα ακόλουθα:

Κατά την διάταξη του άρθρου 375 του ΚΠολΔ, αντίγραφο της αποφάσεως που διατάσσει το διορισμό και εκείνης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες, κοινοποιούνται μόλις δημοσιευθούν στους διαδίκους και στους πραγματογνώμονες με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστού που την έχει εκδώσει. Η παράλειψη της κοινοποιήσεως της ως άνω αποφάσεως δεν είναι με ποινή ακυρότητας της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται μόνον με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 207/2001 Νόμος, ΑΠ 231/1996 ΕλλΔνη 1996.1605, ΕφΔωδ 135/2005 Νόμος, Εφθεσ 1592/2003 Αρμ 2003.1265). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 391 παρ. 1 του ίδιου ως άνω κώδικα, αν το δικαστήριο διορίζει πραγματογνώμονες, κάθε διάδικος μπορεί να διορίσει από ένα τεχνικό σύμβουλο, που έχει την ικανότητα να διορισθεί πραγματογνώμονας, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 392 παρ. 2 και 3 αυτού, ο τεχνικός σύμβουλος του διαδίκου βοηθάει αυτόν με τις τεχνικές του γνώσεις και μπορεί να παρίσταται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που παρίστανται οι πραγματογνώμονες, καθώς επίσης μπορεί, μετά την υποβολή της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων και προ της συζητήσεως της υποθέσεως, να αναπτύξει τις γνώμες του επί της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου, ή να υποβάλει αυτές εγγράφως, ως και να απευθύνει ερωτήσεις προς τους πραγματογνώμονες. Στην ως άνω απόφαση αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι, με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις τους, αμφισβήτησαν το κύρος της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, ισχυριζόμενοι ότι η υπ αριθμ. 12.124/2007 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποίαν διατάχθηκε η διενέργεια της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και διορίσθηκε πραγματογνώμονας, ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτούς, με αποτέλεσμα να στερηθούν των δικαιωμάτων τους να ζητήσουν την εξαίρεση του διορισθέντος πραγματογνώμονα και να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προβλήθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι, αορίστως ισχυρίσθηκαν, ότι στερήθηκαν του δικαιώματος τους να ζητήσουν την εξαίρεση του διορισθέντος, από το Δικαστήριο, πραγματογνώμονα, χωρίς όμως να εκτίθεται κάποιος λόγος, για τον οποίον θα ζητούσαν την εξαίρεση αυτού, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει το στοιχείο της ανεπανόρθωτης βλάβης, ενώ η παράλειψη της επιδόσεως της αποφάσεως, με την οποίαν διατάχθηκε η διενέργεια της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και διορίσθηκε πραγματογνώμονας, δεν εμπόδιζε αυτούς, να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο, διότι μπορούσαν να διορίσουν τέτοιον και μετά την έναρξη της πραγματογνωμοσύνης, ο δε σύμβουλος τους, θα μπορούσε να αναπτύξει τις απόψεις και παρατηρήσεις του και μετά την υποβολή του πορίσματος του πραγματογνώμονα πριν από την περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως, αλλά και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΕφΔωδ 135/2005 Νόμος, Εφθράκ 325/1996 Αρμ 1996.1211). Εφόσον λοιπόν οι εναγόμενοι δεν υπέστησαν κάποια δικονομική βλάβη, η ανωτέρω ένσταση τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε πραγματογνωμοσύνη μπορεί να ληφθεί υπόψη του δικαστηρίου μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί