Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Εφαρμοστέες διατάξεις στη σύμβαση διεθνούς μεταφοράς. Αποζημίωση σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων

Σύμβαση της Γενεύηςγια τις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (CMR), που υπογράφηκε στις 19.5.1956 και κυρώθηκε με το Ν. 559/1977 και έκτοτε αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτής, ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, τη διενέργεια αμειβόμενης μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών, εφόσον η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 17 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη αυτών, που συνέβη μεταξύ του χρόνου που παρέλαβε τα εμπορεύματα και του χρόνου της παράδοσής τους.Η σύμβαση μεταφοράς, είτε πρόκειται για εσωτερική είτε για διεθνή μεταφορά, αφορά, κατ’ αρχήν, τρία πρόσωπα, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, το μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και τον παραλήπτη. Πρόκειται για συμβατική ευθύνη του μεταφορέα προς αποζημίωση εκείνου που είχε το δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα και ο οποίος μπορεί να είναι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων. Η  συμβατική αυτή ευθύνη ενδέχεται να συρρέει με αδικοπρακτική ευθύνη του μεταφορέα που μπορεί κατά το άρθρο 914 ΑΚ να υπάρχει, έναντι του κυρίου μόνον των εμπορευμάτων, αν η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων, ως πράξη παράνομη, οφείλεται σε υπαιτιότητα του μεταφορέα (ΑΠ 420/2003, ΑΠ 1060/2003). Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5, 6, 12, 13 παρ. 1 εδ. β και 17 παρ. 1 της παραπάνω Σύμβασης για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων (CMR), προκύπτει ότι, η σύμβαση μεταφοράς επιβεβαιώνεται με τη σύνταξη του δελτίου παράδοσης, το οποίο εκδίδεται σε τρία αντίγραφα, που υπογράφονται από τον αποστολέα και τον μεταφορέα.Το πρώτο από αυτά παραδίδεται στον αποστολέα, το δεύτερο συνοδεύει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα και το τρίτο κρατείται από τον μεταφορέα.Σύμφωνα με αυτή, μετά την άφιξη των εμπορευμάτων στον τόπο παράδοσής τους, ο παραλήπτης δικαιούται να ζητήσει από το μεταφορέα να του παραδώσει το δεύτερο αντίγραφο του άνω δελτίου, καθώς επίσης και τα εμπορεύματα.

Στη διάταξη του άρθρου 34 της ίδιας ως άνω Σύμβασης της Γενεύης ορίζεται ότι «Εάν μεταφορά διεπομένη υπό μοναδικού συμβολαίου εκτελεστεί υπό διαδοχικών οδικών μεταφορέων, έκαστος εξ αυτών θα είναι υπεύθυνος δια την εκτέλεση ολοκλήρου της εργασίας, του δευτέρου μεταφορέως και εκάστου επομένου τοιούτου καθισταμένων συμβαλλομένων εις το συμβόλαιο μεταφοράς».Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όταν, επί περισσοτέρων μεταφορέων, ο ένας διαδέχεται τον άλλο σε τμήματα της μεταφοράς, οπότε σε περίπτωση ολικής ή μερικής βλάβης των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ευθύνονται όλοι έναντι του παραλήπτη. Απότις διατάξεις των άρθρων 34 επ. Ν.559/1977, δηλαδή, συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση της εννοίας των «διαδοχικών μεταφορέων»,απαιτείται το όλο μεταφορικό έργο να αναλαμβάνεται ή (και) να πραγματοποιείται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, καθένα εκ των οποίων αναλαμβάνει ή (και) πραγματοποιεί ένα συγκεκριμένο τμήμα της μεταφοράς, δηλαδή τη μετακόμιση εμπορεύματος από έναν τόπο σε άλλον. Η έννοια, εξάλλου, των διαδοχικών μεταφορέων προϋποθέτει την ύπαρξη διαδοχικών μεταφορών.Είναι σαφές δηλαδή ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όταν επί περισσοτέρων μεταφορών, ο ένας διαδέχεται τον άλλο σε τμήματα της μεταφοράς, οπότε σε περίπτωση ολικής ή μερικής βλάβης των μεταφερομένων εμπορευμάτων ευθύνονται όλοι έναντι του παραλήπτη (βλ. και αρ. 36). Για την εις ολόκληρο ευθύνη, έναντι του παραλήπτη του εμπορεύματος, των προσώπων,  τα  οποία αναφέρονται  στα  άρθρα 34  και 36 της Διεθνούς Σύμβασης απαιτείται  το  μεν η  μεταφορά αυτή να διέπεται από μία και μοναδική σύμβαση μεταφοράς, το δε να έχει εκδοθεί το δελτίο παράδοσης, το οποίο αποτελεί, για την  εις  ολόκληρο ευθύνη  των  διαδοχικών μεταφορέων, συστατικό  και  όχι αποδεικτικό  στοιχείο (βλ. ΕφΑθ 10528/1987 ΕλΔ 29 σελ. 354, 6447/1985 οπ. παραπ.).  Ο υπαίτιος δε για την καταστροφή ή βλάβη των εμπορευμάτων μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνο για τις δικές του πράξεις και παραλείψεις ,αλλά και για τις πράξεις ή παραλείψεις των πρακτόρων ή προστηθέντων ή υπαλλήλων του κλπ , σαν να ήταν δικές του (άρθρο 3 CMR).

Η ευθύνη των αναφερόμενων προσώπων (διαδοχικών μεταφορέων) είναι νόθος αντικειμενική, ευθυνόμενα και αν ακόμη δεν βαρύνει αυτούς πταίσμα (των ιδίων ή των προστηθέντων κ.λ.π) (ΕφΠειρ 1379/1987 ΕλΔ 29,753), καθώς από τη διάταξη του αρ. 17 παρ. 2 της ίδιας ως άνω σύμβασης (C.M.R.) προκύπτει ότι ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα εμπορεύματα που παρέλαβε, στον τόπο που έχει συμφωνηθεί και ότι ο ίδιος ευθύνεται για κάθε απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων, τα οποία μεταφέρθηκαν, εφόσον η απώλεια ή βλάβη επήλθε από την παραλαβή και μέχρι την παράδοσή τους (1012/2002 Εφ Πατρ). Έτσι, αυτός που ζημιώθηκε από μία μεταφορά που υπόκειται στη CMR εξαιτίας βλάβης, απώλειας ή καθυστέρησης των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αξιώσεις εναντίον του μεταφορέα που θεμελιώνονται στις διατάξεις της CMR και στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

Από  τις διατάξεις των άρθρων 12, 13 της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης CMR, δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω απώλειας η βλάβης των μεταφερομένων πραγμάτων και συνεπώς νομιμοποιούμενος ενεργητικώς έναντι του μεταφορέα σε άσκηση των δικαιωμάτων από τη σύμβαση μεταφοράς, είναιείτε ο αποστολέας είτε ο παραλήπτης των πραγμάτων, αναλόγως του ποιος από τους δύο έχει το δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων. Το δικαίωμα αυτό του αποστολέα παύει όταν το δεύτερο αντίγραφο του δελτίου παράδοσης παραδοθεί στον παραλήπτη, ή αν ο παραλήπτης ασκήσει το δικαίωμα αυτό  (Ι. Ρόκας, Αστική ευθύνη στην οδική μεταφορά πραγμάτων, σελ. 302 επ.).

Ο παραλήπτης,  που  ενάγει για την βλάβη των πραγμάτων του, που παρέλαβε, δεν είναι  ανάγκη,  σύμφωνα με  αυτά,  που εκτέθηκαν  προηγουμένως,  να αναφέρει στο  δικόγραφο  της αγωγής του την αιτία της ζημίας και την κατάσταση,  στην οποία  βρίσκονταν  τα εμπορεύματα  στο  χρόνο  της παραλαβής,  γιατί  η ευθύνη  του  μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική ευθύνη.  Επίσης  δεν χρειάζεται  να  καθορίζεται ακριβές  χρονικό σημείο,  κατά το οποίο επήλθε η βλάβη. Αρκεί μόνο να μνημονεύει στην αγωγή του, ότι η ζημία  των εμπορευμάτων  συντελέσθηκε στο χρονικό διάστημα, που άρχισε από την παραλαβή τους και τελείωσε με την  παράδοσή τους(βλ. Ι.Ρόκα, ό.π. σελ. 175, 196, 210 και 313, ΕφΑθ 8147/1986  ό.π.,  5663/1985 ό.π., 1542/1988 ΕΦ ΠΕΙΡ). Άλλωστε όπως έχει κριθεί και από τη νομολογία και θεωρίαο μεταφορέας υπέχει νόθα αντικειμενική ευθύνη για τη βλάβη των μεταφερόμενων πραγμάτων και για τις πράξεις και παραλείψεις των προσώπων, στα οποία ανέθεσε την εκτέλεση της μεταφοράς γι’ αυτό και το δικόγραφο της αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρει την αιτία και το ακριβές χρονικό σημείο της ζημίας ούτε την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα πράγματα κατά το χρόνο παραλαβής, αρκεί να αναφέρει ότι η ζημία συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς(ΕΠειρ 1209/92 ΕΕμπΔ 1993, 42, ΕΑ 4926/88 Δνη 30/144, Β. Βαθρακοκοίλης ΕρΝομΑΚ άρθρο 681, σελ. 642).

Με τη συνδρομή της ηθελημένης κακής διαχείρισης ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος.Δηλαδή, ο μεταφορέας και το πρόσωπο που χρησιμοποιήθηκε από αυτόν ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Συμβάσεως της Γενεύης, αν ο δικαιούχος της αποζημιώσεως ενάγων ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή από πταίσμα που, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας το δικαστήριο της οποίας επιλήφθηκε της υποθέσεως, ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση (696/2014 Εφ Θεσσαλ).Από τις διατάξεις της διεθνούς Σύμβασης CMR δεν αποκλείεται η παράλληλη ευθύνη του μεταφορέα, σε περίπτωση βλάβης των μεταφερομένων εμπορευμάτων που οφείλεται σε πταίσμα του μεταφορέα, και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών σύμφωνα με τη γενική αρχή της συρροής συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, αλλά αντίθετα τέτοια συρροή αναγνωρίζεται έμμεσα με τα άρθρα 28 και 29 της Σύμβασης αυτής.Για να υπάρχει, όμως, ευθύνη τούτου σε πλήρη αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 297,298 ΑΚ, η οποία (αποζημίωση) περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος,απαιτείται η ζημία να προκλήθηκε από «ηθελημένη κακή διαχείριση» του μεταφορέα(ΑΠ 2010/1990, ΕφΘεσ 791/2011, ΕφΘεσ 915/2007 δημ. Νόμος, ΕφΘεσ 3364/1990 Αρμ 1990. 1190, ΕφΘεσ 1862/1988 Αρμ 1989. 227). Όπως έχει κριθεί δε από τη νομολογία ηθελημένη κακή διαχείρισησυνιστά όχι μόνο ο δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, αλλά και η συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του, ότι η πράξη του ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς, όμως, κατ’ ανάγκη και να το αποδέχεται(ΑΠ Ολ 18/1998 ΕΕμπΔ 1998, 536, ΑΠ 1729/2014, ΑΠ 1795/2012, ΑΠ 1319/2011, ΑΠ 1885/2005, ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 759/2014, ΕφΑθ 5442/2012, ΕφΑθ 6017/2009, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΛαρ 157/2009, ΕφΘεσ 696/2014, ΕφΘεσ 915/2007, ΕφΘεσ 26/2006 Nomos).Ο χρόνος για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά του μεταφορέα αναφορικά με αξιώσεις από την παραπάνω Διεθνή Σύμβαση ορίζεται με το άρθρο 32 παρ. 1 της Σύμβασης σε τρία έτη, αν πρόκειται για ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή εξομοιούμενη μ’ αυτή αμέλειά του (353/2015 Εφ Αθ). Συνεπώς, προς θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως προς αποζημίωση απαιτείται να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία, σύμφωνα με την ΑΚ 914, σε  συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 της ΔΣ CMR, στις οποίες περιλαμβάνεται, εκτός των άλλων, και η ζημία που υπέστη ο δικαιούχος λόγω της βλάβης ή απώλειας των μεταφερομένων αντικειμένων (ΑΠ 1107/2002 ΕλλΔνη 45. 85, ΑΠ 820/2002 ΕΕΝ 70. 509, ΕφΑΘ 6026/2001 ΕλλΔνη 45. 819, ΕφΠειρ 118/1995 ΕλλΔνη 36. 1573), καθώς και η υπαιτιότητα του μεταφορέα με την ανωτέρω μορφή της «ηθελημένης κακής διαχείρισης» (ΕφΘεσ 791/2011, ΕφΘεσ 426/2008 δημ. Νόμος, ΕφΘεσ 437/2002, ΕφΘεσ 3592/1999 δημ. Νόμος, 6/2014 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ).Η ηθελημένη κακή διαχείριση δεν ταυτίζεται, ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται. Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου(1022/2017 ΕΦ ΑΘ (ΜΟΝ).

 

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί