Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Εφαρμοστέο δίκαιο επί συμφώνων συμβίωσης που καταρτίζονται στην αλλοδαπή (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 4356/2015)

Το άρθρο 13 του Ν. 4356/2015 («Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α΄181/24-12-2015) που αναμόρφωσε[1] το εισαχθέν δια του Ν. 3719/2008 νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το θεσμό του συμφώνου συμβίωσης, ορίζει ότι «1. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον τούτο καταρτίζεται στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής. 2. Οι προϋποθέσεις σύναψης, οι σχέσεις των μερών μεταξύ τους και οι προϋποθέσεις και συνέπειες της λύσης των συμφώνων συμβίωσης, που δεν υπάγονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διέπονται από το δίκαιο του τόπου όπου καταρτίστηκαν. Για την κληρονομική διαδοχή εφαρμόζονται οι σχετικοί κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Κατά τα λοιπά, τα σύμφωνα συμβίωσης της παρούσας παραγράφου δεν αναπτύσσουν στην ελληνική έννομη τάξη περισσότερα αποτελέσματα από αυτά που προβλέπονται στον παρόντα νόμο».

Κατ’ εφαρμογή, λοιπόν, των προβλέψεων του άρθρου 13 παρ. 2 εδ. α΄ του Ν. 4356/2015, οι προϋποθέσεις σύναψης, οι σχέσεις των μερών μεταξύ τους και οι προϋποθέσεις και συνέπειες της λύσης των συμφώνων συμβίωσης που δεν υπάγονται στην παρ. 1 του άρθρου 13, διέπονται από το δίκαιο του τόπου όπου καταρτίστηκαν. Όπως παρατηρείται από τη Μ. Ψάρρα[2], δικαιολογητική βάση της ρυθμίσεως αυτής είναι το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος θεσμός είναι σχετικά «νέος», ρυθμίζεται δε κατά τρόπο διαφορετικό στο πλαίσιο των διαφόρων εννόμων τάξεων. Έτσι, με την εφαρμογή ενός άλλου δικαίου και όχι του δικαίου του κράτους καταρτίσεως του συμφώνου, ελλοχεύει ιδίως κίνδυνος να θεωρηθεί από το ελληνικό forum ότι το κύρος ενός συμφώνου συμβίωσης καταρτισθέντος στην αλλοδαπή πάσχει από ορισμένο ελάττωμα ως προς το κύρος του. Ως δίκαιο, δε, του τόπου όπου καταρτίσθηκε το σύμφωνο, πρέπει να νοείται το ουσιαστικό δίκαιο του εν λόγω κράτους και όχι οι σχετικοί κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου αυτού.

Αναφορικά με τα ζητήματα κληρονομικής διαδοχής των μερών, σύμφωνα με το εδ. β΄ του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν. 4356/2015 εφαρμοστέοι είναι οι σχετικοί κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που ισχύουν στο forum (βλ. 28 ΑΚ καθώς και τις προβλέψεις του Κανονισμού 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ρώμη IV), σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου). Προσέτι, καίτοι η παρ. 2 του υπό κρίσιν άρθρου δεν περιέχει ρητή πρόβλεψη, όσον αφορά στις λοιπές σχέσεις που απορρέουν από ένα σύμφωνο συμβίωσης καταρτισθέν στην αλλοδαπή (όπως οι σχέσεις γονέων-τέκνων και οι υποχρεώσεις διατροφής), εφαρμοστέοι είναι οι αντίστοιχοι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που ισχύουν στο forum για τις εν λόγω σχέσεις.

Άλλωστε, κατά τα οριζόμενα στο εδ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν. 4356/2015, τα σύμφωνα συμβίωσης που καταρτίζονται στην αλλοδαπή δεν αναπτύσσουν στην ελληνική έννομη τάξη περισσότερα αποτελέσματα από αυτά που προβλέπονται στο Ν. 4356/2015. Βέβαια, όπως επισημαίνεται από τη Μ. Ψάρρα, η εν λόγω πρόβλεψη χωρεί εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες, για τη ρύθμιση της οικείας σχέσης, δεν καλείται σε εφαρμογή κανόνας ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που εντοπίζεται σε ενωσιακό κανονισμό (λ.χ. στον Κανονισμό 650/2012 για την κληρονομική διαδοχή).

Ακόμη, όσον αφορά στην επιφύλαξη της δημόσιας τάξεως, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 33 ΑΚ, τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν διάταξη αλλοδαπού δικαίου, εάν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη. Εντούτοις, συνεκτιμώμενης της αναμφίλεκτης ανομοιογένειας που υπάρχει αναφορικά με τη ρύθμιση του συμφώνου συμβίωσης στις διάφορες εθνικές έννομες τάξεις, η ελληνική δημόσια τάξη, υπό την έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, δε θα πρέπει να ενεργοποιείται κάθε φορά που οι ρυθμίσεις του καλούμενου σε εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου αποκλίνουν από τις αντίστοιχες του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Τούτο, δε, θα πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις, όπου το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ αλλοδαπών έχει συναφθεί και αναπτύξει τα αποτελέσματά του εξ ολοκλήρου στην αλλοδαπή.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι τα ανωτέρω εκτιθέμενα καταλαμβάνουν σύμφωνα συμβίωσης που καταρτίζονται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4356/2015 που συντελέστηκε με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 24η/12/2015 (άρθρα 62 παρ. 2 και 69 του Ν. 4356/2015). Αντιθέτως, τα σύμφωνα συμβίωσης που καταρτίσθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4356/2015, εξακολουθούν να διέπονται από το Ν. 3719/2008 (άρθρο 62 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 4356/2015), το άρθρο 13 του οποίου προέβλεπε ότι «Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον αυτό έχει καταρτισθεί στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εφαρμόζεται το δίκαιο που ορίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου». Όπως παρατηρείται, το κενό δικαίου που προέκυπτε από το τελευταίο εδάφιο του εν λόγω άρθρου του Ν. 3719/2008, έθετε σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με την κατ’ αναλογία εφαρμογή κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που αφορούν όμοιες περιπτώσεις. Η εξεύρεση, δε, της ευκταίας λύσης προϋπέθετε πολύπλοκες αναλύσεις περί νομικού χαρακτηρισμού του συμφώνου συμβίωσης, με αποτέλεσμα την ανασφάλεια δικαίου, ιδίως όταν έπρεπε να κριθούν ζητήματα της ύπαρξης ή του κύρους του, καθώς και των σχέσεων των μερών μεταξύ τους.  Ενόψει τούτου, αξιολογείται αρνητικά το γεγονός ότι δεν προβλέφθηκε η αναδρομική εφαρμογή του ειδικού κανόνα συγκρούσεως του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν. 4356/2015 για τα σύμφωνα συμβίωσης που είχαν συναφθεί προ της έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, τα συμβαλλόμενα μέρη θα βρίσκονται αντιμέτωπα με το κενό δικαίου που απορρέει από το εδ. β΄ του άρθρου 13 του Ν. 3719/2008[3].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Με το Ν. 4356/2015 επήλθαν σημαντικές μεταβολές τόσο σε επίπεδο ουσιαστικού δικαίου, με την επέκταση της δυνατότητας συνάψεως συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια (εξέλιξη που υπαγορεύτηκε, μεταξύ άλλων, λόγω της καταδίκης της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 7ης/11/2013 στην υπόθεση Βαλλιανάτος κ.ά. κατά Ελλάδος), όσο και σε επίπεδο ιδιωτικού διεθνούς δικαίου με την υιοθέτηση του ειδικού κανόνα συγκρούσεως του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν. 4356/2015 για τα σύμφωνα συμβίωσης που συνάπτονται στην αλλοδαπή. Για τα διαλαμβανόμενα στο παρόν άρθρο, βλ. Μ. Ψάρρα σε Οικογενειακό Διεθνές Δίκαιο (Επιμέλεια: Χ. Σπ. Τσούκα), Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 159-166 (σελ. 160-161).

[2] Βλ. όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 164 επ..

[3] Βλ. όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 161-162.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί