Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ευθύνη προστήσασας ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων για την αδικοπραξία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου της στη διάθεση μεριδίων, ο οποίος ιδιοποιήθηκε τα ποσά που του καταβλήθηκαν. Παραπομπή της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση γιατί το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες (βλ. ΑΠ 924/2007, ΔΕΕ 2008, 1386 με σημ. Ι. Βενιέρη)

Κατά το άρθρο 334 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν 3043/2002, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα (παρ. 1). Η ευθύνη μπορεί από πριν να περιοριστεί ή να αποκλειστεί, εκτός αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής (παρ. 2). Στην περίπτωση κατά την οποία οι όροι που καθιερώνουν τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό της εν λόγω ευθύνης (απαλλακτικές ρήτρες), που μπορεί να αφορούν και σε ευθύνη από πρόστηση, αποτελούν περιεχόμενο εγγράφου, αυτοί είναι έγκυροι εφόσον το έγγραφο υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο εκείνου υπέρ του οποίου έχουν τεθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της από 30.10.1996 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, με αίτημα να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 40.000.000 δρχ., ως αποζημίωση για αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο προστηθείς από την ίδια αντιπρόσωπός της στην Πάτρα Μ1, αφού προηγουμένως είχε προηγηθεί αναίρεση με την 827/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου της αρχικώς εκδοθείσας 482/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αφού, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή είχε απορριφθεί. Με τον πρώτο, μέρος πρώτο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 ΑΚ, την οποία δεν την εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, και περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη εφαρμογής της σε σχέση με την απαλλακτική ρήτρα της μη ευθύνης προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία «A.E. AΕΔΑΚ», για τη διάθεση μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου «Ε.Μ.» και του αμοιβαίου κεφαλαίου «Ε.Σ.», είχε προστήσει, ως αντιπρόσωπο, του υποκαταστήματός της στην …, τον Μ1, τον οποίο είχε εφοδιάσει με έντυπα αιτήσεων αγοράς μεριδίων. Ο τελευταίος δεν είχε δικαίωμα να εισπράττει χρήματα από ενδιαφερόμενους επενδυτές. Γι’ αυτό και στις παραπάνω αιτήσεις, αναγραφόταν ο τρόπος καταβολής της αξίας αγοράς των μεριδίων, ήτοι α) με επιταγή στο όνομα «A.E. ΑΕΔΑΚ» και β) με κατάθεση στο όνομα «A.E. ΑΕΔΑΚ» στις Τράπεζες Ευρωεπενδυτική, Εθνική και Ιονική στους αναφερόμενους λογαριασμούς. Ο εκκαλών, ενδιαφερόμενος να επενδύσει 1) το ποσό των 10.000.000 δραχμών σε μερίδιο του αμοιβαίου κεφαλαίου «Ε.Μ.» και 2) το ποσό των 30.000.000 δρχ. σε μερίδιο του αμοιβαίου κεφαλαίου «Ε.Σ.», που σύμφωνα με τα προαναφερόμενα διαχειριζόταν η εφεσίβλητη, επισκέφθηκε την 14.10.1995 και 13.1.1996, αντιστοίχως, τον ως άνω αντιπρόσωπό της Μ1 στο υποκατάστημά της στην …., ο οποίος τον διαβεβαίωσε α) ότι είναι εξουσιοδοτημένος να εισπράττει χρήματα για λογαριασμό της (εφεσίβλητης), ως αντίτιμο της συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαιά της, β) ότι με την υπογραφή των αντιστοίχων αιτήσεων αγοράς ολοκληρωνόταν η σχετική διαδικασία και γ) ότι οι τίτλοι θα του παραδιδόταν αργότερα, αποκρύπτοντας ότι δεν είχε εξουσία εισπράξεως χρημάτων. Έτσι, ο εκκαλών πείστηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του Μ1, υπέγραψε τις αιτήσεις αγοράς, χωρίς να αναγνώσει το περιεχόμενό τους για τον τρόπο καταβολής της αξίας αγοράς των μεριδίων, και κατέβαλε σ’ αυτόν το συνολικό ποσό των 40.000.000 δρχ., τα οποία δεν απέδωσε στην εφεσίβλητη, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Για την αδικοπραξία αυτή του προστηθέντος, ευθύνεται η προστήσασα αυτόν εφεσίβλητη, καθόσον εκείνος ενήργησε επ’ ευκαιρία της ιδιότητός του ως αντιπροσώπου της στη διάθεση των παραπάνω μεριδίων και αντίθετα προς τις εντολές της, ως προς τον τρόπο καταβολής της αξίας τους, που ήταν γνωστός σ’ αυτόν και τον απέκρυψε από τον εκκαλούντα, μεταξύ δε της απατηλής συμπεριφοράς του και της παρακράτησης των χρημάτων, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η παρακράτηση αυτή δεν θα γινόταν χωρίς την ιδιότητά του ως προστηθέντος αντιπροσώπου στη διάθεση των εν λόγω μεριδίων. Περαιτέρω, είναι γεγονός ότι στις ανωτέρω αιτήσεις αναγραφόταν με μικρά γράμματα η φράση ότι «η εταιρία δεν φέρει καμιά ευθύνη για ποσό που θα καταβληθεί σε μετρητά στον πωλητή». Η απαλλακτική αυτή ρήτρα για την ευθύνη προς αποζημίωση της εφεσίβλητης, είναι επιτρεπτή από τους περιορισμούς των άρθρων 332 και 334 παρ. 2 ΑΚ. Δεν αποδείχτηκε όμως ότι η εν λόγω ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας κατά την υπογραφή των παραπάνω αιτήσεων από τον εκκαλούντα, σε τρόπο ώστε να απαλλαγεί η εφεσίβλητη από την ευθύνη της προς αποζημίωση. Αντιθέτως, αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών υπέγραψε τις σχετικές αιτήσεις, αγνοώντας ότι συνάπτεται συγχρόνως και τέτοια απαλλακτική ρήτρα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός δεν ανέγνωσε καθόλου το περιεχόμενο των αιτήσεων αυτών, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του προστηθέντος ως άνω αντιπροσώπου της, που ήταν γνωστός στη μικρή κοινωνία της πόλης …., μ’ αποτέλεσμα η ανωτέρω ρήτρα να μην είναι ισχυρά».

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, με το να περιλάβει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμογής της. Και αυτό γιατί, ενώ αρχικά δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος υπέγραψε τις αιτήσεις αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, στις οποίες αναγράφονταν ότι η εταιρία δεν φέρει καμιά ευθύνη για το ποσό που θα καταβληθεί σε μετρητά στον πωλητή και συνεπώς η εξουσία του προστηθέντος πωλητού Μ1 συνίστατο μόνο στην πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι στην είσπραξη των χρημάτων, η οποία καταβολή θα γινόταν με επιταγή στο όνομα «A.E. ΑΕΔΑΚ» ή με κατάθεση στο όνομα «A.Ε. ΑΕΔΑΚ» στις Τράπεζες Ευρωεπενδυτική, Εθνική και Ιονική σε λογαριασμούς που αναφέρονταν στις αιτήσεις, στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος – ενάγων δεν έλαβε γνώση των αιτήσεων που ο ίδιος υπέγραψε αποδεχόμενος το περιεχόμενό τους, διότι, λόγω εμπιστοσύνης που είχε προς τον Μ1, δεν τις ανέγνωσε, και έτσι αγνοούσε ότι περιείχαν την προαναφερόμενη απαλλακτική ρήτρα. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Επί του ως άνω ζητήματος ο κ. Βενιέρης σημειώνει πολύ εύστοχα ότι: «Η παραπάνω απόφαση ασχολήθηκε με το συχνό φαινόμενο της αδικοπρακτικής εκμετάλλευσης επενδυτών από τους υπαλλήλους εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων. Σε αυτήν την περίπτωση ο υπάλληλος υπεξαίρεσε τα χρήματα του επενδυτή αντί να τα αποδώσει στην εταιρία προς επένδυση. Στις αιτήσεις της εταιρίας αναγραφόταν ο ορθός τρόπος καταβολής των χρημάτων από τον πελάτη, δηλαδή χωρίς τη μεσολάβηση του υπαλλήλου. Ωστόσο, ο επενδυτής παρέδωσε στον υπάλληλο τα χρήματα. Η απόφαση έκρινε πως η εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων δεν απαλλάσσεται παρά την διευκρίνιση στις αιτήσεις της. Κρίθηκε, ότι ο επενδυτής δε συμφώνησε την απαλλαγή της εταιρίας από την ευθύνη της. Και άλλες αποφάσεις στη νομολογία έχουν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε κάποιες εξ αυτών θεωρήθηκε, πως η υπογραφή της αίτησης που περιλαμβάνει την παραπάνω ρήτρα σηματοδοτεί την απαλλαγή της ευθύνης της εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων. Αυτό έγινε δεκτό πως ισχύει, ακόμα και αν ο επενδυτής δεν συνειδητοποίησε αυτήν την απαλλαγή. Ο λόγος είναι πως ο επενδυτής διά της απλής αναγνώσεως όφειλε να γνωρίζει την απαλλαγή της εταιρίας. Θεωρήθηκε σε άλλη περίπτωση, πως ο συνδυασμός της απαλλακτικής ρήτρας με άλλα εκ της εταιρίας αναγκαία μέτρα (π.χ. έκδοση Οδηγιών και την πρόβλεψη συγκεκριμένων τρόπων καταβολής του αντιτίμου) απαλλάσσει την εταιρία από την ευθύνη της. Τέλος, στα ίδια πλαίσια, κρίθηκε πως η αποδοχή της απαλλακτικής ρήτρας από τον επενδυτή οδηγεί στην απαλλαγή της εταιρίας, ακόμα και αν ο υπάλληλος διαβεβαίωνε περί της νομιμότητας και της ασφάλειας της κατάθεσης σε αυτόν των χρημάτων. Εκ των παραπάνω, οι περισσότερες αποφάσεις έκριναν πως η εταιρία δεν ευθύνεται λόγω της απαλλακτικής ρήτρας και του οικείου πταίσματος του επενδυτή με βάση το άρθρο 300 ΑΚ. Σε άλλες περιπτώσεις αντιθέτως κρίθηκε, πως η εταιρία ευθύνεται για τα χρήματα που υπεξαίρεσε ο υπάλληλός της παρά τη σχετική ρήτρα στις αιτήσεις της. Αυτό βασίστηκε στο γεγονός πως δεν αποδείχθηκε η γνώση του επενδυτή, όταν υπέγραφε την αίτηση, η οποία συγχρόνως απάλλασσε και την εταιρία από την αντίστοιχη ευθύνη της. Σε άλλη περίπτωση κρίθηκε πως ο επενδυτής όντως αποδέχθηκε την απαλλαγή της εταιρίας· όμως η συμπεριφορά του υπαλλήλου και οι διαδικασίες της εταιρίας δεν επέτρεψαν στον επενδυτή να διαπιστώσει, πως δεν ακολουθούσε τον ασφαλή τρόπο καταβολής των χρημάτων. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η εταιρία να μην απαλλάσσεται. Επίσης, σε άλλη περίπτωση κρίθηκε πως δεν ίσχυε η απαλλακτική ρήτρα καθώς ο υπάλληλος απέκρυψε την ύπαρξή της. Αλλά ακόμα και αν δεν το έκανε, ο επενδυτής λόγω της ηλικίας του και των προσωπικών του χαρακτηριστικών (ελλειπής μόρφωση, εμπειρία), δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της απαλλακτικής ρήτρας. Οι τελευταίες περιπτώσεις ορθώς αντιμετωπίζουν το θέμα της γνώσης του επενδυτή σχετικά με την απαλλαγή της εταιρίας. Θεωρείται άλλωστε, πως η απαλλακτική ρήτρα ισχύει, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος «γνωρίζει ότι συνάπτεται απαλλακτική ρήτρα και επομένως έχει συνείδηση από τι παραιτείται και ποιόν κίνδυνο αναλαμβάνει». Προς την ίδια κατεύθυνση έχει διατυπωθεί η προϋπόθεση της υποχρέωσης συμμόρφωσης της απαλλακτικής ρήτρας με τα άρθρα 178,179 και 281 ΑΚ, προκειμένου να επιτευχθεί «η αποτροπή της εκμετάλλευσης του ασθενέστερου από τον ισχυρότερο συμβαλλόμενο». Στην περίπτωση λοιπόν που ο επενδυτής δε γνωρίζει τις πραγματικές συνέπειες της απαλλακτικής ρήτρας και η εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων ή οι προστηθείσες ασφαλιστικές εταιρίες εκμεταλλεύονται τη συναλλακτική τους θέση, τότε ενδέχεται η απαλλακτική ρήτρα να μην αναπτύσσει τις έννομες συνέπειές της.

Τα παραπάνω είναι ορθά με βάση το εξής σκεπτικό. Η γνώση του επενδυτή για την ασφαλή-νόμιμη διαδικασία καταβολής των χρημάτων ακυρώνεται, όταν με ιδιαίτερες προσπάθειες ο υπάλληλος της εταιρίας πείσει τον επενδυτή για το νόμιμο της παράδοσης των χρημάτων σε αυτόν. Η εταιρία μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει την απαλλαγή της, μόνο όταν παρέχει σταθερή πληροφόρηση του καταναλωτή με τέτοια ποιότητα και ένσταση, ώστε ο καταναλωτής να μην επηρεάζεται εύκολα από τις παροτρύνσεις του υπαλλήλου. Οι (συχνά επίμονες) ενέργειες-συμβουλές του υπαλλήλου-προστηθέντος της εταιρίας ακυρώνουν τις όποιες συνέπειες της απαλλακτικής ρήτρας, όταν ανασυστήνουν τον κίνδυνο που προσπάθησε να καταργήσει η απαλλακτική ρήτρα: δηλαδή τον κίνδυνο ο επενδυτής να καταβάλλει τα χρήματα στον υπάλληλο. Η έλλειψη αποτελεσματικής ενημέρωσης του επενδυτή και η ισχυρή εμπιστοσύνη του προς τον υπάλληλο οδηγούν στην εξαπάτηση και παραπλάνησή του. Έτσι όμως η ευθύνη της εταιρίας αναβιώνει με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, παρά την απαλλακτική ρήτρα. Οι παραπάνω αποφάσεις πάντως παρέλειψαν να εξετάσουν το ζήτημα της ευθύνης της εταιρίας και την αντιμετώπιση-προστασία του επενδυτή με βάση το δίκαιο περί προστασίας του καταναλωτή. Η εφαρμογή του άρθρου 332 ΑΚ δεν αποκλείει την εφαρμογή του Ν 2251/1994. Άλλωστε τόσο η εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων ως παροχέας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εμπίπτει στην έννοια του προμηθευτή, όσο και ο επενδυτής εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή. Με βάση τα παραπάνω πρέπει λοιπόν να ελεγχθεί ο κάθε όρος περί απαλλαγής της εταιρίας, αν συμμορφώνεται με τα άρθρα και τις επιταγές του Ν 2251/1994. Η σχετική απαλλακτική ρήτρα αναλόγως της διατύπωσής της και των συνεπειών της μπορεί να αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 7 περ. β περί περιορισμού των ανειλημμένων υποχρεώσεων του προμηθευτή, περ. ιγ περί αποκλεισμού της ευθύνης του προμηθευτή, περ. ιζ περί παραίτησης του καταναλωτή από τα δικαιώματά του. Επίσης, πρέπει ο αντίστοιχος όρος απαλλαγής να πληροί την αρχή της διαφάνειας που διέπει το δίκαιο του καταναλωτή. Δηλαδή πρέπει ο επενδυτής-καταναλωτής υπογράφοντας τη σχετική αίτηση που εμπεριέχει την ρήτρα να γνωρίζει εξαρχής, στην πραγματική τους έκταση, τα δικαιώματά του, τις υποχρεώσεις του καθώς και τη νομική και οικονομική του θέση. Διαφορετικά ο καταναλωτής δεν γνωρίζει «τι τον περιμένει» στη σύμβαση, «που πατάει». Πολλές εκ των παραπάνω αποφάσεων θα είχαν κρίνει το ζήτημα διαφορετικά υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας αλλά και της προστασίας του καταναλωτή».

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί