Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Έκδοση διαταγής πληρωμής από συναλλαγματική πριν τους ν. 2189/2000 και 2915/2001  – Διακοπή της προθεσμίας με την επίδοση της – Για την αναστολή της παραγραφής της αξίωσης απαιτείται η άσκηση ανακοπής 632 ΚΠολΔ. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα αποκλείει την παραγραφή εν επιδικία. Για να επέλθει 20ετής παραγραφή απαιτείται τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής, καθώς και να μην έχει υποκύψει η αξίωση σε βραχυχρόνια παραγραφή που προβλεπόταν αρχικά

Σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 του Ν 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» η προθεσμία παραγραφής, προκειμένου για απαίτηση από συναλλαγματική, είναι, εφόσον αφορά τον αποδέκτη τριετής και αρχίζει από τη χρονολογία λήξης της συναλλαγματικής. Επομένως, εάν η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική σε βάρος του αποδέκτη αυτής, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του Ν 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» τριετή παραγραφή, από την χρονολογία λήξεως. Την αναστολή της παραγραφής συνεπάγεται μόνο η άσκηση ανακοπής κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, το ανασταλτικό δε αυτό αποτέλεσμα, που αποκλείει την παραγραφή εν επιδικία, διαρκεί μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της ανακοπής με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.

Μέχρι την 15.3.2000 που άρχισε η ισχύς του ν. 2189/2000, με το άρθρο 8 παρ. 6 του οποίου προστέθηκε άρθρο 630Α στον ΚΠολΔ, δεν υπήρχε διάταξη στον ΚΠολΔ με οποία την επιβαλλόταν υποχρέωση στο δανειστή να επιδώσει, μέσα σε ορισμένη προθεσμία την διαταγή πληρωμής στον οφειλέτη. Με το άρθρο όμως 630Α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με την προαναφερόμενη διάταξη και άρχισε να ισχύει από 15.3.2000 ορίζεται ότι: «η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σ’ εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δυο μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία των δυο μηνών, η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει». Με το άρθρο 23 παρ. 2 του επακολουθήσαντος ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 29.5.2001, προστέθηκαν εδ. γ’ και δ’ στο παραπάνω άρθρο 630Α ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι μέσα στην παραπάνω δίμηνη προθεσμία από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστικός επιμελητής που έκανε την επίδοση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη με εντολή του δανειστή, οφείλει να καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής αντίγραφο της έκθεσης επίδοσης, ο δε γραμματέας να καταχωρίσει τη χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.

Τόσο ο ν. 2189/2000, όσο και ο ν. 2915/2001 δεν περιέλαβαν μεταβατικές διατάξεις για διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί πριν την 15.3.2000.

Επομένως, σύμφωνα με την αρχή του άρθρου 24 ΕισΝΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί πριν την 15.3.2000 εξακολουθούσαν να διέπονται από τις ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν τη χρονολογία αυτή και κατ’ ακολουθίαν δεν απέβαλαν την ισχύ τους αν δεν είχαν επιδοθεί εντός διμήνου από την έναρξη ισχύος του άρθρου 630Α [15.3.2000], μπορούν δε να επιδοθούν οποτεδήποτε και συνεπώς από την επίδοσή τους αρχίζει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ καθώς και η διακοπή της παραγραφής με την επίδοσή τους και η αναστολή αυτής, με την άσκηση της ιδίας ανακοπής [βλ. ΑΠ 1538/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 4799/2017, ΔΕΕ 2015, 266, ΜΠρΘεσ 2486/2015, ΕλλΔνη 2015, 1105= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚαρδ 12/2015, Αρμ 2015, 1352= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαμ 189/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ, κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια και αν ακόμη καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή. Στην έννοια όμως του δημόσιου εκτελεστού εγγράφου της εν λόγω διάταξης δεν περιλαμβάνεται και η διαταγή πληρωμής, μολονότι αποτελεί τίτλο εκτελεστό σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ, διότι με τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να κλητευθεί και να ακουστεί ο οφειλέτης, διατάσσεται με συνοπτική διαδικασία στην πληρωμή της χρηματικής απαίτησης, παρέχεται δε η δυνατότητα στον οφειλέτη να αμφισβητήσει την απαίτηση με την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της ανακοπής μετά την πρώτη και δεύτερη επίδοση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η επιμήκυνση της βραχυχρόνιας εκ του τίτλου [προκειμένου για διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική σε βάρος του αποδέκτη της τρία έτη από την χρονολογία λήξεως] παραγραφής σε εικοσαετή επέρχεται από της τελεσιδικίας της διαταγής, η οποία τελεσιδικία υπάρχει και όταν μετά δεύτερη επίδοση της διαταγής δεν ασκήθηκε από τον οφειλέτη ανακοπή εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών. [ΑΠ 1538/2007, ό.π. ΑΠ 576/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Η νέα όμως αυτή [εικοσαετής] παραγραφή, προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Και τούτο διότι, κατά το άρθρο 272 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με τη συμπλήρωσή της ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν.

Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ, προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής, συντομότερης, παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενών στον Κώδικα «τρόπων διακοπής» της παραγραφής [260-269 ΑΚ], αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση την έννοια υπό την οποία λαμβάνει την «διακοπή» της παραγραφής, ήτοι της παύσεως της διαδρομής αυτής πριν από τη συμπλήρωση του κατά το νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του διαδραμόντος χρόνου μέχρι το γεγονός της διακοπής [Ολ ΑΠ 24/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1538/2007, ό.π.].

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί