Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Εγγυητική επιστολή: Ποία η «σχέση κάλυψης» ή άλλως η νομική βάση της αξίωσης αποδέσμευσης του ποσού, για το οποίο εγγυάται η εκδότρια της εγγυητικής επιστολής Τράπεζα;

Κατά τα κριθέντα με την υπ’ αριθμ. 75/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης (τακτική διαδικασία) πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (Α) ζήτησε -διά του νομίμου εκπροσώπου της- την έκδοση από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (Τ) μιας εγγυητικής επιστολής, ορισμένου ποσού και ορισμένης ημερομηνίας λήξης, με λήπτη μια τρίτη ανώνυμη εταιρεία (Β), με την οποία συνεργαζόταν επαγγελματικά η ενάγουσα Α, καθώς διατηρούσε επιχείρηση εκμετάλλευσης σούπερ μάρκετ, τα οποία είχαν ενταχθεί συμβατικά στο δίκτυο δικαιόχρησης της εταιρείας Β. Δυνάμει της από 22/10/2009 σύμβασης εντολής («σύμβαση – δήλωση έκδοσης εγγυητικής επιστολής»), που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων Α – Τ, η εναγομένη Τ ανέλαβε την υποχρέωση έκδοσης εγγυητικής επιστολής ποσού 175.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 31η/10/2010, η οποία να απευθύνεται προς την εταιρεία Β.

Στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης («σχέση κάλυψης») μεταξύ του ενάγοντος Α και της εναγομένης Τ, εκδόθηκε η επίδικη εγγυητική επιστολή, η οποία απευθυνόταν προς την ως άνω εταιρεία Β, με σκοπό την καλή εκτέλεση των όρων της ήδη συναφθείσας μεταξύ των Α και Β σύμβασης δικαιόχρησης, ήτοι για την έγκαιρη και πλήρη καταβολή του τιμήματος των προϊόντων που θα έχει προμηθευτεί η Α από τη Β. Ταυτόχρονα, στον προσωπικό λογαριασμό του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Α, που τηρείται στην εναγομένη Τ, κατατέθηκε το ποσό των 177.000 ευρώ, και στη συνέχεια κατατέθηκε το ποσό των 175.000 ευρώ στο δεσμευμένο λογαριασμό της ενάγουσας Α, που διανοίχθηκε για το σκοπό αυτό στην εναγομένη Τ και δεσμεύτηκε ως ενέχυρο προς εξασφάλιση της τελευταίας για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής.

Πράγματι, η εναγομένη Τ εξέδωσε την ως άνω εγγυητική επιστολή, η οποία διαβιβάστηκε απευθείας από την ίδια προς την υπέρ ου η εγγυητική επιστολή εταιρεία Β, χωρίς καμία ενδιάμεση μεσολάβηση της ενάγουσας Α. Όταν, ωστόσο, κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία λήξης της επίδικης εγγυητικής επιστολής, ήτοι την 31η/10/2010, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Α απευθύνθηκε προς την εναγομένη Τ, προκειμένου να ζητήσει να αποδεσμευθεί και να εκταμιευθεί το ποσό των 175.000 ευρώ, που είχε κατατεθεί προς εξασφάλιση της τελευταίας, έλαβε -προς έκπληξή του- την άρνηση της εναγομένης Τ, με την αιτιολογία ότι από παράλειψη και σφάλμα της υπαλλήλου της εναγομένης Τ που συνέταξε την εγγυητική επιστολή, δεν είχε αναγραφεί στο σώμα αυτής η συμφωνηθείσα ημερομηνία λήξης της, και ότι, για το λόγο αυτό, η περί ου ο λόγος εγγυητική επιστολή πρέπει να θεωρηθεί από την εναγομένη Τ ως αορίστου χρόνου. Τουτέστιν, η εναγομένη Τ απάντησε ότι εξαιτίας της παράλειψης αναγραφής -στο σώμα της εγγυητικής επιστολής- της ως άνω συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης (31/10/2010), η επίδικη εγγυητική επιστολή ισχύει μέχρις ότου αυτή επιστραφεί στην εναγομένη ή μέχρις ότου προσκομιστεί σε αυτήν έγγραφη δήλωση της προς ης η εγγυητική επιστολή, παραλήπτριας εταιρείας Β, ότι η τελευταία θεωρεί την εναγομένη Τ απαλλαγμένη από κάθε σχετική υποχρέωση που απορρέει από την εγγυητική επιστολή, οπότε και θα αποδεσμευτεί το εν λόγω ποσό των 175.000 ευρώ.

Ενόψει της επίμονης άρνησης της εναγομένης Τ να αποδεσμεύσει το δεσμευθέν προς εξασφάλισή της ποσό των 175.000 ευρώ, η ενάγουσα Α άσκησε αγωγή ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 175.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της εγγυητικής επιστολής, για το λόγο ότι η εναγομένη κατά παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης δεν εξέδωσε την συμφωνηθείσα εγγυητική επιστολή με ημερομηνία λήξης την 31/10/2010 και ότι εξίσου παράνομα και αντισυμβατικά αρνείται να προβεί σε αποδέσμευση και εκταμίευση του ποσού των 175.000 ευρώ, δικαιούχος του οποίου είναι η ενάγουσα.

Κατά την υπόψη δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε επί της ως άνω κριθείσας αγωγής -η οποία έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη- η εναγομένη ώφειλε μετά τη λήξη της επίδικης εγγυητικής επιστολής να επιστρέψει το δεσμευθέν ποσό στην ενάγουσα, πλην όμως αυτή, κατά παράβαση της εντολής της ενάγουσας, παρέλειψε από υπαιτιότητά της -και συγκεκριμένα από αμέλεια του προστηθέντος (ΑΚ 334) αρμόδιου υπαλλήλου της, που εξέδωσε την επίδικη εγγυητική επιστολή- να αναγράψει πάνω στο σώμα αυτής την ημερομηνία λήξης, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρηθεί λανθασμένα ως αορίστου χρόνου και να μην αποδεσμεύει το ποσό της. Αν, όμως, η εναγόμενη είχε εκτελέσει προσηκόντως την εντολή για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής ορισμένου χρόνου, η ενάγουσα θα εισέπραττε το ανωτέρω ποσό μετά την επέλευσης της λήξης της και δεν θα επερχόταν η κατάπτωση της σχετικής εγγύησης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη τής υπόψη απόφασης «κατά τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 713 επ., με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ΑΚ 714, ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, και ΑΚ 719, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων ΑΚ 297 και 298, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου (ΑΠ 335/2010 ΤΝΠ Νόμος). Ζημία θετική μεν, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2010 ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, ο εντολοδόχος κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο ΑΚ 714 ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003 ΤΝΠ Νόμος). Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα. Τέλος, αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ’ αυτόν -κατά την εκτέλεση της εντολής- ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα ΑΚ 714 και 330 και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου ΑΚ 919 ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1082/2013, ΑΠ 637/2011 ΤΝΠ Νόμος)».

Παρατηρεί, λοιπόν, κανείς ότι οσάκις πρόκειται για την έκδοση εγγυητικής επιστολής, η «σχέση κάλυψης» μεταξύ της τράπεζας και του πελάτου / εντολέως της είναι η σύμβαση εντολής (ΑΚ 713 επ.), κατά την οποία η τράπεζα υποχρεούται να εκδώσει την εγγυητική επιστολή ακριβώς βάσει του μεταξύ αυτών συμφωνηθέντος περιεχομένου, άλλως η παροχή της είναι μη προσήκουσα. Μετά, ωστόσο, από την έκδοση της εγγυητικής επιστολής η τράπεζα υποχρεούται να συμμορφώνεται στις εντολές του πελάτου της, μόνο κατόπιν της σύμφωνης γνώμης του λήπτη της εγγυητικής επιστολής και δανειστού του πελάτου της. Η καταρτιζόμενη μεταξύ της τράπεζας και του πελάτου της σύμβαση αυτή, λειτουργεί κατ΄ άρθρο ΑΚ 361, ήτοι εντός του πλαισίου της ελευθερίας των συμβάσεων. Η άτυπη αυτή σύμβαση εντολής πρέπει να διακρίνεται από την ιδιόμορφου είδους σύμβαση εγγύησης, η οποία, ως δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής, καταρτίζεται υπό τον έγγραφο συστατικό τύπο της εγγυητικής επιστολής μεταξύ της τράπεζας -λειτουργούσας ως εγγυήτριας- και του υπέρ ου η εγγυητική επιστολή / δανειστή του εντολέως, και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων για τη σύμβαση της εγγύησης (ΑΚ 847 επ.), αναλογικά εφαρμοζομένων (ΜΟΝΕΦΠΕΙΡ 173/2015, Δίκαιο Επιχειρήσεων & Εταιρειών, 6/2015).

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr        

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί