Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ληστεία σε παράνομη βία σε περίπτωση δια της βίας ανάληψης του ελέγχου μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου από τον αγοραστή αυτού πριν από την παρ’ αυτού καταβολή του τιμήματος στον πωλητή

Ως γνωστόν, για τη στοιχειοθέτηση του σύνθετου εν στενή εννοία εγκλήματος της ληστείας απαιτείται η αφαίρεση ξένου πράγματος εν συνδυασμώ με τη χρησιμοποίηση σωματικής βίας εναντίον προσώπου ή απειλών ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αποβλεπόντων τούτων στην κάμψη της εκδηλωθείσης ή προσδοκωμένης αντίστασης του θύματος και στην προρρηθείσα αφαίρεση, η οποία συντελείται με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Μάλιστα, η επιλήψιμη αυτή σχέση μέσου-σκοπού, εν τη οποία διατελούν προς άλληλα η παράνομη βία και η αφαίρεση, επαυξάνει την αποδιδόμενη στη ληστεία απαξία, όπως αντικατοπτρίζεται και στην προβλεπόμενη ποινή, που υπερβαίνει το απλό άθροισμα των ποινών των συνιστώντων αυτήν επί μέρους εγκλημάτων. Περαιτέρω, ως σύνθετο έγκλημα παράνομης βίας και κλοπής, η ληστεία εμφανίζει και διπλό υλικό αντικείμενο: αφενός το πρόσωπο που εξαναγκάζεται με την παράνομη βία και αφετέρου το “ξένο κινητό πράγμα.”

Με δεδομένη την αρχή της ενότητας της έννομης τάξης, γίνεται δεκτό από την κρατούσα στη θεωρία άποψη ότι το εννοιολογικό περιεχόμενο του πράγματος στο Ποινικό Δίκαιο συνάγεται κατά βάση από το Αστικό τοιούτο, ώστε κατ’ αποτέλεσμα το ποινικολογικώς θεωρούμενο πράγμα παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με την αντίστοιχη έννοια του αστικού δικαίου, καίτοι δεν ταυτίζεται απόλυτα με αυτήν. Αναφορικά, δε, με την έννοια του “κινητού” υπό το πρίσμα του ποινικού δικαίου, αυτή δεν εξαρτάται από την αντίστοιχη του αστικού, καθότι ως αποφασιστικό κριτήριο προβάλλει εν προκειμένω αυτό της “πραγματική θεώρησης”: Στο πλαίσιο του ποινικού τομέα, “κινητό» θεωρείται κάθε πράγμα που μπορεί πράγματι να μετακινηθεί, έστω και με απόσπασή του από ένα ακίνητο, ήτοι αδιαφόρως του αν συνιστά συστατικό ακινήτου κατά το αστικό δίκαιο. Αναφορικά με την εν τω ποινικώ δικαίω έννοια του “ξένου”, εν κατακλείδι, ως τέτοιο θεωρείται, κατά την απολύτως κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, το πράγμα που όχι μόνο δεν ανήκει στην κυριότητα ή κατοχή του αφαιρέσαντος, αλλά επιπλέον ανήκει κατά κυριότητα σε άλλον σύμφωνα με τους κανόνες του αστικού δικαίου (βλ. ΑΠ 1088/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ/223, ΠλημμΔράμας 11/1992 ΠοινΧρ ΜΒ/607, ΑΠ 1025/1984 ΠοινΧρ ΛΕ/168, ΑΠ 671/1984 ΠοινΧρ ΛΔ/1006, ΑΠ 1120/1983 ΠοινΧρ ΛΔ/131, ΑΠ 6/1979 ΠοινΧρ ΚΘ/352, ΑΠ 760/1974 ΠοινΧρ ΚΕ/126, ΑΠ 436/1967 ΠοινΧρ ΙΖ/610, ΑΠ 219/1965 ΠοινΧρ ΙΕ/450, ΑΠ 136/1964, ΑΠ 472/1960 ΠοινΧρ ΙΑ/190, ΑΠ 461/1960 ΠοινΧρ ΙΑ/148, ΑΠ 308/1959 ΠοινΧρ Θ/46, ΑΠ 59/1958 ΠοινΧρ Η/277, ΑΠ 248/1957 ΠοινΧρ Ζ/499, ΑΠ 219/1955, ΑΠ 251/1951 ΠοινΧρ Α/373). Άλλως ειπείν, στο ποινικό δίκαιο, η έννοια του “ξένου”, εν αντιθέσει με εκείνη του “κινητού”, έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού εξαρτάται από τις σχετικές ρυθμίσεις του αστικού δικαίου. Μάλιστα, η ιδιότητα του πράγματος ως αλλοτρίου πρέπει πάντοτε να αιτιολογείται επαρκώς, διότι διαφορετικά υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης (βλ. ΑΠ 872/1999 ΠοινΔικ 1999 σελ. 1070).

Παρατηρητέον, περαιτέρω, ότι, όσον αφορά συγκεκριμένα στα κινητά πράγματα, η μεταβίβαση αυτών επέρχεται με εκποιητική σύμβαση, η οποία συνίσταται στην παράδοσή τους κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών (ΑΚ 1034). Ενίοτε, ωστόσο, γίνεται δεκτό, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ότι ο πωλητής παρακρατεί σιωπηρά την κυριότητα μέχρι την καταβολή του τιμήματος της πώλησης, ακόμα κι αν έχει λάβει χώρα η προμνημονευθείσα παράδοση. Οσάκις, όμως, πρόκειται περί ενάριθμων ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων, τα προεκτεθέντα απεμπολούν την ισχύ τους, αφού ως προς αυτά καθιερώνεται ειδική διαδικασία μεταβίβασης της κυριότητας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 2753/1999 (που αντικατέστησε τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του Ν.722/1977, όπως αυτές είχαν αντικατασταθεί με την παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν.1473/1984), η μεταβίβαση της κυριότητας, από επαχθή αιτία, ενάριθμου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου συντελείται με έγγραφη συμφωνία των μερών (πωλητής – αγοραστής), η οποία καταχωρείται με ευθύνη τους στην οικεία θέση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος. Η εν θέματι έγγραφη συμφωνία υλοποιείται με τη θέση της υπογραφής τόσο του πωλητή όσο και του αγοραστή επί της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος, γεγονός που λαμβάνει χώρα ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Η περιγραφόμενη μεταβίβαση, δε, μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε Νομαρχιακή Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών, ανεξάρτητα από τη διεύθυνση κατοικίας πωλητή και αγοραστή. Εν συνεχεία, ο υπάλληλος, ενώπιον του οποίου συνετελέσθη η πράξη μεταβίβασης του οχήματος, κρατεί την έως τότε ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας και αμέσως, μέσω του μηχανογραφικού συστήματος ON-LINE, εκδίδει νέα άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του αγοραστή, η οποία παραδίδεται σε αυτόν. Προκειμένου να λάβουν χώρα τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, πάντως, θα πρέπει προηγουμένως να έχει βεβαιωθεί από τη δημόσια οικονομική υπηρεσία ότι έχουν εκπληρωθεί οι φορολογικές υποχρεώσεις που  προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις ως προς τη μεταβίβαση και την έκδοση  της νέας άδειας κυκλοφορίας του οχήματος και να έχει μνημονευθεί τούτο στην οικεία θέση  της άδειας κυκλοφορίας.

Εκ των προλεχθέντων αβίαστα συνάγεται το συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση που ο αγοραστής ενάριθμου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αναλάβει δια της βίας τον έλεγχο αυτού, π.χ. βγάζοντας έξω από αυτό τον πωλητή και αποσπώντας του τα κλειδιά του οχήματος, προτού καταβάλει το τίμημα στον πωλητή, αλλά μετά τη διεκπεραίωση της ως άνω περιγραφείσης διαδικασίας ενώπιον της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών, εφόσον στην πράξη μεταβίβασης του αυτοκινήτου δεν έχει συμπεριληφθεί ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας από τον πωλητή έως την αποπληρωμή του τιμήματος, η στοιχειοθέτηση της ειδικής υπόστασης του εγκλήματος της ληστείας (ΠΚ 380) αποκλείεται, αφού ο αγοραστής δεν επενεργεί επί ξένου πράγματος, αλλά επί αντικειμένου κυριότητός του, ενταγμένου δηλαδή στη σφαίρα ιδιοκτησίας του. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, τυχόν καταδίκη του αγοραστή ως δράστη ληστείας θα συνιστούσε ασυγχώρητη παραγνώριση της συστατικής υφής του περί ου ο λόγος αδικήματος.

Κρίνοντας επί τοιαύτης υποθέσεως, το Β΄ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών επαλήθευσε τα προρρηθέντα, αποφαινόμενο, δια της υπ’ αρ. 3882/2013 απόφασής του (αδημοσίευτη), ότι, καθόσον κατά τον χρόνο χρήσεως σωματικής βίας από μέρους των κατηγορουμένων (ήτοι του αγοραστή του ένδικου οχήματος και του αδελφού του, εν προκειμένω)_σε βάρος του πωλητή – η οποία ασκήθηκε προκειμένου ο τελευταίος να τους παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου προτού λάβει το συμφωνηθέν τίμημα – είχε συντελεσθεί η διαδικασία της μεταβίβασης, το όχημα είχε παύσει πλέον να είναι ξένο ως προς τον αγοραστή, έχοντας περιέλθει στην κυριότητά του. Συνεπώς, ο τελευταίος νομιμοποιείτο στην κατοχή του και, άρα, σε βάρος του πωλητή δεν διεπράχθη το κακούργημα της ληστείας (ΠΚ 380), αλλά το πλημμέλημα της παρανόμου βίας (ΠΚ 330), κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας (βλ. Μυλωνόπουλο, Ποιν. Δικ. Ειδ. Μέρος, παρ. 7 αρ. 566 και τις εκεί παραπομπές σε συγγραφείς και νομολογία).

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί