Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Αιτιολογία αθωωτικής απόφασης (ΑΠ 1065/2017)

Όπως γίνεται δεκτό αναφορικά με το ζήτημα της αιτιολογίας των αθωωτικών αποφάσεων κατά τις επιταγές των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (αλλά και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει[1], είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά[2]. Προσέτι, έλλειψη αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται[3]. Επομένως, δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνο η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου και ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάστηκε μάρτυρας[4]. Ενόψει, όμως, του εκ του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης δεν απαιτείται να εκθέτει σε αυτή το δικαστήριο γεγονότα από τα οποία πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου[5].

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, το Ακυρωτικό μας Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 1065/2017 απόφασή του αναίρεσε αθωωτική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης ένεκα ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αυτής, με το σκεπτικό ότι, παρά τη ρηματική μνεία στο προοίμιο του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, εντούτοις από την ίδια αιτιολογία ουδόλως προέκυψε ότι πράγματι όλα αυτά ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν[6]:

«Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ Κ.Π.Δ. ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου κώδικα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α Κ.Π.Δ. εάν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 20-12-2016 αίτηση-δήλωση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 105/2016 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, με την οποία ο κατηγορούμενος Γ. κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία των αξιόποινων πράξεων: α) του βιασμού κατ” εξακολούθηση και β) της καταχρήσεως σε ασέλγεια ανηλίκου νεοτέρου των 14 ετών από σύνοικο και οικείο πρόσωπο. Από δε τα από 26-1-2017 και 25-1-2017 αποδεικτικά επιδόσεως των Ι. Β., αρχιφύλακα του αστυνομικού τμήματος … και Ε. Τ., δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, αντίστοιχα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με θυροκόλληση) προκειμένου να εμφανισθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση του δικαστηρίου για συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, αντίγραφο δε της κλήσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και προς τον νομίμως διορισθέντα αντίκλητό του. Συνεπώς, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω συνεδρίαση, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 Κ.Π.Δ. ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της προαναφερθείσης 105/2016 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. στις 9-12-2016, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, περιέχουσα ως λόγο της την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της.

Επί αθωωτικής αποφάσεως, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (που κυρώθηκε με το ν.δ. 73/1974), έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά ή όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως να εκθέτει το δικαστήριο σ” αυτή περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου (Α.Π. 339/2017). Εξ άλλου τα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία πρέπει να αξιολογούνται με βάση τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, άλλως υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας.

Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ” αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και έτσι δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων κατ” είδος αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ” επιλογήν. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ.. Και ναι μεν το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτιμήσεως, της συγκριτικής σταθμίσεως και της συναξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όμως στην αιτιολογία πρέπει να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο ή διαφορετικό (Α.Π. 707/2011). Στην προκειμένη περίπτωση στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ” είδος αποδεικτικά μέσα (ένορκη μαρτυρική κατάθεση, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθείσα έκθεση παιδιοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και απολογία του κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: «…δεν αποδείχθηκε κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη των ενόρκων δικαστών, η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης αμφιβολίας. Στο δικαστήριο παρουσιάστηκε μια μόνο μάρτυρας και δεν εμφανίστηκε κανένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα για να στηρίξει την κατηγορία (ιδίως η μητέρα του παιδιού, η οποία άφηνε το παιδί στη φροντίδα του κατηγορουμένου παρότι έλεγε ότι είχε και η ίδια παρενοχληθεί από αυτόν στο παρελθόν). Επιπλέον δεν εξετάστηκε αν αληθεύει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, κατά την απολογία του, ότι ο φίλος της μητέρας ήταν αυτός που προκάλεσε την κατηγορία σε βάρος του (η παρουσία της μητέρας στο δικαστήριο θα μπορούσε, ίσως, να βοηθήσει στο να διευκρινιστούν τα όσα ειπώθηκαν από τον κατηγορούμενο). Για το λόγο αυτό πρέπει να κριθεί αθώος ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών«.

Με βάση αυτές τις παραδοχές το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο (κατά πλειοψηφία τεσσάρων ψήφων έναντι τριών) των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονταν, ήτοι: α) του βιασμού κατ” εξακολούθηση και β) της καταχρήσεως σε ασέλγεια ανηλίκου νεοτέρου των 14 ετών από σύνοικο και οικείο πρόσωπο (άρθρα 94 παρ. 1, 98, 336 παρ. 1, 342 παρ. 1 περ. α και 2 περ. β Π.Κ.). Με την κρίση του όμως αυτή διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή αιτιολογία αφού, παρά τη μνεία στο προοίμιο του αιτιολογικού της αποφάσεως αυτής ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις από την ίδια αιτιολογία ουδόλως προκύπτει ότι πράγματι όλα αυτά ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν. Συγκεκριμένα δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την κατάθεση της μάρτυρος Β. Σ. του Θ., παιδοψυχιάτρου του Κέντρου Ψυχικής Υγείας, η οποία κατέθεσε στη δίκη (πρωτοδίκως και κατ” έφεση) ότι είχε πραγματοποιήσει αρκετές συνεδρίες με τον ανήλικο, ότι ο ανήλικος της είπε ότι ο κατηγορούμενος (τον οποίο αποκαλούσε «παππού», αφού διέμενε με τη μητέρα του στην οικία του) τον εξανάγκαζε «να βάζει το πουλί του στο στόμα του» και αν δεν το έκανε του έδινε χαστούκια στο πρόσωπο, ότι του έβαζε το δάκτυλό του στον πρωκτό του και το μάτωνε και ότι πονούσε η κοιλιά του και δεν μπορούσε να καθίσει, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε τον ανήλικο ότι αν δεν δεχόταν τις πιο πάνω ασελγείς πράξεις θα σκότωνε τη μητέρα και την αδελφή του. Ερωτηθείσα η ως άνω μάρτυρας δεν άφησε περιθώριο αμφιβολίας γι” αυτά που της περιέγραψε με σαφήνεια ο ανήλικος και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι το παιδί δεν έλεγε φανταστικά γεγονότα και ότι τα είχε βιώσει, αλλιώς δεν θα μπορούσε να τα περιγράψει με τόση ακρίβεια.

Επί πλέον δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε: α) την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο 1250/22-10-2010 έκθεση παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Κέντρου Ψυχικής Υγείας, που συντάχθηκε από την προαναφερθείσα παιδοψυχίατρο και είχε περιεχόμενο σύμφωνο με την κατάθεσή της και β) την επίσης αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 20-9-2010 ένορκη εξέταση της μάρτυρος V., μητέρας του ανηλίκου, καθώς και την από 21-9-2010 συμπληρωματική ένορκη εξέταση της ιδίας, όπου αυτή ανέφερε αναλυτικά, με πηγή τον ανήλικο, τα όσα ο τελευταίος υπέστη από τον κατηγορούμενο, καθώς και ότι η ίδια είχε δει τον κατηγορούμενο στο κρεβάτι μαζί με το γυμνό ανήλικο να βλέπει «τσόντες» και το μάγουλο του ανηλίκου να είναι κόκκινο. Το περιεχόμενο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων δεν αντικρούεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και επομένως δεν συνάγεται με βεβαιότητα ότι αυτό συνεκτιμήθηκε και λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της αθωωτικής κρίσεώς του, παρά την αντίθετη ρηματική μνεία στο προοίμιο αυτού.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι δυνατή (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.)».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Μ. Γεωργιάδου σε Λ. Μαργαρίτη (επιμ.), Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1-304), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2011, σελ. 585 (υπό άρθρο 139).

[2] Βλ. ΑΠ 1000/2008, ΠοινΧρ 2009, σελ. 341.

[3] Βλ. ΑΠ 602/2006, ΠοινΧρ 2007, σελ. 61, ΑΠ 457/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 68 = Υπερ 2000, σελ. 280 με παρατ. Α. Κ. Ζαχαριάδη, ΑΠ 1657/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 794 = ΠοινΔικ 2000, σελ. 219, ΑΠ 1453/1998, ΠοινΔικ 1999, σελ. 1241, ΑΠ 1000/1998, ΠοινΧρ 1999, σελ. 566, ΑΠ 851/1998, ΠοινΧρ 1999, σελ. 452, ΑΠ 541/1998, ΠοινΧρ 1999, σελ. 33.

[4] Βλ. ΑΠ 603/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 1100, ΑΠ 457/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 68, ΑΠ 1657/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 794 = ΠοινΔικ 2000, σελ. 219.

[5] Βλ. ΑΠ 2063/2006, ΠοινΔικ 2007,  σελ. 648, ΑΠ 886/2000, ΠοινΔικ 2000, σελ. 1169, ΑΠ 387/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 31, ΑΠ 514/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 143, ΑΠ 790/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 337, ΑΠ 1023/1999, ΠοινΧρ 2000, σελ. 513, ΑΠ 318/2000, ΝοΒ 2000, σελ. 1009 = ΠοινΧρ 2000, σελ. 888, ΑΠ 1982/1999, ΠοινΔικ 2000, σελ. 348.

[6] Βλ. ΑΠ 1065/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ = ΠοινΔικ 2018, σελ. 535, με παρατ. Ν. Κουμουλέντζου.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί