Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αίτηση εξαίρεσης διοικητικού οργάνου λόγω μεροληψίας

Σύμφωνα με το άρθρο 7§1 Ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) «τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους», ενώ κατά την παράγραφο 2 «οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον: α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης, ή β) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους, ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους». Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση εξαίρεσης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στην προϊστάμενη αρχή (ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου κλπ). Προσέτι, στην παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου προβλέπεται η υποχρέωση του ίδιου του διοικητικού οργάνου (ή του μέλους του συλλογικού οργάνου) να δηλώσει αμέσως στην προϊστάμενη αρχή (ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου) το λόγο που κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του -και που επιβάλλει την αποχή του- και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια. Σημειωτέον ότι κατά την παράγραφο 5, η εξαίρεση μπορεί να διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως από την προϊστάμενη αρχή (ή το συλλογικό όργανο). Έχει κριθεί νομολογιακά ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η υπό κρίση πράξη ήταν πράγματι ad hoc μεροληπτική εξαιτίας του λόγου εξαίρεσηςΔεν απαιτείται, δηλαδή, η απόδειξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του λόγου που δικαιολογεί την κατά νόμο εξαίρεση και του συγκεκριμένου αποτελέσματος της στρέβλωσης της αμεροληψίας της κρίσης. Αρκεί ότι ο ρητά αναφερόμενος στο νόμο λόγος εξαίρεσης συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη βασιμότητά του (βλ. ΣτΕ 3608/1995), αρκεί δηλαδή να αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχουν τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης εκ μέρους του διοικητικού οργάνου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά αναφέρει η υπ’ αριθμ. 3758/2010 (ΤΝΠ Νόμος) απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας «τα διοικητικά όργανα πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης, άλλως είναι άκυρες οι εκδιδόμενες πράξεις, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε πράγματι μεροληπτική στάση». Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση υποβολής από τον ενδιαφερόμενο αίτησης εξαίρεσης, υπάρχει υποχρέωση εκ μέρους της Διοίκησης προς ειδική αιτιολόγηση της απόφανσής της επί της αιτήσεως (βλ. ΣτΕ 3680/2009, ΣτΕ 741/2003 ΤΝΠ Νόμος). Στην περίπτωση δε που το μη πληρούν τα εχέγγυα αμεροληψίας μέλος συλλογικού οργάνου δεν προβεί στην απαιτούμενη αποχή από κάθε ενέργεια, αλλά, αντιθέτως, συμμετάσχει στη διαδικασία λήψης απόφασης ή διατύπωσης γνώμης ή πρότασης, η εκδιδόμενη πράξη θα πάσχει ακυρωσίας / ακυρότητας και θα είναι ακυρωτέα από το Συμβούλιο της Επικρατείας, για τον ειδικότερο λόγο της κακής σύνθεσης (βλ. ΣτΕ 3680/2009, ΔΕΦΑΘ 1406/2007 ΤΝΠ Νόμος). Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μόνο δικαίωμα του ενδιαφερομένου προς υποβολή αίτησης εξαίρεσης, αλλά και αντίστοιχη νομικοηθική υποχρέωση αυτού του ίδιου του οργάνου προς αυτοεξαίρεση, οσάκις αντιλαμβάνεται ότι στο πρόσωπό του συντρέχει ένας από τους ρητώς μνημονευόμενους στο νόμο λόγους που καθιστούν επιβεβλημένη την αποχή του από την έκδοση της πράξης. Στην περίπτωση που αυτό όντως εξαιρεθεί, τη θέση του παίρνει ο αναπληρωτής, κατά τους ορισμούς του άρθρου 8 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Προσέτι, έχει κριθεί νομολογιακά ότι ένα διοικητικό όργανο δεν παρέχει εγγυήσεις αμερολήπτου κρίσεως και όταν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί εύλογα η υπόνοια μεροληψίας, η υπόνοια, δηλαδή, ότι έχει ήδη σχηματισμένη και συνεπώς προειλημμένη και μη δυνάμενη να ανατραπεί γνώμη είτε για τη συγκεκριμένη υπόθεση είτε για το συγκεκριμένο πρόσωπο που πρόκειται να κριθεί (βλ. ΟλΣτΕ 676/2005, ΣτΕ 3959/2010, ΣτΕ 3370/2007 ΤΝΠ Νόμος)· αρκεί, συνεπώς, να συντρέχει εύλογη απλώς υπόνοια μεροληψίας, χωρίς την ανάγκη να υπάρχει και πλήρης απόδειξη της μεροληψίας αυτής (βλ. ΣτΕ 640/2011, ΣτΕ 641/2011, ΣτΕ 642/2011 ΤΝΠ Νόμος).

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών LL.M.

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί