Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Εξαίρεση δικαστικού προσώπου λόγω διέγερσης υπονοιών μεροληψίας (15 ΚΠΔ)

Το άρθρο 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι «Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου  είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες  μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν  εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η  διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση».

Όπως παρατηρείται[1], η μεροληψία, ως εύνοια μιας γνώμης ή ενός προσώπου σε βάρος άλλου, είναι η εσωτερική ψυχική κατάσταση η οποία δεν επιτρέπει την ελεύθερη εκτίμηση προσώπων και πραγμάτων. Συνιστά ζήτημα πραγματικό ποια γεγονότα δύνανται να διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας και πρέπει, σύμφωνα με την κρατούσα νομολογιακή άποψη, να δικαιολογούν αντικειμενικά την προς το δικαστή δυσπιστία αμεροληψίας[2]. Οι «υπόνοιες μεροληψίας», λοιπόν, πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν αντικειμενικώς δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου, σαν τέτοια δε γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσμενείς για τις απόψεις του διαδίκου που ζητεί την εξαίρεση κρίσεις ή δυσμενείς γι’ αυτόν νομικές γνώμες που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί[3], εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά και γεγονότα, ικανά να δικαιολογήσουν εμφανώς τέτοιες υπόνοιες[4]. Ομοίως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια γεγονότα, ενέργειες των δικαστικών προσώπων, εφόσον αυτές γίνονται εντός των υπό του νόμου διαγραφομένων ορίων, ασχέτως εάν αυτές έχουν δυσμενή αντίκτυπο για κάποιον εκ των διαδίκων και ο τελευταίος υποκειμενικώς τις εκλαμβάνει ως δυσμενείς ενέργειες εις βάρος του[5]. Προσέτι, οι νομικές, θρησκευτικές, πολιτικές και γενικότερα κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις δεν μπορούν κατά κανόνα να θεμελιώσουν λόγο εξαίρεσης, εκτός αν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση από την οξύτητα της αντίθεσης, ιδίως κατά την εκδίκαση εγκλημάτων πολιτικού περιεχομένου.

Όπως γίνεται δεκτό[6], λόγος εξαίρεσης θεμελιώνεται, όταν συντρέχουν ιδίως τα ακόλουθα γεγονότα: α) το άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον του δικαστή από την έκβαση της υπόθεσης, β) η ιδιαίτερη φιλία (δηλαδή η φιλία που υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο) ή οικειότητα ή φιλονικία ή έχθρα του δικαστή με οιονδήποτε από τους διαδίκους[7], όχι όμως και οι σχέσεις του δικαστή με το συνήγορο του διαδίκου, εκτός αν πρόκειται για δίκες με μεγάλο αντικείμενο ή επανειλημμένη εκδίκαση των υποθέσεων του εν λόγω συνηγόρου με κατά κανόνα ευνοϊκή έκβαση για τον πελάτη του, γ) η ασύγγνωστη αμέλεια ή άλλη αθέμιτη πράξη στην ανάκριση ή γενικά στην προδικασία[8], δ) εκδηλώσεις από τις οποίες συνάγεται προκατάληψη του δικαστή ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, όπως η έκφραση γνώμης για το αντικείμενο της δίκης εκτός άσκησης δικαστικών καθηκόντων, ε) επί εγκλημάτων με πολιτικό περιεχόμενο, σε περιπτώσεις έντασης των πολιτικών παθών, η γνωστή πολιτική αντίθεση του δικαστή, όχι όμως απλά το γεγονός ότι ο δικαστής έχει συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις, στ) οι ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης του δικαστή προς τους διαδίκους.

Η υποβολή αίτησης εξαίρεσης πρέπει να συνδέεται με γεγονότα δυνάμενα να ελεγχθούν και όχι με υποθέσεις, εικασίες ή απροσδιόριστες προκαταλήψεις του αιτούντος την εξαίρεση[9]. Μόνος του, όμως, ο τρόπος που διευθύνει τη διαδικασία ο δικαστικός λειτουργός ή που υποβάλλει ερωτήσεις στους διαδίκους, στους μάρτυρες, στους πραγματογνώμονες και στους τεχνικούς συμβούλους δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο εξαίρεσής του[10], αλλά μπορεί να θεμελιώνει περίπτωση πειθαρχικής δίωξής του, εφόσον δεν αρμόζει προς την επιβαλλόμενη από το άρθρο 332 ΚΠΔ απαθή και ψύχραιμη μεταχείριση των μετεχόντων στη δίκη. Ούτε η διαφορετική τοποθέτηση του αιτούντος εν σχέσει με εκείνη του δικαστηρίου, επί διαφόρων νομικών ή πραγματικών της υποθέσεως ζητημάτων μπορεί να δικαιολογήσει εξαίρεσή του[11]. Λόγο εξαίρεσης συγκροτεί από μόνη της η συναπτόμενη με την ουσία της υπόθεσης όχι αντικειμενική διεξαγωγή της διαδικασίας ή όχι αντικειμενική υποβολή ερωτήσεων σε μάρτυρες ή κατηγορουμένους. Επίσης, θα πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη λόγου εξαίρεσης όταν ο δικαστής, πριν από την περάτωση της δίκης, εκφράζει με οποιονδήποτε τρόπο τη γνώμη του για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Η τυχόν συνδρομή μόνο υπονοιών μεροληψίας δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου όπως αποτελεί η συμμετοχή σ’ αυτό δικαστικών προσώπων που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 ΚΠΔ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου[12], ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. ΚΠΔ πριν από την έκδοση της αποφάσεως, μόνο δε αν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α΄ ΚΠΔ που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α΄ του ίδιου Κώδικα[13].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Για τα διαλαμβανόμενα στο παρόν άρθρο βλ. Μ. Γεωργιάδου σε Λ. Μαργαρίτη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1-304), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2011, σελ. 51 επ. (υπό άρθρο 15), με περαιτέρω εκτενείς θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές.

[2] Βλ. ΣυμβΕφΔωδ 68/1998, Υπερ 1999, σελ. 949, ΑΠ 10/1988, ΠοινΧρ ΛΗ΄, σελ. 416, ΑΠ 1189/1984, ΠοινΧρ ΛΕ΄, σελ. 249, ΕφΠειρ 193/1983, ΠοινΧρ 1988, σελ. 747. Κατά τον Μαργαρίτη, ωστόσο, ορθότερη είναι η προσέγγιση που συνδυάζει το υποκειμενικό και αντικειμενικό κριτήριο: θεμελίωση της υπόνοιας μεροληψίας επί δημιουργίας αμφιβολίας για την αντικειμενικότητα του δικαστικού οργάνου με βάση τη λογική εκτίμηση των γεγονότων από μέρους του αιτούντος την εξαίρεση.

[3] Βλ. ΔιατΕισΠρΑθ 42/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 296, ΑΠ 602/2005, ΠοινΔικ 2005, σελ. 1095, ΑΠ 799/1996 ΠοινΧρ ΜΖ΄, σελ. 379, ΑΠ 10/1988, ΠοινΧρ ΛΗ΄, σελ. 416.

[4] Βλ. ΣυμβΠλημμΡοδ 38/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 714, ΔιατΕισΠρΑθ 42/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 296, ΣυμβΑΠ 2021/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 532, ΑΠ 602/2005, ΠοινΔικ 2005, σελ. 1095, ΣυμβΑΠ 231/2005, ΠοινΛογ 2005, σελ. 280 = ΠοινΔικ 2005, σελ. 771, ΑΠ 84/2005, ΠοινΛογ 2005, σελ. 164, ΑΠ 799/1995, ΠοινΧρ ΜΖ΄, σελ. 379, ΑΠ 10/1988, ΠοινΧρ ΛΗ΄, σελ. 416.

[5] Βλ. ΣυμβΠλημμΑθ 1589/2005 (αδημ.).

[6] Βλ. ΠλημμΑθ 3489/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΠοινΧρ 2011, σελ. 470, ΔιατΕισΠρΑθ 42/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 296, ΣυμβΕφΔωδ 68/1998, Υπερ 1999, σελ. 949.

[7] Βλ. ΕφΘεσσ 1128/2001, Αρμ 2002, σελ. 272, ΕφΑθ 1573/1999, ΑρχΝ 2002, σελ. 522, ΕφΘεσσ 2823/1996, ΕλλΔνη 1996, σελ. 1396, ΑΠ 1560/1993, ΕλλΔνη 1994, σελ. 369.

[8] Μόνη η καθυστέρηση υποβολής πρότασης στο Συμβούλιο δεν είναι επαρκές στοιχείο για τη διέγερση υπονοιών μεροληψίας. Βλ. ΕφΑθ 1/1978, ΠοινΧρ 1978, σελ. 351.

[9] Βλ. ΔιατΕισΠρΑθ 42/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 296.

[10] Βλ. ΑΠ 549/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1202, ΑΠ 1121/2003, ΠοινΧρ ΝΔ΄, σελ. 243.

[11] Βλ. ΑΠ 1121/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] Βλ. ΑΠ 613/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 1090, ΣυμβΑΠ 1744/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 704 ΑΠ 1661/2001, ΠοινΔικ 2002, σελ. 250.

[13] Βλ. ΑΠ 782/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί