Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Εξέταση του ζητήματος παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμά­του και του ενοχικού δικαίου (βλ. υπ’ αριθμ. 27/2019 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) 

Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α’ Α.Κ., σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέρον­τος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιός από αυτούς είναι κύ­ριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Οικογενειακή στέγη είναι το ακίνητο που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των συζύγων ανε­ξάρτητα από το αν ανήκει στον ένα ή και τους δύο συζύγους ή σε τρίτο (Απ. Γεωργιάδη, Ή οικογενειακή στέγη», ΕλλΔικ 29/1285).

Ως κύρια διαμονή νο­είται ο πραγματικός χώρος στον οποίο οι σύζυγοι αναπτύσσουν την κοινή συζυγική τους δραστηριότητα ανεξάρτητα απ’ την έννομη σχέση που τους συνδέει με το ακίνητο (Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, «Οικογενειακό Δίκαιο», τόμος Β, I, σελ. 326) και διαρκεί από τη σύναψη του γάμου μέχρι και τη λύ­ση του, προσδιορίζεται δε κατά τη συμβίωση από τους ίδιους τους συζύ­γους στο πλαίσιο των άρθρων 1386 και 1387 Α.Κ. Στην περίπτωση της διά­στασης υποχωρεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1386 Α.Κ. υ­ποχρέωση για συμβίωση και, για το λόγο αυτό, η διάταξη του άρθρου 1393 του ιδίου Κώδικα δίνει τη δυνατότητα αγωγής για τη ρύθμιση της οικογε­νειακής στέγης κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμά­του και του ενοχικού δικαίου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογε­νειακής στέγης αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, την οποία ο νομοθέτης ε­ξειδικεύει αρχικά ο ίδιος με την παράθεση των κριτηρίων δύο αορίστων νο­μικών εννοιών και ειδικότερα των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων (ΕφΑθ 698/1989 ΕλλΔικ 33/- 156), οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρη­ση να γίνεται με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα (ΑΠ 792/2000 ΕλλΔικ 41- /1647).

Εξάλλου, ο νόμος δεν ορίζει ποιές είναι οι ειδικές συνθήκες που, αν υπάρχουν, συντρέχει η επιείκεια να επιβάλλει την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αλλά αυτές θα προσδιορισθούν από το Δικαστή­ριο με βάση τους όρους ζωής των ενδιαφερομένων μέχρι τη διακοπή της συμβίωσης, ως τέτοιες δε (ειδικές συνθήκες) θεωρούνται η σωματική και η ψυχική υγεία, οι γενικότερες συνθήκες εργασίας του ενάγοντος και του άλ­λου συζύγου, καθώς και η οικονομική κατάσταση κυρίως του γονέα που έχει τη γονική μέριμνα των τέκνων τους, ενώ το εύλογο η μη της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης του ενάγοντος συζύγου και η τυχόν υπαιτιότητα δεν α­ποτελούν κριτήρια από το νόμο για την παραχώρηση της χρήσης της οικο­γενειακής στέγης, συνεκτιμώνται όμως έμμεσα μαζί με τα άλλα στοιχεία α­πό το Δικαστήριο (ΕφΘεσ 469/2009 ΕΦΑΔ 2011/533, Κ. Παπαδόπουλος, «Α­γωγές Οικογενειακού Δικαίου», τόμος Α, σελ. 335, Απ. Γεωργιάδη, «Η οικο­γενειακή στέγη», ΕλλΔικ 29/1287, σημ. 19, Β. Βαθρακοκοίλη, «Το Νέο Οικο­γενειακό Δίκαιο», έκδοση 2000, υπ’ άρθρο 1393,  αριθ. 13, σελ. 276 – 277). Η παραπάνω ρύθμιση της χρήσης της συζυγικής στέγης δεν έχει μονιμότητα, αφού διαρκεί όσο διαρκεί η διάσταση, δηλ. από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου, μπορεί δε η σχετική α­πόφαση να μεταρρυθμιστεί σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων που επέβαλαν την παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής στέγης στον ένα σύ­ζυγο (Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 346, με παραπομπές στη νομολογία), ή­τοι η απόφαση που ρυθμίζει την χρήση της οικογενειακής στέγης παύει να ι­σχύει αυτοδικαίως, αν δεν ζητηθεί τροποποίησή της, μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου που χρησίμευε ως οικο­γενειακή στέγη διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου (ΕφΑθ 7890/1986 ΕλλΔικ 28/1274).

Ως προς τον χα­ρακτήρα της παραχώρησης και τη φύση του δικαιώματος αυτού υπάρχει δι­χογνωμία στην επιστήμη, διότι η ίδια η διάταξη δεν αναφέρει αν η παραχώ­ρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης στο σύζυγο που δεν έχει εμπ­ράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί ακινήτου είναι χαριστική ή γίνεται με αν­τάλλαγμα. Στη θεωρία και την επιστήμη έχουν διαμορφωθεί διάφορες από­ψεις ως προς το θέμα αυτό (ΕφΘεσ 2416/1996 Αρμ 1996/1222, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔικ 37/358, ΕφΑθ 8306/1995 ΕλλΔικ 37/1429, ΕφΑθ 335/1993 ΕλλΔικ 35/485, ΕφΑθ 698/1989 ΕλλΔικ 33/156, Απ. Γεωργιάδη, ’Ή οικογε­νειακή στέγη», ΕλλΔικ 29/1284, Παπαζήση, σε Α.Κ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 1393, Παπαδημητρίου, «Οικογενειακό Δίκαιο», έκδοση 1997, σελ. 235).

Κατά μία άποψη (Γ. Κουμάντου, «Οικογενειακό Δίκαιο», τόμος 1, άρθρο 1393, σελ. 177, Δεληγιάννης II, σελ. 196 – 197), ο σύζυγος που παίρνει τη χρήση της οικογενειακής στέγης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αντάλ­λαγμα στο σύζυγο που έχει την κυριότητα πάνω σε αυτήν, το δε αντάλλαγ­μα αυτό θα είναι μίσθωμα, ανάλογο με τη μισθωτική αξία του ακινήτου και θα καθορίζεται από το Δικαστήριο, είτε με την απόφαση που παραχωρεί τη χρήση, είτε με άλλη απόφαση, ενώ παράλληλα το εν λόγω μίσθωμα θα συμ­ψηφίζεται με την υποχρέωση διατροφής που μπορεί να έχει ο σύζυγος – κύ­ριος της οικογενειακής στέγης, δηλαδή από τη διατροφή που θα έπρεπε ο τελευταίος να καταβάλλει θα αφαιρείται το ποσό που αντιστοιχεί στη μισ­θωτική αξία του ακινήτου (ΑΠ 1630/2002 ΝοΒ 2003/1209, ΑΠ 792/2000 ΝΟ­ΜΟΣ, ΕφΑθ 122/2002 Αρμ 2002/1479). Η άνω άποψη έχει υπέρ αυτής το ε­πιχείρημα ότι, εφόσον η διάταξη του άρθρου 1395 Α.Κ., που αφορά την κα­τανομή κινητών που ανήκουν και στους δύο συζύγους, ορίζει ότι, αν ο ένας σύζυγος παίρνει τη χρήση κινητών που κατά κυριότητα ανήκουν και στους δύο συζύγους μπορεί να υποχρεωθεί να δίνει στον άλλο «εύλογη αποζημί­ωση» για τη χρήση αυτή, πολύ περισσότερο πρέπει να παρέχεται στον κύριο πλήρες αντάλλαγμα για τη χρήση ακινήτου που του αφαιρείται για χάρη του συζύγου του, ενώ, παράλληλα, κατά την άποψη αυτή, υποστηρίζεται ότι, για να αρθεί η αντισυνταγματικότητα της διάταξης, στο μέτρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί προσβολή της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του Συντάγ­ματος), για την αφαίρεση της χρήσης από το σύζυγο που είναι κύριος του α­κινήτου, πρέπει να παρέχεται πλήρης αποζημίωση ανάλογη με τη μισθωτική αξία του πράγματος.

Κατ’ άλλη άποψη, με την οποία συντάσσεται και το πα­ρόν Δικαστήριο, η ειρημένη παραχώρηση αποτελεί περιορισμένης έκτασης σε είδος διατροφή εκ του νόμου, η οποία θα πρέπει να υπολογίζεται στη συ­νολική διατροφή, την οποία οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης συζυγικής στέγης (ΕφΠειρ 162/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 399/2005 Πειρ Νομ 2005/278, ΕφΑθ 4585/2002 ΕλλΔικ 44/228, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομ 24/323, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔικ 37/358, μειοψηφούσα γνώμη στην ΕφΑθ 663/1990 ΕλλΔνη 33/186, για αντίθετη μη κρατούσα άποψη βλ. πλειοψηφία στην ΕφΑθ 663/1990 ό.π., Βαθρακοκοίλη, ΈρΝομΑΚ», Τόμος Ε`, «Οικογενει­ακό Δίκαιο», υπ’ άρθρο 1393, σελ. 275, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, «Αστικός Κώδικας,» «Οικογενειακό Δίκαιο», Τόμος VII, 2η Εκδοση, υπ` άρθρο 1393, σελ. 254). Υπέρ της γνώμης αυτής συνηγορούν, κατ’ αρχήν, οι λοιπές περί συζυγικής συμβίωσης διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου. Τα κριτήρια της Α.Κ. 1393 είναι κοινωνικά και εστιάζονται στις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και όχι στις έννομες σχέσεις των προσώπων με τα πράγματα. Ο νομοθέτης παραθέτει γενική ρήτρα και αόριστες έννοιες, αντί να θέσει σταθερά κριτήρια, που τελικά οδηγούν συχνά σε άδικες κοινωνικές λύσεις. Με­τά τη διάσπαση της συζυγικής συμβίωσης αίρεται η προηγούμενη δυνατό­τητα κοινής από τους συζύγους χρήσης της συζυγικής οικίας, πλην όμως, α­φού διατηρείται ο συζυγικός δεσμός, εφόσον ο γάμος δεν έχει λυθεί ακόμη, είναι σύμφωνο με την αρχή της προστασίας της οικογένειας και την επιεί­κεια, η χρήση αυτή να μην ανήκει οπωσδήποτε σε αυτόν που την συνεισέφερε, αλλά να δύναται το Δικαστήριο να την παραχωρήσει, ολικώς ή μερι­κώς, στον άλλο σύζυγο αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Εφόσον όμως, γενικώς κατά την έννοια του νόμου, διατροφή νοείται όχι μόνο η χρηματική, αλλά και κάθε παροχή η οποία ικανοποιεί ορισμένη βιοτική ανάγκη του ατό­μου, όπως και η παραχώρηση της χρήσης έως και της κατοικίας στον μη κύ­ριο σύζυγο για τέτοια ανάγκη του, έπεται ότι η εν λόγω παραχώρηση αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, διατροφή σε είδος, συμπέρασμα το οποίο ενισχύεται, τέλος, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν δέχθηκε την έκθεση της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δίκαιου, κατά την οποία η εν λόγω παραχώρηση θα μπορούσε να συνδυαστεί με την καταβολή κάποιου ανταλλάγματος, καθορισμένου από το Δικαστήριο και η οποία τελικώς δεν περιλήφθηκε στην προεκτεθείσα διάταξη του 1393 Α.Κ. (βλ. σχετ. Σπυριδάκη, «Οικογενειακό Δίκαιο», σελ 104 – 105, Γεωργιάδη σε «Πέντε χρό­νια εφαρμογής του νέου οικογενειακού δικαίου, Πεπραγμένα», Θεσσαλονί­κη, 1989, σελ. 221, 210 επ, 220 επ, παρόμοια διάταξη του άρθρου 735 Κ­ΠολΔ).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί