Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

H ορθή ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 περί δολιότητας εκ μέρους του δανειολήπτη σχετικά με την αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του

Η νομολογία (όπως θα εκτεθεί παρακάτω), δίνει συγκεκριμένη ερμηνεία ως προς την έννοια του δόλου δανειολήπτη. Συγκεκριμένα:

  1. Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, δεν πρέπει να αποδίδεται σε δόλο. Η ύπαρξη δόλου εκτιμάται με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και με την απόδειξη βαρύνεται ο πιστωτής (εδ. β` της παρ. 1 άρθρο 1 ν. 3869/2010). Η έννοια του δόλου κατευθύνεται στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας. Κατά την ορθότερη άποψη ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα (μετά την ανάληψη των χρεών) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ- 3η, 2014, υπό το άρθρο 1, αριθ. 31,32, 35, 36, 37, 38, σελ. 46-51). Περαιτέρω δόλια αδυναμία πληρωμών συντρέχει και όταν ο οφειλέτης εν γνώσει του χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του και ειδικότερα δε όταν ο τελευταίος δεν φροντίζει για την διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση εισοδήματος ή περιουσιακών στοιχείων [π.χ. χάνει περιουσία σε τυχερά παιχνίδια και σε χαρτοπαιξία (βλ. ΕιρΘεσ. 6546/2011) ή κάνει άσωτη ζωή (βλ. ΑΘ Gottingen ZinsO 2010, σελ. 1012], με αποτέλεσμα να μειώνει την υπάρχουσα δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει (βλ. Βενιέρη – Καλτσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2η έκδοση, σελ. 98- 100).
    Κρίθηκε, επομένως, ότι συντρέχει δολιότητα στο πρόσωπο των δανειοληπτών στην περίπτωση που οι δανειολήπτες ανέλαβαν πολλές δανειακές υποχρεώσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες, οι ίδιοι δεν φρόντισαν για τη διατήρηση και τη σωστή διαχείριση του ενεργητικού και των εισοδημάτων τους, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, αλλά αντίθετα επεδίωκαν επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή και συγκεκριμένα προέβησαν σε δαπανηρές αγορές ειδών πολυτελείας από γνωστές εμπορικές εταιρίες για την ικανοποίηση των καταναλωτικών τους αναγκών, με αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της οικονομικής τους κατάστασης και τη συνακόλουθη αδυναμία επαρκούς εξυπηρέτησης των χρεών τους (67/2016 ΜονΠρωτΛαμ).
  2. Δυνάμει της υπ’ αριθ. 67/2016 απόφασης του ΜονΠρωτΛαμ κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός της πιστώτριας τράπεζας περί δόλιας περιέλευσης δανειολήπτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών του λόγω γνώσης κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεών του ότι αδυνατεί να τις εκπληρώσει με βάση τις οικονομικές του δυνάμεις, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος και αόριστος. Τούτο δε, διότι μόνη η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους του οφειλέτη ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, δια του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεών του και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του, ενέργειες (βλ. Α. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. β`, σελ. 56-57, με τις εκεί παραπομπές σε αποφάσεις πρωτοβάθμιων δικαστηρίων).
  3. Η υπ’ αριθ. 38/2014 απόφαση του ΜΠρΘες/κης απέρριψε ως μη νόμιμο το λόγο έφεσης της πιστώτριας τράπεζας με τον οποίο επικαλούνταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της περί δόλιας πρόκλησης της αδυναμίας πληρωμής της αιτούσας, δεχόμενη ότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από το δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές, αφού με αυτό τον τρόπο παρά το νόμο ερμήνευσε την κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 3869/2010, ενώ θα έπρεπε αυτή να ερμηνευθεί ευρύτερα, ώστε να υπάγεται και η περίπτωση που ο οφειλέτης κατά το χρόνο της ανάληψης της οφειλής και με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, γνώριζε και αποδεχόταν ότι η συγκεκριμένη οφειλή είναι τέτοιας βαρύτητας, ώστε σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης της επίκειται η παύση πληρωμών του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΜονΠρωτΘες/κης) διά της υπ’ αριθ. 38/2014 απόφασής του απέρριψε το ως άνω λόγο έφεσης ως αβάσιμο κρίνοντας ότι η αληθής έννοια της ανωτέρω διάταξης, ερμηνευόμενη κατά το σκοπό του εν λόγω νόμου συνιστάμενο στην προστασία και αποκατάσταση των πολιτών, οι οποίοι δεν διέθεταν τις γνώσεις ή την εμπειρία για να αντισταθούν στην επιθετική πολιτική πώλησης και marketing των πιστωτικών ιδρυμάτων (βλ. Γαλανοπούλου- Μητροπούλου Α., Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά, 2011, σ. 11), είναι ότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτούνται προς τούτο και επιπλέον θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (βλ. Κρητικό ΑΘ., ό.π., σ. 56, 57, πλαγιαρ. 18-21, πρβλ. Κατηφόρη Ν., Η δικονομία της ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2013, σ. 86, υποσημ. 294), όπως είναι η πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές.
  4. Το ΜΠρΗρακλ διά της υπ’ αριθ. 205/2013 απόφασης του έκρινε ότι ο ισχυρισμός – ένσταση της πιστώτριας περί δόλιας περιελεύσεως της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών ενόψει του ότι ανέλαβε εν γνώσει της υπερβολικές, για τα εισοδήματα της, υποχρεώσεις και ότι, ακολούθως η οικονομική της αδυναμία οφείλεται στον υπερβολικό για τις δυνατότητές της δανεισμό της, τον οποίο η ίδια επεδίωξε γνωρίζοντας ότι δεν θα ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της είναι απορριπτέα καθώς, πέραν του ότι στηρίζεται σε περιστατικά πρωθύστερα, αφού κατά το χρόνο του δανεισμού δεν περιέρχεται ο οφειλέτης σε αδυναμία πληρωμών, ακόμη και αν είναι βέβαιη η πρόβλεψή της από τον υπερβολικό δανεισμό, σε κάθε περίπτωση ο δανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου, δεν έχει την ευχέρεια να υποχρεώσει, τον πιστωτή να αποδεχθεί την πρότασή του, αντιθέτως οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να πληροφορούνται προηγουμένως μέσω των διατραπεζικών συστημάτων και της μηχανογραφικής μεταξύ τους επικοινωνίας, που έχουν καθιερώσει, αλλά και από στοιχεία που ζητούν από τον επίδοξο πιστούχο, της δυνατότητός του προς αποπληρωμή των δανείων, καθώς επίσης να διαπιστώνουν και λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του σε άλλες τράπεζες ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά μέσω του διατραπεζικού συστήματος Τειρεσίας. Δολιότητα θα μπορούσε να υπάρξει μόνο εάν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες, για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους. Προσθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο δανειολήπτης δεν έχει καμία εξουσία διαμορφώσεως ή τροποποιήσεως όρων των δανειακών συμβάσεών που συνάπτονται με τις τράπεζες. Δηλαδή πρόκειται περί συμβάσεων προσχωρήσεως προς εκτέλεση των οποίων αυτές, αφού εκτιμούσαν ορισμένες παραμέτρους στο πρόσωπο του δανειολήπτη και βαθμολογούσαν την πιστοληπτική του ικανότητα, χορηγούσαν το τραπεζικό προϊόν (ΜΠρΕδ 20/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘηβ 3/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΓυθ 11/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαυρ 24/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 759/2013, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 59811/2013, ΝΟΜΟΣ). Εν τούτοις με επίκληση της ιδίας συμβάσεως οι τράπεζες μεταστρέφουν την άποψή τους και προβάλλουν, αβάσιμα όμως, δολιότητα του δανειολήπτη. Ο υπερβολικός δανεισμός τέλος, ο οφειλόμενος σε κακό υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του πιστούχου, δεν αποτελεί στοιχείο δόλου, (………) δε από τις κύριες αιτίες της θεσμοθέτησης του νόμου 3869/2010 (205/2013 ΜΠρΗρακλ).
  5. Έχει κριθεί ότι η αδυναμία πληρωμών καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητος, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητος του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητα του αιτούντος δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών (Κλ. Ρούσσος, Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα). Ειδικότερα, ως αδυναμία πληρωμής νοείται η έλλειψη ρευστότητας που απαιτείται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω κι αν έχει κινητή ή άλλη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί (Αθ. Κρητικός Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2012, σελ. 51). (69/2014 ΕιρΝεμέας).
  6. Η υπ’ αριθ. 24/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ένσταση των τραπεζών περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής διότι ενσυνείδητα προέβη σε ανάληψη αυξημένων χρεών χωρίς να έχει την απαιτούμενη οικονομική – εισοδηματική δυνατότητα ν` ανταποκριθεί στην αποπληρωμή αυτών για τους εξής λόγους: Η αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής και στην επαναφορά της ισορροπίας των παροχών, που διαταράχθηκε από διάφορα περιστατικά – προβλεπτά ή απρόβλεπτα – με κριτήρια αντικειμενικά, για την ασφάλεια των συναλλαγών και γενικότερα του δικαίου ( βλ. σχετ, Β. Βαθρακοκοίλης – «Αναλυτική ερμηνεία – νομολογία του ΑΚ», τ. Ι, έκδοση 1994, άρ. 288, σελ. 423 ). Με το Ν.3869/2010 παρέχεται στο φυσικό πρόσωπο η δυνατότητα της ρύθμισης των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά και βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία – χωρίς διέξοδο και προοπτική -κατάσταση, από την οποία – άλλωστε – και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί κι ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Ν. 3869/2010 εξειδικεύοντας τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής του οφειλέτη, καθότι καθορίζει τις προϋποθέσεις ρύθμισης των χρεών και απαλλαγής του από αυτά και έχει σκοπό να επαναφέρει την ισορροπία των παροχών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών, που – κατά κύριο λόγο – είναι οι τράπεζες (βλ. σχετ. Ειρ. Θεσ. 5105/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), γι αυτό και η αλόγιστη περιέλευση του οφειλέτη σε υπερχρέωση δυσανάλογη με την επάρκεια των εισοδημάτων του για την αποπληρωμή των αναληφθέντων χρεών δεν συνιστά λόγο μη νομιμότητας του αιτήματος του να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου. Η δολιότητα που προβλέπει ο νόμος αναφέρεται στην αδυναμία πληρωμής και όχι στον τρόπο περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία. Δεν νοείται δολιότητα κατά την ανάληψη δανείου αλλά μόνο κατά το διάστημα μετά την ανάληψη του (Κρητικός σελ.44, παρ. 14). Εξάλλου, οδανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή του ν` αποδεχθεί την πρόταση του. Τα πιστωτικά ιδρύματα όμως έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες του αιτουμένου το δάνειο (μέσω του εκκαθαριστικού σημειώματος και βεβαίωσης αποδοχών) καθώς και τις λοιπές προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, απλήρωτων συναλλαγματικών, κατασχέσεων κλπ) μέσω του σύστηματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων). Γι αυτό στην υπ` αριθ. Ζ1-699 απόφαση περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τη οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23-04-2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (ΦΕΚ 917/2010) θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 8 η υποχρέωση από τα πιστωτικά ιδρύματα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, δηλαδή το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεώνεται, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, πριν από τη σύναψη σύμβασης πίστωσης να ερευνά και να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων κατά το προσυμβατικό στάδιο και κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις για την εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δολιότητα νοείται μόνο όταν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους (Δημητρίου Μακρή Ερμηνεία Ν.3869/2010 παρ. 17, σελ.37) και τέτοιου είδους εξαπάτηση δεν επικαλούνται οι ενιστάμενες (24/2013 ΕιρΛαυρίου).
  7. Η υπ’ αριθ. 375/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των πιστωτριών περί δολιότητας της αιτούσας της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, ισχυριζόμενοι ότι η αιτούσα εξακολουθούσε να λαμβάνει δάνεια, αν και γνώριζε ότι με τα εισοδήματα της σε συνδυασμό και με τις λοιπές οικονομικές υποχρεώσεις της, ήταν αδύνατο να τα εξοφλήσει κατά τη λήξη τους διότι: Η μη δολιότητα, της οφειλέτου καταλαμβάνει εξ ορισμού όχι μόνο την αδυναμία πληρωμής αυτήν καθ` εαυτήν, αλλά και την ανάληψη του εγχειρήματος της λήψης του δανείου, καθόσον ο δανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί την πρόταση του, αντιθέτως δε τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτούμενου δάνειο (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών), να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του (σε άλλα τυχόν πιστωτικά ιδρύματα) ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), και σε περίπτωση όπου διαπιστωθεί η αφερεγγυότητα του αιτούντος δάνειο, να αρνηθούν τη χορήγηση του (Δημ. Μακρής, Κατ` άρθρο ερμηνεία του Νόμου 3869/2010, σ. 36, 37). Κατ` ορθή ερμηνεία του σχετικού άρθρου του ν. 3869/2010, δολιότητα εκ μέρους του δανειολήπτη γίνεται δεκτή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτών του, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις που για τον οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψηφίων πελατών τους, στοιχείο που δεν προέκυψε από τη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου αυτού του δικαστηρίου, αλλά ούτε και από τα προσκομισθέντα έγγραφα (Δημ. Μακρής, Κατ` άρθρο ερμηνεία του Νόμου 3869/2010, σ. 37). […] (375/2011 ΕιρΧαλκ).

Όπως προκύπτει από την ανωτέρω παραταθείσα νομολογία, η δολιότητα δεν νοείται κατά την ανάληψη δανείου αλλά μόνο κατά το διάστημα μετά την ανάληψη του (Κρητικός σελ.44, παρ. 14). Δόλιος δηλαδή θεωρείται ο οφειλέτης όταν από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα, δηλαδή μετά την ανάληψη των χρεών και όχι κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών, σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Εκτός αυτού, δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, ήτοι όταν ο οφειλέτης αναλαμβάνει υπερβολικές οικονομικές υποχρεώσεις, δια του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει. Όπως έχει κριθεί από τη νομολογία (67/2016 ΜονΠρωτΛαμ, 38/2014 ΜΠρΘες/κης, 16/2014 ΕιρΡοδ, 205/2013 ΜΠρΗρακλ, 24/2013 ΕιρΛαυρ, 15/2011 ΕιρΑθ, 5074/2011 ΕιρΘες, ΕιρΑθ 143/2011, ΕιρΑθ 102/2011, ΕιρΑθ 61/2011, ΕιρΑθ 15/2011, ΕιρΧαλαν 4/2011, ΕιρΧαλαν11/2011, ΕιρΘηβ 17/2011, ΕιρΗρακλ 590/2011, ΕιΘες 5182/2011, ΕιρΘες 5074/2011) κατ` ορθή ερμηνεία του σχετικού άρθρου του ν. 3869/2010, δολιότητα εκ μέρους του δανειολήπτη γίνεται δεκτή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτών του, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις που για τον οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψηφίων πελατών τους ή ακόμη και όταν  χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του και ειδικότερα δε όταν ο τελευταίος δεν φροντίζει για την διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση εισοδήματος ή περιουσιακών στοιχείων. Άλλωστε, κατά την εξέταση της υπαιτιότητας του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του στη κατάσταση της αδυναμίας πληρωμών πρέπει να λαμβάνει ο δικαστής υπόψη του και καταστάσεις εκτός της σφαίρας επιρροής του οφειλέτη, που άλλαξαν τις συνθήκες και συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών του. Σημασία έχει αυτό, αν η αλλαγή αυτή οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες  ή ακόμα και σε παράγοντες εντός της ευθύνης του οφειλέτη που όμως αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει και να τις αποτρέψει. Άλλωστε πρέπει να γίνει αντιληπτό, ότι ο οφειλέτης δεν ενεργεί εκ των προτέρων στρατηγικά για να εκμεταλλευτεί την υπερχρέωσή του (Ι. Βενιέρης – Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, σελ. 94).

Λένα Πολύζου, δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί