Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

H παράβαση από τον εκμισθωτή της συμβατικής υποχρέωσης περί απόδοσης της εγγύησης στο μισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης δε συνιστά αδικοπραξία

Από τη διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την εξ’ αυτής υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος αλλά και περαιτέρω προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του τελευταίου κατά το άρθ. 932 ΑΚ, εκτός από την επέλευση της ζημίας, προϋποτίθεται ότι η ζημία αυτή προκλήθηκε παρανόμως ή από συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη (άρθ. 919 ΑΚ), από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, ήτοι σε δόλο ή αμέλεια (άρθ. 330 ΑΚ), και ότι υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας. Υπό την ανωτέρω έννοια, η προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο.

Μόνη όμως η αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης από τον ένα συμβαλλόμενο, κι αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητά του, δεν συνιστά αυτή καθεαυτή αδικοπραξία και δεν γεννά αξίωση αποζημιώσεως κατ’ άρθ. 914 ΑΚ. Επί το ειδικότερον, η αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως από μόνη της μπορεί μεν να είναι άδικη πράξη, ωστόσο δεν συνιστά αδικοπραξία. Έτσι στην περίπτωση αυτή οι έννομες συνέπειές της ρυθμίζονται από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της ενοχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση) και όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΕφΑΘ 8091/2002 ΕλλΔνη 2004. 257, ΕφΔωδ 120/1991 ΕλλΔνη 1995. 398).

Πλην όμως, μερικές φορές ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός είναι δυνατόν να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας, οπότε στην περίπτωση αυτήν το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις (ΜΠρΑΘ 4487/2009 ΔΙΜΕΕ 2009. 548). Πιο συγκεριμένα, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και παράλληλη συρρέουσα αδικοπρακτική ευθύνη, όταν, και χωρίς τη συμβατική σχέση, η ενέργεια αυτή (πράξη ή παράλειψη) θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το άρθρο 914 ΑΚ γενικό καθήκον της μη προκλήσεως υπαιτίως ζημίας σε άλλο πρόσωπο (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 22. 505, ΑΠ 1672/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1120/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 212/2000 ΕΔΠ 2000. 258, ΑΠ 47/1996 ΕλλΔνη 37. 1316, ΕφΑΘ 7466/2007 ΕλλΔνη 2008, 933, ΕφΑΘ 2875/2006 ΕδικΠολ 2007. 321, ΕφΑΘ 9960/2005 Αρμ. 2007. 379). Αντίθετα, αν η πράξη της αθέτησης ενοχικής υποχρέωσης δεν θα ήταν χωρίς την προϋπάρχουσα ενοχή παράνομη, θα πρέπει η εφαρμογή της αδικοπρακτικής ευθύνης να αποκλεισθεί.

Κατά συνέπεια, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής εκ μέρους του εκμισθωτή και συγκεκριμένα η παράβαση από εκείνον της συμβατικής του υποχρέωσης περί απόδοσης της εγγύησης στο μισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης, που απορρέει από τη σύμβαση μίσθωσης, δεν συνιστά αδικοπραξία αφού δεν είναι από μόνη της, και χωρίς την ύπαρξη της συμβατικής σχέσης (μίσθωσης), παράνομη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Ως εκ τούτου, η αγωγή του ενάγοντος – μισθωτή, κατά τη βάση που επιχειρείται να θεμελιωθεί σε αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου – εκμισθωτού, με μοναδικό λόγο ότι ο τελευταίος παραλείπει με τη λήξη της μισθωτικής σχέσης να επιστρέψει στο μισθωτή το ποσό που είχε δοθεί ως εγγύηση, είναι νόμω αβάσιμη και για το λόγο αυτό απορριπτέα κρίνεται και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικά τα όσα διαλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ. 26951/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κληθείσα να αποφανθεί επί των αυτών πραγματικών περιστατικών, έκρινε επί λέξιν τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του εκθέτει, ότι […] κατά την έναρξη της μίσθωσης καταβλήθηκε στην εναγομένη εκμισθώτρια, ως εγγύηση το ποσό των 565 ευρώ, το οποίο δόθηκε για την τήρηση των όρων της επίδικης μίσθωσης προς κάλυψη τυχόν απαιτήσεων της εκμισθώτριας από ανεξόφλητους λογαριασμούς και ρητώς συμφωνήθηκε η επιστροφή του κατά τη λήξη της μίσθωσης και μετά την εκπλήρωση όλων των από μέρους του μισθωτή υποχρεώσεων. Ότι η εναγομένη, παρά το γεγονός της εξόφλησης εκ μέρους του ενάγοντος όλων των λογαριασμών και των εκκρεμοτήτων του, δεν επέστρεψε στον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό της εγγύησης των 346 ευρώ, παρακρατήσασα αυτό παράνομα, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βάρος του ενάγοντος. […] Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων, επικαλούμενος τόσο την σύμβαση μίσθωσης, όσο την αδικοπραξία εκ μέρους της εναγομένης, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 925,56 ευρώ, καθώς και ποσό 25.000 ως χρηματική ικανοποίηση , προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη […]. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή […] όσον αφορά την βάση αυτής περί αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, η παράβαση από την εναγομένη της συμβατικής υποχρέωσης περί απόδοσης της εγγύησης κατά την λήξη της μίσθωσης, που απορρέει από την σύμβαση μίσθωσης, δεν συνιστά αδικοπραξία αφού δεν είναι από μόνη της, και χωρίς την ύπαρξη της ένδικης συμβατικής σχέσης, παράνομη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 1734/2009 ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ.-ΑΠ 1801/2001 ΕλΔνη 2002, 350) […]».

 

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί