Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων κατ’ άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠολΔ δε συνιστά αποδεικτικό μέσο

Το άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι «Το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση».

Όπως παρατηρείται[1], στο πλαίσιο της κυριαρχικής του εξουσίας το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε μέτρο που, κατά την κρίση του, θα συντελέσει στην ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς (όπως προσκόμιση εγγράφων από διάδικο[2]), μεταξύ των οποίων και αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους. Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση δεν αποτελεί μεν αποδεικτικό μέσο, από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, αλλά αποσκοπεί, σε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα μέσα, στην πληρέστερη διαφώτιση του δικαστηρίου, με την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων από τους διαδίκους, στα τυχόν αμφίβολα και διφορούμενα περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο απόδειξης, ώστε μετά από τη συνεκτίμηση των διασαφήσεων οι οποίες δόθηκαν, να διαγνωσθεί ασφαλέστερα η διαφορά, αφού, σε διαφορετική περίπτωση (ήτοι της μη δυνατότητας συνεκτίμησης των αποσαφηνίσεων), η υπό κρίσιν διάταξη θα ήταν κενή περιεχομένου[3].

Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση διατάσσεται μετά το πέρας της επ’ ακροατηρίω συζητήσεως με μη οριστική απόφαση που μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο, μετά από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, που είναι το πλέον σύνηθες. Το άρθρο 245 ΚΠολΔ εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες, στην κατ’ έφεση δίκη[4] και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 ΚΠολΔ). Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση γίνεται με την επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι νέα, αλλά  θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, και επομένως δεν απαιτείται να κατατεθούν εκ νέου προτάσεις[5]. Απόκειται στη δυνητική και κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει για την ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο προς παροχή διευκρινίσεων και των μαρτύρων προς συμπλήρωση των καταθέσεών τους, και όταν ακόμη υποβληθεί σχετική αίτηση διαδίκου. Εάν το Δικαστήριο της ουσίας απορρίψει τέτοια αίτηση του διαδίκου, η κρίση αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ούτε με λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ[6].

Ως ήδη ελέχθη, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση δε συνιστά αποδεικτικό μέσο. Έτσι, κατά πάγια νομολογία[7], εάν στην απόφαση αναφέρεται ως αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ. Σύστοιχα με την παγιωμένη αυτή νομολογιακή θέση, η υπ’ αριθμ. 1088/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε τα ακόλουθα[8]: «Ι. Κατά το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στα πλαίσια της διατάξεως αυτής το δικαστήριο, αξιοποιώντας και την δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μπορεί να διατάξει οτιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στην διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικά με την υπόθεση. Η αυτοπρόσωπη δε εμφάνιση των διαδίκων δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητώς στην εν λόγω διάταξη. Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας, θεωρήσει τα όσα οι διάδικοι διευκρινιστικώς εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο, ως περιεχόμενο χωρίς όρκο καταθέσεως και τα συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β` του Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 44/2010, 380/2009, 337/2007, 616/2006).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 4913/2013 μη οριστική απόφαση του Εφετείου διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ήτοι του ήδη αναιρεσείοντος, εκκαλούντος (ενάγοντος) και του νομίμου εκπροσώπου της ήδη αναιρεσίβλητης, εφεσίβλητης (εναγομένης) ανώνυμης εταιρείας, προκειμένου, κατά τη νέα δικάσιμο, να τους υποβληθούν ερωτήσεις και να παράσχουν αυτοί διασαφήσεις, σχετικά με την υπόθεση και ειδικότερα τους ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσίβλητης (εναγομένης): α) περί του ανυποστάτου της από 08-09-1997 αποφάσεως της γενικής της συνελεύσεως, με την οποία όπως επικαλείτο ο ήδη αναιρεσείων (εκκαλών – ενάγων) είχε εγκριθεί η μεταξύ τους σύναψη, της από 15-09-1997 ένδικης σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, β) περί μη εκτέλεσης της εν λόγω σύμβασης και, γ) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του τελευταίου (ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος). Κατά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε, εμφανίστηκαν οι ανωτέρω, οι οποίοι και απάντησαν σε διευκρινιστικές ερωτήσεις των μελών της συνθέσεως του δικαστηρίου, σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα, που τέθηκαν από την ως άνω, μη οριστική, απόφαση του Εφετείου. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, παραγνωρίζοντας τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της αυτοπρόσωπης εμφανίσεως των διαδίκων, θεώρησε το περιεχόμενο των διασαφήσεών τους, ως χωρίς όρκο καταθέσεις («ανώμοτες καταθέσεις»), τις οποίες και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα. Έτσι, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίστηκαν και, κατά συνέπεια, ο έκτος από τον αριθμό 11β` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, πλέον, της έρευνας των λοιπών λόγων, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεκτού γενομένου καταλαμβάνει και αυτούς, οι οποίοι, επίσης, κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο σύνολό της…».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

 info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 1, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 732 επ. (υπό άρθρο 245).

[2] Βλ. ΑΠ 338/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΕφΛαρ 25/2013, Δικογραφία 2013, σελ. 71, ΑΠ 396/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. ΕφΑθ 1413/2007, ΕφΑΔ 2009, σελ. 410 με παρατ. Βούλγαρη.

[5] Βλ. ΟλΑΠ 30/1997, ΕλλΔνη 1997, σελ. 1522.

[6] Βλ. ΑΠ 1462/2012, ΧρΙΔ 2013, σελ. 195.

[7] Βλ. ΑΠ 117/2016, ΕφΑΔ 2016, σελ. 424, ΑΠ 380/2009, ΑΠ 338/2007, ΑΠ 616/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1453/1998, Δ 1999, σελ. 351.

[8] Βλ. ΑΠ 1088/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί