Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η απόφανση επί προταθείσας ενστάσεως συμψηφισμού ως ξεχωριστό «κεφάλαιο» της εκκαλουμένης απόφασης – Πότε η αντέφεση που πλήττει το εν λόγω κεφάλαιο συνέχεται αναγκαίως με την ασκηθείσα έφεση κατ’ άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 369/2016)

Η υπ’ αριθμ. 369/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) διέλαβε τα κάτωθι ενδιαφέροντα για την αντέφεση εφεσιβλήτου – ενάγοντος, που περιέχει αιτίαση κατά της εκκαλουμένης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης συμψηφισμού που πρότεινε πρωτοδίκως ο εκκαλών – εναγόμενος[1]:

«…από την διάταξη του άρθρου 523 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 522 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση στο σύνολό της αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια (ΑΠ 1019/1989, ΔΕΝ 1990/1015, ΕφΘεσ. 1759/2013, πρώτη δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 143/2012, ΕφΑΔ 2012/622, ΕφΛαρ. 318/2011, Δικογραφία 2011/515). Ως «κεφάλαιο» κατά την έννοια του άρθρου 523 § 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την έννοια του άρθρου 520 § 2 του ιδίου Κώδικα σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που είναι ταυτόσημες, δεδομένου ότι εισήχθησαν στον ΚΠολΔ με το ίδιο άρθρο 40 (§§ 3 και 5) του ΝΔ 958/1971 και αποσκοπούν στην περιστολή της ανεπίτρεπτης διεύρυνσης του αντικειμένου της έκκλητης δίκης (ΑΠ 1061/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και στην αποτροπή του αιφνιδιασμού του αντιδίκου είτε εκ μέρους του εκκαλούντος με την άσκηση προσθέτων λόγων έφεσης είτε εκ μέρους του εφεσιβλήτου με την άσκηση αντέφεσης, νοείται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό (ή) και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος προς παροχή έννομης προστασίας, που εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης (ΑΠ 132/2004, NoB 2004/1547), διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε προς την ιστορική του βάση είτε ως προς αμφοτέρους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 978/2014, ΧρΙΔ 2015/35, ΑΠ 671/2003, Δνη 2003/1343, Κ. Μακρίδου, Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ, 2000, σελ. 42 επομ.). Επομένως, κάθε κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως αντιστοιχεί σε μία αυτοτελή αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της αυτής διαφοράς) αλλά και εκκρεμοδικία (ΑΠ 1449/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 842/2010, ΕΠολΔ 2010/861, ΑΠ 798/2010, ΕΠολΔ 2010/862, ΑΠ 174/2010, ΔΕΕ 2010/919, ΑΠ 173/2010, ΧρΙΔ 2011/180, ΑΠ 925/1991, ΝοΒ 1992/550). Τέτοιο αυτοτελές αντικείμενο δίκης δημιουργεί λ.χ. η ανταγωγή (ΑΠ 672/1993, Δνη 1994/1271 = ΕΕΝ 1994/441, ΕφΔωδ. 37/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, όχι όμως και οι ενστάσεις, οι οποίες λόγω ακριβώς του αμυντικού τους χαρακτήρα, δεν εισάγουν ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης ούτε διευρύνουν το αρχικό, δεν παρέχουν αυτοτελή έννομη προστασία και δεν ιδρύουν ιδιαίτερο κεφάλαιο, διάφορο εκείνου που διαγιγνώσκει την αγωγική αξίωση (ΑΠ 76/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, 2007, § 112, αρ. 86, σελ. 181). Για το λόγο αυτό η δικαστική διάγνωση του παραδεκτού και της βασιμότητας της ενστάσεως εμπεριέχεται στη διάγνωση του κυρίου αντικειμένου της δίκης (Β. Βαθρακοκοίλης, Η Έφεση, 2015, αρ. 1190 επομ., σελ. 310). Τούτο έχει ως αποτέλεσμα στο ίδιο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αποφαίνεται περί του παραδεκτού και της βασιμότητας του αυτοτελούς αιτήματος παροχής έννομης προστασίας να συμπεριλαμβάνεται και η κρίση του δικαστηρίου περί του παραδεκτού και της βασιμότητας και οποιασδήποτε ενστάσεως, που προβλήθηκε ως άμυνα κατά του αιτήματος αυτού (ΑΠ 249/2016, ΑΠ 1543/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, η έφεση και η αντέφεση πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της εκκληθείσας αποφάσεως όταν με αυτές προσβάλλονται αντιστοίχως η ολική ή μερική παραδοχή της αγωγής και αντιστοίχως η απόρριψη ή η παραδοχή των ενστάσεων γενικώς (Β. Ρήγας, Ζητήματα εκ του δικαίου της εφέσεως, σε Δνη 39/749 επομ. [752]), αδιαφόρως δηλαδή αν πρόκειται για ενστάσεις καταχρηστικές (όπως λ.χ. η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση συντρέχοντος πταίσματος ή η από το άρθρο 416 ΑΚ ένσταση εξοφλήσεως της επίδικης οφειλής) είτε γνήσιες, στηριζόμενες δηλαδή σε δικαίωμα του ουσιαστικού δικαίου, δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή, αυτοτελείς (όπως λ.χ. η από το άρθρο 272 § 1 ΑΚ ένσταση παραγραφής) ή μη αυτοτελείς (όπως λ.χ. η από το άρθρο 325 ΑΚ ένσταση επισχέσεως), αφού η πρόταση καμιάς από αυτές δεν επιφέρει εκκρεμοδικία (Γ. Νικολόπουλος, Η έννοια και η λειτουργία της ενστάσεως στο αστικό δικονομικό δίκαιο, 1987, σελ. 162, όπου και κατηγοριοποίηση των ενστάσεων σε σελ. 67 επομ.). Κατ’ εξαίρεση, ξεχωριστό κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης αποτελεί η απόφανσή της επί προταθείσας ενστάσεως συμψηφισμού (ΑΠ 76/2015, ο.π., Ν. Νίκας, ο.π., Κ. Μακρίδου, ο.π., σελ. 118 επομ., Αγ. Μπακόπουλος, Οι εξουσίες του εφετείου μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, σε Δνη 1989/264 επομ. [271], Ε. Ρίκος, Τα όρια της μεταβιβάσεως, σε Δνη 1985/181 επομ.) ως προς την ανταπαίτηση που προτάθηκε σε συμψηφισμό (βλ. και Κ. Παπαδόπουλου, Η αναιρετική διαδικασία κατά τον ΚΠολΔ, 1997, § 190, σελ. 335), δεδομένου ότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 221 § 2 ΚΠολΔ, η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού συνεπάγεται εκκρεμοδικία, υπό την έννοια ότι η ανταπαίτηση που θεμελιώνει τον συμψηφισμό καθίσταται έκτοτε εκκρεμής και, συνεπώς, κρίνεται και αυτή ως κύριο ζήτημα στη δίκη, στο πλαίσιο της οποίας ο συμψηφισμός προτάθηκε (Δ. Κονδύλης, Το δεδικασμένον κατά τον ΚΠολΔ, 2007, σελ. 144 επομ., 436 επομ.). Επομένως, επί εφέσεως που δεν πλήττει το σχετικό με την παραδοχή ή την απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού, που προβλήθηκε πρωτοδίκως, κεφάλαιο, η εκ μέρους του εφεσίβλητου προσβολή του σχετικού, ιδιαιτέρου, κεφαλαίου της εκκαλουμένης με αντέφεση προϋποθέτει το χαρακτηρισμό του κεφαλαίου αυτού ως αναγκαίως συνεχομένου με το εκκληθέν με το εφετήριο κεφάλαιο (Β. Βαθρακοκοίλης, ο.π., Κ. Μακρίδου, ο.π., σελ. 17). Αναγκαία συνοχή με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν εμφανίζουν όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την ίδια ιστορική αιτία κατά την εξέλιξη της αυτής έννομης σχέσης, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 249/2016, ο.π., ΑΠ 978/2014, ο.π., ΑΠ 684/2013, ΧρΙΔ 2013/696, ΑΠ 697/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΟλΑΠ 10/2015, ΧρΙΔ 2015/574, Αγ. Μπακόπουλου, Ζητήματα από την κατ’ έφεση δίκη, σε Δνη 1992/1137 επομ. [1144]). Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω η αντέφεση του εφεσιβλήτου – ενάγοντος, με την οποία διαμαρτύρεται επειδή η αγωγή του έγινε εν μέρει μόνον δεκτή, συνεπεία εσφαλμένης παραδοχής ως και ουσιαστικά βάσιμης ένστασης συμψηφισμού που πρότεινε πρωτοδίκως ο εκκαλών – εναγόμενος, συνέχεται πάντοτε αναγκαίως με την έφεση, εφόσον, αλλά μόνον τότε, όταν με αυτή την τελευταία πλήττεται η πρωτοβάθμια κρίση για νομικό ή πραγματικό σφάλμα ως προς την διάγνωση της ύπαρξης και του ύψους της αγωγικής απαίτησης κατά της οποίας έγινε δεκτός ο συμψηφισμός (βλ. σχετ. και Β. Ρήγα, ο.π.).

Εν προκειμένω, ο εφεσίβλητος – ενάγων με την προαναφερθείσα αντέφεσή του αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς το πληττόμενο και με την έφεση κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά τις ώρες τις υπερωριακής απασχόλησής του και το ύψος της για την αιτία αυτή αξιούμενης αμοιβής του και ζητεί την μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του και κατά το κεφάλαιο αυτό. Επιπλέον, με το ίδιο δικόγραφο των προτάσεών του, ο εφεσίβλητος – ενάγων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η πιο πάνω ένσταση συμψηφισμού που πρόβαλε πρωτοδίκως η εναγόμενη, επειδή αυτή ήταν αφενός μεν αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν αν συμφωνήθηκε να συμψηφίζεται με τις υπερωριακές αποδοχές του ειδικά η επίδικη παροχή των έκτακτων αμοιβών και, αφετέρου, αβάσιμη, καθόσον επρόκειτο περί επιμισθίου, που καταβαλλόταν τακτικά από τρίτον (τη μισθώτρια των μπαρ και των εστιατορίων του πλοίου εταιρία) και όχι από την εναγόμενη. Η αντέφεση αυτή, με την οποία προσβάλλονται εν πρώτοις το ίδιο κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά στο ύψος της διαφοράς της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος από την απασχόλησή του με σύμβαση ναυτικής εργασίας στο ως άνω πλοίο της εναγομένης και στη συνέχεια το αναγκαίως προς αυτό συνεχόμενο κεφάλαιό της, με το οποίο έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης, ο οποίος επέδρασε στη διαγνωσθείσα αξίωση υπερωριακής αμοιβής του ενάγοντος απομειώνοντας το αντίστοιχο κονδύλιο, που οφειλόταν από την ίδια σύμβαση ναυτικής εργασίας και στα πλαίσια της αυτής έννομης των διαδίκων σχέσης, έχει ασκηθεί παραδεκτά και, επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο των λόγων της, συνεκδικαζόμενη μάλιστα με την έφεση, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 στοιχ. α ΚΠολΔ…».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΕφΠειρ 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί