Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η άρνηση του εναγομένου να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του

Σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (πρβλ. Ολ.Α.Π. 16/2006 Ελ.Δ/νη 2006.1331, Ολ.Α.Π. 7/2002 ΕΕΝ 2003. 168, Ολ.Α.Π. 8/2001 ΝοΒ 49. 1814). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ” αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (πρβλ. Α.Π. 1567/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 704/2007 ΔΕΕ 2007.970). Η ανωτέρω διάταξη, όμως, έχει εφαρμογή, στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός προβαίνει στην επιδίωξη της παρεχομένης από τον νόμο προστασίας, για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμα του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001. 1013, ΑΠ 950/1989 Ελ.Δ/νη 32. 77, ΕφΠειρ 871/2002 Πειρ.Νομ. 2002. 472, ΑΠ 1417/1984 ΝοΒ 33.1002).

Εξ άλλου μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ` ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Περαιτέρω η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.

Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (Α.Π. 1799/2006). Στην υπόθεση που κρίθηκε με την υπ’ αριθ. 536/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) δεν διατηρεί ουδεμία απαίτηση εναντίον της όπως έχει δηλώσει ευθέως σχετικά με την επίδικη αξίωση. Το ως άνω Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η εναγομένη για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η μεν υπογραφή από τον ενάγοντα έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης σύμφωνα με την οποία ουδεμία απαίτηση έχει κατά της εναγομένης συνιστά επίκληση ανυπαρξίας του δικαιώματός του και ενδεχομένως θα μπορούσε να θεμελιώσει άρνηση της αγωγής ή ένσταση εξόφλησης ή παραίτησης από το δικαίωμά του κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, η οποία προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα κατά τα προεκτεθέντα. Εξ άλλου μόνη η επίκληση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική κατά τα ωσαύτως προεκτεθέντα.

Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, έχει εφαρμογή μόνον όταν το δικαίωμα ασκείται από το δικαιούχο, με στόχο τη δημιουργία καταστάσεως η οποία αρμόζει σε αυτό. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται, όταν η ελεγχόμενη συμπεριφορά εξαντλείται στην απλή αμφισβήτηση του αξιουμένου δικαιώματος ή στην άρνηση του καθ` ου ασκείται τούτο να προβεί σε πράξη ή παράλειψη με την οποία ικανοποιείται το δικαίωμα, καθόσον η άρνηση αυτή δεν υπόκειται στους περιορισμούς της ανωτέρω διατάξεως, ούτε μπορεί, και αν ακόμη είναι καταχρηστική, να δώσει λαβή στη γέννηση αξιώσεως (582/2004 ΑΠ).

Στην υπόθεση που κρίθηκε με την υπ’ αριθ. 2243/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Στην αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε ότι με το από 13.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η σύσταση αφανούς εταιρίας αορίστου διάρκειας. Η ενάγουσα κατέβαλε για την εισφορά της στην εταιρία το ποσό των 20.000 ευρώ σε δύο δόσεις των 10.000 ευρώ, που καταβλήθηκαν στις 13.10.2006 και στις 20.10.2006, ενώ συμφωνήθηκε συγχρόνως ότι η ενάγουσα θα εργάζεται στην επιχείρηση στην υποδοχή των πελατών με μισθό 1000 ευρώ μηνιαίως. Μετά από ένα χρόνο λειτουργίας της επιχείρησης και της εταιρίας, από Σεπτέμβριο 2007 και εφεξής δημιουργήθηκαν μεταξύ των διαδίκων προστριβές, όπως αυτές περιγράφονται στην αγωγή, με επακόλουθο την καταγγελία της εταιρίας εκ μέρους της ενάγουσας με εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στον εναγόμενο, με την οποία του ζητούσε συγχρόνως την επιστροφή του ποσού της εισφοράς που κατέβαλε εντός ταχθείσας προθεσμίας. Ζήτησε δε με την αγωγή, ενόψει της άρνησης του εναγομένου να επιστρέψει την εισφορά μετά τη λύση της εταιρίας, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην καταβληθείσα από την ίδια εισφορά, νομιμοτόκως από την πάροδο της ταχθείσας με την από 19.2.2008 εξώδικη καταγγελία προθεσμίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ` ουσίαν, αναγνώρισε ότι η μεταξύ των διαδίκων συσταθείσα αφανής εταιρία έχει λυθεί με καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 20.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος, με την κρινόμενη έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Συγκεκριμένα, επικαλείται για τη θεμελίωση του (για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος): α) ότι η ενάγουσα δεν τήρησε την έγγραφη συμφωνία τους, όπως αυτή διατυπώθηκε στο από 13.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αφανούς εταιρίας και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε το ποσό της δεύτερης δόσης των 10.000 ευρώ για τη συμμετοχή της στην εταιρία, β) ότι επιχείρησε, παρά το ότι ήταν αφανής εταίρος στην εταιρία, να διευθύνει, καθοδηγεί και ελέγχει τις ενέργειες του ιδίου ως εμφανούς εταίρου και γ) ότι η ενάγουσα έσπευσε, πριν ακόμη προβεί σε καταγγελία της αφανούς εταιρίας, να λειτουργήσει ανταγωνιστική ομοειδή επιχείρηση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι,  αποτελεί άρνηση της αγωγής ως προς το μέρος αυτής με το οποίο επιδιώκεται η καταβολή του συνόλου της καταβληθείσας εκ μέρους της ενάγουσας εισφοράς της για την εταιρία, ποσού 20.000 ευρώ. Αφού, επομένως, ο εναγόμενος αρνείται την ύπαρξη ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, δεν είναι δυνατή η προβολή της ανωτέρω ένστασης για ανύπαρκτο κατ` αυτού αγωγικό δικαίωμα. Εξάλλου, η επιδίωξη της ικανοποίησης των νόμιμων αξιώσεων της ενάγουσας, με τα μέσα που της παρέχει ο νόμος, με επίκληση περιστατικών, η βασιμότητα των οποίων θα κριθεί από την εκτίμηση των αποδείξεων που θα προσκομιστούν από τους διαδίκους, δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ούτε προκαλεί την εντύπωση έντονης σε βάρος του εναγομένου αδικίας.

Στην ως άνω υπόθεση (υπ’ αριθ. 2243/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), δηλαδή, ο εναγόμενος προέβαλε με την έφεσή του, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που άσκησε πρωτοδίκως, ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα δεν τήρησε τις μεταξύ τους συμφωνίες ως προς τη συσταθείσα εταιρεία με αποτέλεσμα να μην της οφείλει την καταβληθείσα εκ μέρους της ενάγουσας εισφοράς της για την εταιρία, ποσού 20.000 ευρώ, για την οποία άσκησε την επίδικη αγωγή (ζητώντας να της καταβάλει το ποσό της εισφοράς, ήτοι τις 20.000€). Το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος (εναγομένου) δεν αποτελούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αλλά άρνηση της αγωγής για την καταβολή του ποσού των 20.000€ ενώ η επίδικη αγωγή της εναγομένης (εφεσιβλήτου) δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ούτε προκαλεί την εντύπωση έντονης σε βάρος του εναγομένου αδικίας.

 

 

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί