Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή δεν μπορεί να μειώσει το ποσοστό αναπηρίας, που έχει προσδιοριστεί από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή, όταν την προσφυγή ασκεί μόνον ο ενδιαφερόμενος ασφαλισμένος και όχι ο ασφαλιστικός φορέας

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 29/2017 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, απορρίφθηκεη αίτηση αναιρέσεωςτου Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.)κατά αποφάσεως για τη χορήγηση κύριας και επικουρικής σύνταξης μερικής αναπηρίας.Όπως αναφέρεται, στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως, κατά πάγια αρχή του δικαίου, όταν δευτεροβάθμιο όργανο κρίνει επί ενδικοφανούς προσφυγής του διοικουμένου, δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση του, εκτός εάν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση.

Στο άρθρο 29 εδ. α΄του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητος και διαδικασίας απονομής των παροχών του Ι.Κ.Α. (Απόφαση Υπουργού Εργασίας 57440/1938- Β΄ 33), ορίζεται ότι: «Αι υγειονομικαί επιτροπαί έχουν ως έργον την τη αιτήσει της αρμοδίας υπηρεσίας του Ιδρύματος από ιατρικής απόψεως διαπίστωσιν της φύσεως, των αιτίων, της εκτάσεως και της διαρκείας της σωματικής ή της πνευματικής παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως του αιτούντος, είτε πρωτοτύπως είτε παραγώγως, σύνταξιν αναπηρίας ή επίδομα ασθενείας, και ερευνώσι την επίδρασιν τούτων επί της καθόλου ικανότητος του ησφαλισμένου προς άσκησιν του συνήθους βιοποριστικού επαγγέλματος αυτού, ως και την ανάκτησιν αυτής». Έτι περαιτέρω, στο άρθρο 37του πιο πάνω Κανονισμού ορίζεται ότι: «Αι γνωματεύσεις των υγειονομικών επιτροπών είναι έγγραφοι και ειδικώς ητιολογημέναι, υποβάλλονται δε εμπιστευτικώς εις το ασφαλιστικόν όργανον παρ’ ω εκκρεμεί η περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας αίτησις του εξεταζομένου […]». Σε σχέση, δε, με τις γνωματεύσεις αυτές, στην παρ. 8 του άρθρου 28του ίδιου Κανονισμού προβλέπεται ότι: «Κατά των γνωματεύσεων της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή, κατά τας διατάξεις του άρθρου 35 του παρόντος Κανονισμού υπό του ησφαλισμένου και παντός αρμοδίου ασφαλιστικού οργάνου[…]». Περαιτέρω δε, στο άρθρο 35του Κανονισμού αυτού (όπως τροποποιήθηκε με την 9619/1941, Β΄ 50, απόφαση του Υπουργού Εργασίας) ορίζεται ότι: «Η γνωμάτευσις της πρωτοβαθμίου επιτροπής δύναται να προσβληθεί ενώπιον της δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής εφ’ όσον δεν είναι ορθή η κρίσις της επιτροπής, ιδίως εάν η επιτροπή δεν έλαβεν υπ’ όψιν πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροήν εις την μόρφωσιν ορθής γνώμης ή επλανήθη περί την εκτίμησιν των πραγματικών γεγονότων ή εάν η επιτροπή εδέχθη πράγματα ως αληθή, άνευ της ειθισμένης κλινικής ή εργαστηριακής εξετάσεως ή έδει να διατάξη και δεν διέταξε περί αυτών απόδειξιν, ως και εάν εκ των εν τη έδρα της υγειονομικής επιτροπής υπαρχόντων ελλιπών αποδεικτικών μέσων καθίσταται δυσχερής η μόρφωσις ακριβούς γνώμης περί της αναπηρίας του αιτούντος».Τέλος, στο άρθρο 36παρ. 1του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι: «1. Η κατά της αποφάσεως της πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής προσφυγή ασκείται δι’ εγγράφου δηλώσεως του ενδιαφερομένου ή του νομίμως εξουσιοδοτημένου πληρεξουσίου αυτού ή δια δηλώσεως του αρμοδίου ασφαλιστικού οργάνου […]», ενώ στην παρ. 3 του αυτού άρθρουπροβλέπεται ότι: «3.Η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή κατά την ορισθείσαν ημέραν, αποφαίνεται επί της υποθέσεως, επικυρούσα ή τροποποιούσα την απόφασιν της πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής, εκτός εάν νομίζη αναγκαίας συμπληρωματικάς εξετάσεις, οπότε επανέρχεται επί της υποθέσεως μετά την ενέργειαν και των συμπληρωματικών τούτων εξετάσεων».

Από το πλέγμα των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι αν υποβληθεί αίτημα ασφαλισμένου για συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας, οι υγειονομικές επιτροπές του Ι.Κ.Α. είναι αποκλειστικώς αρμόδιεςνα αποφανθούν επί των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές ιατρικής φύσεως θεμάτων, δηλαδή επί της φύσεως, των αιτίων, της εκτάσεως, της διάρκειας και του χρόνου ενάρξεως της σωματικής ή πνευματικής παθήσεως του ασφαλισμένου και υποχρεούνται να δώσουν επί των θεμάτων αυτών σαφή και απαλλαγμένη από αμφιβολίες απάντηση. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής καθίσταται οριστική εφόσον δεν έχει ασκηθεί κατ’ αυτής προσφυγή (ένσταση) ενώπιον της δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, η οποία έχει την αρμοδιότητα κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 του Κανονισμού να επικυρώνει ή να τροποποιεί την απόφαση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής. Περαιτέρω, οι οριστικές γνωματεύσεις των υγειονομικών επιτροπών (πρωτοβαθμίων, που δεν έχουν προσβληθεί, και δευτεροβαθμίων), εφόσον είναι αιτιολογημένες, δεσμεύουν ως προς τα ιατρικής φύσεως ζητήματα τα ασφαλιστικά όργανα και τα επιλαμβανόμενα σε περίπτωση αμφισβητήσεως διοικητικά δικαστήρια (ΣτΕ 2678/2011, 3336/2012, 1061, 1652/2015).

Σύμφωνα με γενική αρχή που διατρέχει όλο το φάσμα του δικαίου, όταν δευτεροβάθμιο όργανο κρίνει επί ενδικοφανούς προσφυγής του διοικουμένου, δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση του, εκτός εάν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση (ΣτΕ 4202/1986, 2340/1987, 3424/2006). Συνεπώς, όταν η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή κρίνει επί προσφυγής ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κατά γνωματεύσεως της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση αυτού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση στη νομοθεσία του ως άνω Ιδρύματος, ούτε προκύπτει, άλλωστε, από τη νομοθεσία αυτή η δυνατότητα της δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής να καταστήσει χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος ασφαλισμένου, ενόψει άλλωστε και του ότι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, προβλέπεται πάντως η δυνατότητα του ασφαλιστικού αυτού οργανισμού (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) να ασκήσει προσφυγή κατά της γνωματεύσεως της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, προκειμένου να μειωθεί το ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του ασφαλισμένου (βλ. ΣτΕ 4202/1986).

Εκ των ανωτέρω, απορρέει αβίαστα ως συμπέρασμα, ότι σε περίπτωση που η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή, επιλαμβανόμενη προσφυγής μόνο του ασφαλισμένου, κρίνει ότι η ιατρική του αναπηρία πρέπει να προσδιορισθεί σε ποσοστό υψηλότερο εκείνου που προσδιόρισε η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή, θα δεχθεί την προσφυγή κατά της γνωματεύσεως της τελευταίας ως άνω επιτροπής και θα καθορίσει το κατά την κρίση της προσήκον ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του ασφαλισμένου. Άλλως, αν δηλαδή κρίνει ότι η εν λόγω αναπηρία θα έπρεπε να προσδιορισθεί στο αυτό ή και σε χαμηλότερο ποσοστό, θα απορρίψει την προσφυγή, με συνέπεια να οριστικοποιηθεί το ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του ασφαλισμένου, που προσδιορίστηκε από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή.

 

 

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί