Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Η διαταγή απόδοσης μισθίου συνιστά εκτελεστό τίτλο υπό αίρεση και προθεσμία; (βλ. σχετικά την ΜΠΡ ΧΑΛΚ 100/2000, δημ. Δ 2000, 888= ΕΔικΠολυκ 2000, 182= ΝοΒ 2000, 1453= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Από τις διατάξεις των άρθρων 662Δ παρ. 3, (νυν άρθρο 640 ΚΠολΔ), 918 παρ. 1 και παρ. 2 και 924 εδ. α’ και β’ του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σ’ αυτόν, εναντίον του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, η οποία γράφεται κάτω από το αντίγραφο αυτό. Απόγραφο, δε, συνιστά το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, το οποίο φέρει τον εκτελεστήριο τύπο, ο οποίος συνίσταται στην έκδοσή του στο όνομα του ελληνικού λαού και σε διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο και ο οποίος δίνεται (περιαπτέται), σε περιπτώσεις αποφάσεων, διαταγών πληρωμής ή άλλων διαταγών ελληνικών δικαστηρίων, από το δικαστή που εξέδωσε την απόφαση ή τη διαταγή. Μεταξύ των άλλων, εκτελεστό τίτλο, με βάση τον οποίο, και μόνο, μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, αποτελούν και οι διαταγές πληρωμής και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου που εκδίδουν έλληνες δικαστές, οι οποίες (διαταγές απόδοσης) αποτελούν εκτελεστό τίτλο μετά από την πάροδο δύο μηνών από την επιδοσή τους σ` εκείνον, εναντίον του οποίου στρέφεται η αίτηση.

Μία πρώτη προσέγγιση των προαναφερόμενων διατάξεων φαίνεται να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να λάβει χώρα αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου (από το σημείο αυτό και πέρα για λόγους συντομίας: διαταγή απόδοσης) είναι απαραίτητο, μετά από την έκδοση της διαταγής απόδοσης, να λάβει ο αιτών επίσημο αντίγραφό της, να προβεί στην επίδοση του αντιγράφου αυτού στον καθ` ου η αίτηση και στη συνέχεια, μετά από την πάροδο δύο μηνών από την επίδοση αυτή, να ζητήσει από το δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή απόδοσης, προσκομίζοντας την έκθεση για  την επίδοση του αντιγράφου της διαταγής, να χορηγηθεί σ’ αυτόν (αιτούντα) το απόγραφο, δηλαδή να λάβει χώρα η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στη διαταγή απόδοσης.

Το Δικαστήριο (συγκεκριμένα το δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας), εν τούτοις, έκρινε ότι είναι επίσης δυνατό η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου να λάβει χώρα αμέσως μετά από την έκδοση της διαταγής απόδοσης και πριν, ακόμη, από την επίδοση του αντιγράφου της στον καθ’ ου η αίτηση. Τούτο, δε, γιατί από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η διαταγή απόδοσης ήδη από την έκδοσή της αποτελεί τίτλο εκτελεστό, του οποίου, όμως, η εκτελεστότητα, ως κύρια έννομη συνέπεια της διαταγής απόδοσης, εξαρτάται τόσο από την πλήρωση  της ιδιόρρυθμης, δικονομικής, αναβλητικής αίρεσης της επίδοσης αντιγράφου της στον καθ’ ου η αίτηση, όσο και από την πάροδο της αναβλητικής προθεσμίας των δύο μηνών από την επίδοση αυτή. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θεώρησε ότι από την πλήρωση της αίρεσης και την πάροδο της προθεσμίας δεν εξαρτάται η απονομή της ιδιότητας του     εκτελεστού τίτλου στη διαταγή απόδοσης, αλλά μόνον η επέλευση της εκτελεστότητάς της, ως κύριας έννομης συνέπειας της διαταγής απόδοσης, η οποία ήδη από την έκδοσή της αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπό αίρεση και προθεσμία.

Τυχόν διαφορετική εκδοχή, η οποία θα στηριζόταν σε στενή γραμματική προσέγγιση των προαναφερόμενων διατάξεων, θα προκαλούσε, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, εύλογο προβληματισμό σχετικά με τη νομική φύση της διαταγής απόδοσης κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοσή της μέχρι την πλήρωση της αίρεσης και την πάροδο της προθεσμίας, αφού, σύμφωνα με εκείνη την εκδοχή, κατά το χρονικό αυτό διάστημα η διαταγή απόδοσης δεν θεωρείται ως εκτελεστός τίτλος. Επίσης, η, αποκρουόμενη από το Δικαστήριο, εκδοχή εκείνη θα παρέβλεπε το γεγονός ότι η επίδοση της διαταγής απόδοσης αποτελεί και την αφετηρία για την άσκηση ανακοπής εναντίον της, της οποίας η προθεσμία άσκησης (δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες) είναι μικρότερη από την προθεσμία των δύο μηνών για την επέλευση της εκτελεστότητας. Θα παρατηρούνταν, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή το φαινόμενο να ζητείται με την ανακοπή η ακύρωση της διαταγής απόδοσης, ως διαδικαστικής πράξης, προτού ακόμη, όμως, αυτή αποκτήσει την κύρια έννομη συνέπειά της, δηλαδή την εκτελεστότητα.

Ακόμη, το γεγονός ότι η διαταγή απόδοσης καθιερώθηκε στο νόμο κατά μίμηση της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτέλεσε το νομοθετικό υπόδειγμα για τη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 662Α-662Η του ΚΠολΔ (Παπαδάκης, Ζητήματα από την έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου, ΕπΔικΠολ 1998, σελ. 377 επ. και ιδίως πργ. 1, σελ. 377), οδηγεί στη διαπίστωση ότι η διαταγή απόδοσης και η διαταγή πληρωμής εντάσσονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε κοινό υποσύστημα δικαίου, με αποτέλεσμα οι σχετικές ρυθμίσεις για τη διαταγή απόδοσης είναι αναγκαίο να ερμηνεύονται και υπό το πρίσμα των αντίστοιχων ρυθμίσεων που ισχύουν για τη διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό (άρθρο 631 του ΚΠολΔ) αμέσως με την έκδοσή της. Τέλος, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι η διάταξη του άρθρου 662Δ του ΚΠολΔ, στην αρχική της μορφή, όριζε ότι η διαταγή καθίσταται τίτλος εκτελεστός αφού επιδοθεί στον καθ` ου η αίτηση και παρέλθουν δεκαπέντε ημέρες (παράγραφος 3), ενώ προκειμένου για μίσθιο, το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, η διαταγή απόδοσης δεν μπορεί να εκτελεσθεί πριν περάσουν σαράντα ημέρες από την επίδοσή της (παράγραφος 4), δηλαδή ως προς το τε λευταίο αυτό σημείο η αρχική διάταξη του άρθρου 662Δ του ΚΠολΔ επαναλάμβανε τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. β του νόμου 1 703/1987. Η διάσπαση της προθεσμίας σε δεκαπενταήμερη και σαρανταήμερη δεν εμφανίζεται, όμως, στην τελική μορφή της διάταξης του άρθρου 662Δ  του ΚΠολΔ και τούτο γιατί κατά την τελική επεξεργασία της διάταξης αυτής προκρίθηκε η επιμήκυνση της προθεσμίας σε δύο μήνες για όλες τις περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να απορροφηθούν από την προθεσμία αυτή οι αρχικές βραχύτερες προθεσμίες [Σταυράκης-Παπαδογάμβρου, Η διαταγή πληρωμής (από την έκδοση ως την εκτέλεσή της όπως ισχύει μετά το ν. 2479/97) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου (νέα, άρθρα 662Α-662Η ΚΠολΔ), θεωρία-νομολογία, υποδείγματα, 1997, Κεφάλαιο Β`, πργ .ΙΙΙ, αριθ. 33-38, σελ. 446-447]. Διαπιστώνεται, λοιπόν, από την αρχική μορφή της προαναφερόμενης διάταξης, ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό του οφειλέτη-μισθωτή, σε βάρος του οποίου η διαταγή απόδοσης εκδίδεται χωρίς προηγουμένως να έχει αυτός κλητευθεί (άρθρα 627 και 662Γ παρ. 4 του ΚΠολΔ) και για το λόγο αυτό, αφού   θεώρησε ως ανεπαρκή για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων του μισθωτή την τριήμερη προθεσμία της εκούσιας συμμόρφωσης, την οποία προβλέπει η διάταξη του άρθρου 926 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προέβη στη θέσπιση της δεκαπενταήμερης προθεσμίας για όλα τα μίσθια ακίνητα, ενώ ειδικά για εκείνα, τα οποία χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία, επανέλαβε τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. β του νόμου 1703/1987, όπως είχε  τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του νόμου 1953/1991, η οποία κατά το χρόνο της ισχύος της, θεωρούνταν ως προθεσμία εκούσιας συμμόρφωσης ειδικά για τα μίσθια αυτά [Παπαδάκης, Αγωγές απόδοσης μισθίου, έκδοση δεύτερη, 1990, πργ. 120/4.γ, αριθ. 2641, σελ. 782, Κατράς, Καταγγελία μίσθωσης κατοικίας για ιδιοκατοίκηση, ΕπΔικΠολ 1988, σελ. 3 επ. και ιδίως σελ. 1, Βαθρακοκοίλης, Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνευτική-νομολογιακή ανάλυση (κατ` άρθρο), τόμος ε`, 1997, άρθρο 926 αριθ. 7, σελ. 309,  Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, γενικό μέρος, 1998, πργ. 30 Ι αριθ. 3, σελ. 443]. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο νομοθέτης, με το να ορίσει ότι η διαταγή απόδοσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό αφού παρέλθουν δύο μήνες από την επίδοσή της στον καθ’ ου, δεν κυριολεκτούσε και εκφράστηκε ευρύτερα από όσο πραγματικά επιθυμούσε να εκφραστεί, αφού πρόθεσή του, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ήταν απλώς να επιμηκύνει, αρχικά μεν σε δεκαπέντε και σαράντα ημέρες, αντίστοιχα, τελικά, δε, σε δύο μήνες, την τριήμερη προθεσμία της εκούσιας συμμόρφωσης του άρθρου 926 παρ. 1 του ΚΠολΔ και όχι να προσδώσει στη διαταγή απόδοσης το χαρακτήρα εκτελεστού τίτλου για πρώτη φορά μετά από την πάροδο της δίμηνης αυτής προθεσμίας.

Το Δικαστήριο,  λοιπόν, θεώρησε απαραίτητο να προβεί σε ερμηνευτική, τελολογική συστολή της διάταξης του άρθρου 662Δ παρ. 3 του ΚΠολΔ, ώστε η γραμματική διατύπωση του νόμου να μην εμποδίζει την επίτευξη του σκοπού του, ο οποίος συνίσταται στην παροχή άνετης προθεσμίας στο μισθωτή για την εκούσια απόδοση της χρήσης του μισθίου, και, επίσης, θεώρησε ότι από το  νόμο η διαταγή απόδοσης καθιερώνεται, αμέσως με την έκδοσή της, ως εκτελεστός τίτλος υπό αίρεση και προθεσμία, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως.

Κατά συνέπεια, ως εκτελεστός τίτλος, έστω και υπό αίρεση  και προθεσμία, η διαταγή απόδοσης, αμέσως μετά από την έκδοσή της και  πριν ακόμη από την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας, είναι επιτρεπτό, κατά  την κρίση του Δικαστηρίου, να περιαφθεί τον εκτελεστήριο τύπο. Στο αυτό συμπέρασμα, αν και χωρίς ιδιαίτερη, αιτιολογία, καταλήγει ο Παπαδουλάκης (Διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου ακινήτου, ερμηνεία του νέου θεσμού, ΕπΔικΠολ 1997, σελ. 145 επ. και ιδίως πργ. 8, σελ. 150), σύμφωνα με τον οποίο ο νομοθέτης, επιθυμώντας να δώσει στο μισθωτή προθεσμία δύο μηνών για να μπορεί να αποδώσει τη χρήση εκουσίως και να μην επιβαρυνθεί με τα έξοδα εκτέλεσης, φαίνεται να δημιούργησε το πρόβλημα του χρόνου της περιαφής του εκτελεστήριου τύπου στη διαταγή απόδοσης, στην ουσία, όμως, δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα και η διαταγή αυτή πρέπει να έχει τον εκτελεστήριο τύπο από την αρχή, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη διαταγή πληρωμής, αλλά και ο Γιαννούλης [Παρατηρήσεις: γύρω από τις νέες δικονομικές ρυθμίσεις ν. 2479/1997, Δίκη 28 (1997), σελ. 963 επ. και ιδίως 970], σύμφωνα με τον οποίο η διάταξη του άρθρου 662Δ παρ. 3 του ΚΠολΔ δεν σημαίνει ότι ο αιτών δεν μπορεί να λάβει απόγραφο συγχρόνως με την έκδοση της διαταγής απόδοσης, αλλά ότι η αποβολή του μισθωτή με βάση τον εκτελεστό τίτλο δεν μπορεί να λάβει χώρα πριν από την πάροδο δύο μηνών από την επίδοση της  διαταγής απόδοσης.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί