Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Η έννοια του «τρίτου» στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρ. 363 ΠΚ)

Όπως υποστηρίζει η νομική θεωρία (βλ. Θρασ. Κονταξή, Η έννοια του τρίτου στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, ΠοινΔικ 2015, σελ. 357 επ.) και επιβεβαιώνει η νομολογία (βλ. την ΠολΠρωτΑθ 373/2016, Χρ.Ι.Δ. ΙΣΤ, σελ. 269-271, καθώς και την υπ’ αριθμ. 201/2017 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κου Νικολάου Δεληδήμου), δεν είναι «τρίτος» υπό την έννοια του νόμου εκείνος ο οποίος λαμβάνει γνώση ισχυρισμών εκ λόγων καθήκοντος, όπως είναι οι δικαστικοί λειτουργοί, οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι δικαστικοί επιμελητές και οι συμπράττοντες με τη δικαστική εξουσία δικηγόροι. Συνεπώς, η προσβολή της τιμής ή της υπόληψης του εγκαλούντος έτερον για συκοφαντική δυσφήμηση (ή του ενάγοντος έτερον και αιτουμένου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προκληθείσης από συκοφαντική δυσφήμηση) που τελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου ως άνω αναφερομένου προσώπου, π.χ. ενώπιον των υπαλλήλων της Γραμματείας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών όπου κατατέθηκε η φερόμενη ως συκοφαντική μήνυση εναντίον του ή ενώπιον των υπαλλήλων του Πταισματοδικείου όπου διεξήχθη η φερόμενη ως συκοφαντική ένορκη κατάθεση μάρτυρος στο πλαίσιο διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης ή ενώπιον του συντάξαντος το δικόγραφο της φερόμενης ως συκοφαντικής μήνυσης δικηγόρου ή ενώπιον του δικαστικού επιμελητή που επέδωσε το φερόμενο ως συκοφαντικό έγγραφο μιας δικογραφίας (π.χ. εξώδικο), δεν στοιχειοθετεί συκοφαντική δυσφήμηση ήδη εκ του λόγου της μη θεώρησης των προρρηθέντων προσώπων ως «τρίτων» υπό την έννοια του νόμου.

Εξάλλου, όπως η προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 201/2017 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κου Νικολάου Δεληδήμου και το προλεχθέν άρθρο του κου Κονταξή στο νομικό περιοδικό «Ποινική Δικαιοσύνη» εύστοχα επισημαίνουν προς επίρρωση της ανωτέρω θέσης, τυχόν αντίθετη αυτής άποψη θα οδηγούσε σε κατάλυση της ελευθερίας της έκφρασης, της προσφυγής στη Δικαιοσύνη, της αναφοράς και της δυνατότητας των πολιτών να απαιτούν την τήρηση της νομιμότητας, ήτοι, εν ολίγοις, σε φαλκίδευση του συνταγματικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας (20 Συντ/τος) και εξάρτηση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από το μέγεθος της ψυχικής αντοχής ή ανθεκτικότητας του προτιθέμενου να το ασκήσει στο ενδεχόμενο καταμηνύσεώς του, για τούτο και μόνον, εκ μέρους του αντιδίκου επί τη βάσει της θεώρησης των εκπροσώπων της Δικαστικής Λειτουργίας ως «τρίτων». Πράγματι, η θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης δεν εντάσσεται στην έννοια του «τρίτου», (και) για τον λόγο ότι – όπως εξηγούν περαιτέρω η προμνημονευθείσα απόφαση ΠολΠρωτΑθ 373/2016 και το προρρηθέν άρθρο του κου Κονταξή – «αν θεωρ[είτο] ο εξ επαγγέλματος επιλαμβανόμενος δικαστής ως τρίτος, τότε κάθε ενώπιόν του εισαγόμενη υπόθεση προς εκδίκαση [θα] ενεργοποι[ούσε] τη νομοτυπική μορφή του άρθρου 363 ΠΚ, όπερ  ά τ ο π ο ».

Επιπλέον, ως επίσης διαλαμβάνει η ΠολΠρωτΑθ 373/2016, «δεν μπορεί (…) ως “τρίτος” (…) να θεωρηθεί πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες, αναφορές των πολιτών (π.χ. ο εισαγγελέας, ο δικαστής μιας υπόθεσης, ο αρμόδιος γραμματέας), καθότι κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του αποβάλλει την προσωπική του “ταυτότητα” και εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ανατεθειμένο σε αυτό θεσμικό του ρόλο», δεδομένου ότι «τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στα πλαίσια της οικείας διαδικασίας (προδικασίας και κύριας διαδικασίας), δεν διασκέπτονται δημοσίως (πρβλ. άρθρο 371 ΚΠΔ, 301 ΚΠολΔ), δεν τους αφορά το πρόσωπο των διαδίκων (in rem εξελίσσεται η ποινική δίκη, in personam κηρύσσεται η ενοχή ή η αθωότητα – πρβλ. άρθρο 370 ΚΠΔ)».

Άλλωστε, η διακινδύνευση της τιμής και της υπόληψης ενός ατόμου ένεκα κατάθεσης ενός εισαγωγικού δικογράφου στρεφομένου κατ’ αυτού, π.χ. μιας μήνυσης, ή ένεκα της συνακόλουθης, δικονομικά προβλεπόμενης ένορκης επιβεβαίωσης του περιεχομένου μιας τέτοιας μήνυσης από τον μηνυτή ή κάποιον από τους μηνυτές ή ένεκα της (ομοίως) δικονομικά προβλεπόμενης ένορκης κατάθεσης κάποιου μάρτυρος, που προτάθηκε με μια τέτοια μήνυση, κατόπιν κλήσεως αυτού από τον διενεργούντα τη σχετική προκαταρκτική εξέταση Πταισματοδίκη, δεν είναι δικονομικά και λογικά δυνατή ενόψει του ισχύοντος τεκμηρίου αθωότητας, που αποτελεί απαράβατη αρχή του ποινικού δικαίου. Οι ως άνω μήνυση, ένορκη επιβεβαίωσή της και ένορκη μαρτυρική κατάθεση, δηλαδή, δεν θέτουν eo ipso ζήτημα προσβολής της τιμής και της υπόληψης του φερομένου ως θιγομένου από αυτές προσώπου, που ενδέχεται, εν συνεχεία, να λάβει θέση εγκαλούντος/μηνυτή (ή ενάγοντος), αιτιώμενος συκοφαντική δυσφήμησή του, καθόσον οι συλλειτουργοί της δικαιοσύνης σαφώς γνωρίζουν – δεσμευόμενοι νομικά και διανοητικά από τη γνώση αυτή – ότι το προρρηθέν φερόμενο ως θιγόμενο πρόσωπο, ως καταγγελθέν τοιούτο, πρέπει να υπολαμβάνεται ως προδήλως αθώο (τυπικά και ουσιαστικά) μέχρι της ενδεχόμενης αμετακλήτου καταδίκης του.

Προσέτι, όπως ομοίως σημειώνει η προπαρατεθείσα Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κου Νικολάου Δεληδήμου, τυχόν αντίθετη από την εδώ υποστηριζόμενη άποψη θα προσέθετε στα πρόσωπα ενώπιον των οποίων δύναται να πληγεί η τιμή ή η υπόληψη του φερομένου ως υποστάντος συκοφαντική δυσφήμηση θύματος και άλλα πρόσωπα, μάλιστα δε απροσδιορίστου αριθμού και ταυτότητας, όπως οι παρευρισκόμενοι στα ακροατήρια των Δικαστηρίων κατά την εκδίκαση υποθέσεων, οι οποίοι – αυτονοήτως – δεν είναι δυνατόν να εντάσσονται στον κύκλο των ατόμων ενώπιον των οποίων ο ισχυριζόμενος ή διαδίδων προτίθεται να βλάψει την τιμή κάποιου προσώπου.

Εν κατακλείδι, όπως επισημαίνει ο κ. Κονταξής στο προμνημονευθέν άρθρο του, η συκοφαντική δυσφήμηση δεν συνιστά έγκλημα αποτελέσματος, ούτε διαρκές αδίκημα, «ούτως ώστε να γίνεται αποδεκτή είτε νέα τέλεση είτε συνέχιση του αδικήματος δια της εκδίκασης της ποινικής (ή αστικής) υπόθεσης, κατόπιν έγκλησης (ή αγωγής), κατά ενός φερομένου ως συκοφάντη, λόγω του ότι με την απολογία (ή τις προτάσεις του) ο κατηγορούμενος (ή εναγόμενος) επανέλαβε το περιεχόμενο των δυσφημιστικών ισχυρισμών που είχε προηγουμένως διαλάβει σε έτερο δικόγραφο». Τούτου δοθέντος, συνάγεται ότι, κατά μείζονα λόγο, δεν συνιστούν εκ νέου τέλεση ή συνέχιση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ως διαπραχθείσα δια της υποβολής μιας φερομένης ως συκοφαντικής μηνύσεως κατά του μετέπειτα εγκαλούντος (ή ενάγοντος) έτερον για συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε η δικονομικά προβλεπόμενη ένορκη επιβεβαίωση του περιεχομένου της ως άνω μηνύσεως, ούτε η ένορκη κατάθεση μάρτυρος στο πλαίσιο της διανοιχθείσης με την εν λόγω μήνυση ποινικής διαδικασίας.

Εξ ετέρου, δεν στοιχειοθετεί συκοφαντική δυσφήμηση ούτε η προσβολή της τιμής ή της υπόληψης του εγκαλούντος έτερον για συκοφαντική δυσφήμηση (ή του ενάγοντος έτερον και αιτουμένου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προκληθείσης από συκοφαντική δυσφήμηση) που συντελέσθηκε, κατά τους διαλαμβανομένους στο δικόγραφο του πρώτου ως άνω αναφερόμενου προσώπου ισχυρισμούς, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού ατόμων, μεταξύ των οποίων φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι κτλ, αφού ούτε τα μόλις ρηθέντα άτομα δύνανται να ενταχθούν στον κύκλο των «τρίτων» – υπό την έννοια του νόμου – προσώπων, καθότι:

(α) Όπως επισημαίνει η ΠολΠρωτΑθ 373/2016, στο άρθρο 363 ΠΚ δεν προβλέπεται έγκλημα αποτελέσματος, ούτε βέβαια διαρκές, αλλά τυπικό (πρβλ. ΑΠ 140/1997 ΠΧρ ΜΖ΄ σελ. 1336) και στιγμιαίο, όπερ συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να νοηθεί ως «ενώπιον τρίτου» ισχυρισμός εκείνος που λαμβάνει χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της «ενώπιον τρίτου» εκφοράς του από τον δράστη, δηλαδή ex post facto. Η θεωρία του «συκοφαντικού βέλους που διασχίζει τον χρόνο αφήνοντας διαρκώς το δυσφημιστικό αποτύπωμά του» είναι ασύμβατη με τις γενικές αρχές ασφαλείας ενός ποινικού συστήματος, αφού κινείται σε πεδία υποθέσεων μακράν των απαιτήσεων του «αντικειμενικοποιημένου» ποινικού δικαίου. Άλλως εχόντων των πραγμάτων, ένας ψευδής ισχυρισμός θα παρήγαγε αενάως αποτελέσματα ενώπιον μελλοντικών γενεών και η σχετική άδικη πράξη θα καθίστατο «ανοιχτή και αιώνια» εις το διηνεκές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη λειτουργία ενός νομικού συστήματος.

(β) Όπως σημειώνεται στην ΠολΠρωτΑθ 373/2016, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ο φερόμενος ως δράστης συκοφαντικής δυσφήμησης αποβλέπει σε «τρίτο» πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα και όλα τα στοιχεία προσδιορισμού (π.χ. φύλο, ηλικία, γνώσεις κτλ) είναι άγνωστα και απροσδιόριστα κατά την εκφορά του ισχυρισμού, άλλοις λόγοις στον οιονδήποτε τρίτο λάβει ενδεχομένως γνώση του ισχυρισμού στο μέλλον, δηλαδή μετά τον χρόνο τέλεσης του υπό κρίση αδικήματος, ήτοι ex post facto. Τούτο, διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος για συκοφαντική δυσφήμηση, εμφορούμενος από άμεσο δόλο α΄ βαθμού, επιδιώκει τη συκοφάντηση του φερομένου ως συκοφαντούμενου προσώπου ενώπιον ατόμου αγνώστου στον ίδιο, έχοντας επιλέξει αυτή τη διαδικασία ως μέθοδο πραγμάτωσης της απόφασής του να τελέσει την περί ου ο λόγος αξιόποινη πράξη. Το να γίνει, όμως, δεκτό ότι ο φερόμενος ως δράστης αποβλέπει σε αβέβαιο και άγνωστο κύκλο προσώπων και σε μελλοντικό κι αβέβαιο “γεγονός” ουδόλως συνάδει με τον δόλο επιδίωξης που απαιτείται για την πραγμάτωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο οποίος πρέπει να καλύπτει, μεταξύ άλλων, και τα πρόσωπα των «τρίτων» ενώπιον των οποίων στοχεύει ο φερόμενος ως δράστης να συκοφαντήσει το θύμα του. Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ο φερόμενος ως δράστης συκοφαντικής δυσφήμησης αποβλέπει σε πρόσωπο «τρίτου» του οποίου η ταυτότητα και τα στοιχεία προσδιορισμού του είναι άγνωστα και απροσδιόριστα κατά την εκφορά του ισχυρισμού και για τον λόγο ότι, στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να γίνει επίσης δεκτό ότι ο χαρακτήρας της συκοφαντικής δυσφήμησης ως αδικήματος «αφηρημένης – συγκεκριμένης διακινδύνευσης» (βλ. Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Εγκλήματα κατά της τιμής, γ΄ έκδοση, σελ. 48) δικαιολογεί και νομιμοποιεί τη θέση ότι, αφού δεν απαιτείται η επέλευση του κινδύνου, αρκεί για τη συντέλεση της εν θέματι πράξης μια απλή υπόθεση, ήτοι η υπόθεση ότι ο ισχυρισμός του φερομένου ως δράστη θα περιέλθει σε γνώση ενός αβέβαιου κι άγνωστου κύκλου προσώπων, όπερ συνιστά “γεγονός” μελλοντικό κι αβέβαιο, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπολαμβάνεται ως κατά τεκμήριο επισυμβαίνον, αφού τοιαύτη θεώρησή του θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση το μεν με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικής δίκης, το δε με το βάρος απόδειξης του ενάγοντος στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, ο κίνδυνος βλάβης της τιμής δεν νοείται υποθετικά, ούτε υφίσταται νοηματικός χώρος για θεμελίωση αξιόποινης πράξεως επί υποθέσεως, για ποινική ευθύνη (για το αδίκημα του άρθρου 363 ΠΚ) υπό αίρεση και, κατ’ ακολουθία, για αδικοπρακτική ευθύνη (κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ) υπό αίρεση, όπως η ανωτέρω αναφερθείσα εισαγγελική διάταξη και το λεχθέν άρθρο του κ. Κονταξή υπογραμμίζουν. Εξάλλου, ως ήδη ελέχθη παραπάνω, η θεωρία του «συκοφαντικού βέλους που διασχίζει τον χρόνο αφήνοντας διαρκώς το δυσφημιστικό αποτύπωμά του» είναι ασύμβατη με τις γενικές αρχές ασφαλείας ενός ποινικού συστήματος, αφού κινείται σε πεδία υποθέσεων μακράν των απαιτήσεων του «αντικειμενικοποιημένου» ποινικού δικαίου. Άλλως εχόντων των πραγμάτων, ένας ψευδής ισχυρισμός θα παρήγαγε αενάως αποτελέσματα ενώπιον μελλοντικών γενεών και η σχετική άδικη πράξη θα καθίστατο «ανοιχτή και αιώνια» εις το διηνεκές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη λειτουργία ενός νομικού συστήματος.

(γ) Άλλωστε, όπως εξηγεί ο κ. Κονταξής στο ως άνω άρθρο του, η αιτιώδης διαδρομή από την πράξη του φερόμενου ως δράστη έως την προσβολή πρέπει να καλύπτεται από τον οικείο δόλο του φερομένου ως δράστη, ενώ ασφαλές κριτήριο για την κατάφαση ή την απόρριψη της διαδρομής αυτής συνιστά το «fictio juris του μετρίως (τονίζεται), μέσου (υπερτονίζεται), συνετού ανθρώπου». Στην υπό εξέταση περίπτωση, δε, είναι προφανές ότι ο πλασματικά υποκαθιστάμενος στη θέση του φερομένου ως δράστη συκοφαντικής δυσφήμησης «μετρίως μέσος συνετός άνθρωπος» επ’ ουδενί θα ακολουθούσε μια νοηματική-λογική διαδρομή κατά την οποία θα επεδίωκε την τρώση της τιμής ή της υπόληψης του μετέπειτα εγκαλούντος αυτόν (ή ενάγοντος) μέσω της ενδεχόμενης και υποθετικής προβολής ή διάδοσης των ισχυρισμών του ενώπιον άγνωστων σε αυτόν, μη ταυτοποιημένων ατομικώς και οπωσδήποτε μη εξατομικευμένων προσώπων απροσδιορίστου πλήθους. Οιαδήποτε, δε, αντίθετη γνώμη δεν αντέχει στη βάσανο της απλής λογικής, που αποτελεί τη λυδία λίθο κάθε νομικής κατασκευής και sine qua non κάθε δικαστικής απόφασης.

(δ) Εξάλλου, το όλως αφηρημένο επίπεδο περιγραφής κι ο ανεπαρκής προσδιορισμός των ανωτέρω δήθεν «τρίτων» προσώπων, ήτοι των απροσδιορίστου αριθμού προσώπων, μεταξύ των οποίων φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι κτλ, δεν δύνανται, κατ’ αντικειμενική κρίση, να στηρίξουν τη συνδρομή του στοιχείου της δυνατότητας επέλευσης του κινδύνου βλάβης της τιμής ή της υπόληψης του εγκαλούντος (ή ενάγοντος) έτερον για συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε, κατ’ αποτέλεσμα, τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω αξιόποινης πράξεως.

Ανδρέας Ματσακάς

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί