Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου-φυσικού προσώπου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοίκησης διαδίκου-νομικού προσώπου συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2077/2017)

Με την υπό κρίσιν απόφαση[1], το Ακυρωτικό μας Δικαστήριο έκανε δεκτό τον προβληθέντα αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ περί λήψεως υπόψη από το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο μη επιτρεπόμενου από το νόμο αποδεικτικού μέσου, διαλαμβάνοντας ότι δε θεωρείται μάρτυρας, επειδή εκλείπει η ιδιότητα του τρίτου, ο διάδικος – φυσικό πρόσωπο, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου – νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού, με αποτέλεσμα η ένορκη κατάθεση ή η ένορκη βεβαίωση των ανωτέρω προσώπων να συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και να λαμβάνεται ανεπίτρεπτα υπόψη, όταν ο ενόρκως καταθέσας/βεβαιώσας έφερε μία εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων κατά το χρόνο της κατάθεσης/βεβαίωσης (έστω και αν απώλεσε μετά ταύτα την ιδιότητα αυτήν):

«…Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α” ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι” αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων τους ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά ιδιαίτερο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, το αυτό δε ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Σημειώνεται ότι η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης κατάθεσης ή μαρτυρίας ως ανυπόστατης (ΑΠ 908/2017 και ΑΠ 715/2013). Βέβαια, κατά την διάταξη του άρθ. 671§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ” άρθρο 674§2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη αυτών υπόψη θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α” του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 908/2017, ΑΠ 2194/2014, 1401/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 4° λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη την ενώπιον ειρηνοδίκη δοθείσα με αριθ.446/2011 ένορκη βεβαίωση του Δ. Α., διότι αυτός ήταν τότε και εξακολουθεί να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ΦΕΚ (με αριθμούς …/…10.2007,…/…04.2009,…/…07.2009,…/…04.2010 και …/…11.2013 Τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ ) ο ως άνω Δ. Α. κατά τον χρόνο που δόθηκε η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, η οποία λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλομένη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ήταν πράγματι και εξακολουθεί άλλωστε να είναι ένας από τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης. Συγκεκριμένα, αυτός από κοινού με άλλον από τα αναφερόμενα πρόσωπα της ομάδας του (ομάδα Β”) κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. αναιρεσίβλητης ασκούσε όλες γενικά τις αρμοδιότητες, τα καθήκοντα και τις εξουσίες του Δ.Σ. και εκπροσωπούσε την εταιρεία ενώπιον οιασδήποτε Αρχής, Οργανισμού και γενικά φυσικών και νομικών προσώπων. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν έπρεπε να ληφθεί καθόλου υπόψη, διότι πρόκειται για ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Μετά δε απ” αυτά, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

[1] Βλ. ΑΠ 2077/2017, ΝοΒ 2018, σελ. 657-658 = ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ. Όμοια και η ΑΠ 2076/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί