Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Η εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων ως μία εκ των προϋποθέσεων παραδεκτού της ατομικής προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ

Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)[1], «Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί προσφυγής παρά μόνο αφού εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, όπως αυτά νοούνται σύμφωνα με τις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές του δικαίου και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από της ημερομηνίας της τελεσιδικίας της εσωτερικής απόφασης».

Ο κανόνας της προηγούμενης εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ο οποίος δυνάμει του ως άνω άρθρου ανάγεται σε προϋπόθεση παραδεκτού της ατομικής προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΔΔΑ), με αποτέλεσμα χωρίς τη συνδρομή του να επέρχεται απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης (άρθρο 35 §4 ΕΣΔΑ), αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής της επικουρικότητας που διέπει τη σχέση του ΕΔΔΑ, ως υπερεθνικού δικαστηρίου, με τις έννομες τάξεις των συμβαλλόμενων κρατών[2]. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί προσφυγής για παραβίαση της ΕΣΔΑ, μόνο αφότου έχει δοθεί προηγουμένως η δυνατότητα στο καθ’ ου η προσφυγή κράτος να τη θεραπεύσει μέσω των ενδίκων μέσων που προβλέπονται στην εσωτερική έννομη τάξη του.

Όπως γίνεται δεκτό από το ΕΔΔΑ, μετά το στάδιο της κοινοποίησης της προσφυγής στο εγκαλούμενο κράτος, το Δικαστήριο δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της προηγούμενης εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων αλλά η σχετική πρωτοβουλία για την έγερση ένστασης περί μη εξάντλησης αυτών ανήκει στο καθ’ ου η προσφυγή κράτος. Μάλιστα, το τελευταίο φέρει και το βάρος απόδειξης ως προς τη διαθεσιμότητα (“availability”) και την αποτελεσματικότητα (“effectiveness”)  του εσωτερικού ενδίκου μέσου, το οποίο κατά την κρίση των εθνικών αρχών θα έπρεπε να είχε ασκηθεί προ της προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ.

Όσον αφορά την έννοια της «διαθεσιμότητας», παγίως επισημαίνεται από το ΕΔΔΑ ότι προς εξάντληση ένδικα μέσα είναι μόνο εκείνα που είναι στην πράξη προσβάσιμα από τον εκάστοτε προσφεύγοντα, και όχι απλώς θεωρητικά προβλεπόμενα. Η διαθεσιμότητα του ενδίκου μέσου κρίνεται κατ’ αρχάς από τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να προσφύγει κατ’ ευθείαν στο αρμόδιο όργανο, χωρίς να είναι απαραίτητη η μεσολάβηση άλλου δικαστικού ή διοικητικού σώματος. Κριτήριο της «διαθεσιμότητας» αποτελεί επίσης η συνδρομή των απαραίτητων υλικών προϋποθέσεων για την άσκησή του, ήτοι κατά βάση η δυνατότητα έγκαιρης και επαρκούς πληροφόρησης για την πρόβλεψη του ενδίκου μέσου στην εσωτερική έννομη τάξη, καθώς και η εκπροσώπηση από δικαστικό παραστάτη, όταν τούτο προβλέπεται από το νόμο ή το επιβάλλει η φύση της υπόθεσης.

Αν δε η «διαθεσιμότητα» αναφέρεται στην εν τοις πράγμασι δυνατότητα του προσφεύγοντος να ασκήσει το ένδικο μέσο, ο όρος «αποτελεσματικότητα» περιγράφει την «προσβασιμότητα» σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της πιθανότητας νομικής ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου. Ο βασικός κανόνας είναι ότι δεν απαιτείται η ένδικη οδός ενώπιον των εθνικών αρχών να προσφέρει ασφαλείς πιθανότητες επιτυχίας. Εφόσον κριθεί ότι το επίμαχο ένδικο μέσο συγκεντρώνει εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν εν δυνάμει αποτελεσματικό, τότε η άσκησή του θα θεωρηθεί ως προαπαιτούμενο της προσφυγής στο ΕΔΔΑ. Έτσι, η διατύπωση αμφιβολιών εκ μέρους του προσφεύγοντος για την τύχη του ενδίκου μέσου ενώπιον των εθνικών αρχών, δεν είναι αφ’ εαυτής αρκετή για να απαλλαγεί από την υποχρέωση εξάντλησής του. Περαιτέρω, το εγκαλούμενο κράτος δεν οφείλει να αποδείξει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου θα συνεπαγόταν άνευ άλλου τινός ικανοποίηση του προσφεύγοντος, αλλά ότι το εν λόγω μέσο δεν ήταν εξ υπαρχής καταδικασμένο σε αποτυχία.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το καθ’ ου η προσφυγή κράτος θα πρέπει να πείσει το ΕΔΔΑ ότι το συγκεκριμένο ένδικο μέσο προσέφερε εύλογες πιθανότητες επιτυχίας στον ενδιαφερόμενο. Προς τούτο, το Δικαστήριο θα απαιτήσει από τις εθνικές αρχές την παράθεση νομολογιακών παραδειγμάτων επιτυχούς άσκησης του επίμαχου ενδίκου μέσου σε αντίστοιχες ή παραπλήσιες περιπτώσεις με την εξεταζόμενη υπόθεση. Η προσκομιδή αποσπασματικής νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων συνήθως δεν επαρκεί για τη θεμελίωση της αποτελεσματικότητας του ενδίκου μέσου, αλλά θα πρέπει να παρατεθεί σώμα συνεκτικής νομολογίας που να έχει μάλιστα, κατ’ αρχήν, τύχει επικυρώσεως από ανώτερο βαθμό δικαιοδοσίας, έτσι ώστε να κριθεί ότι ο προσφεύγων είχε πράγματι βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας ενώπιον των εθνικών αρχών[3].

Εάν το ΕΔΔΑ κρίνει ότι το εγκαλούμενο κράτος έχει επαρκώς θεμελιώσει ότι ένα ή περισσότερα εσωτερικά ένδικα μέσα ανταποκρίνονται στον απαιτούμενο βαθμό αποτελεσματικότητας, το βάρος απόδειξης μετακυλίεται στον προσφεύγοντα, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει είτε ότι έχει πράγματι ασκήσει το προβαλλόμενο εσωτερικό ένδικο μέσο ή ισοδύναμό του, είτε ότι οι ιδιαίτερες ή εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούσαν το τελευταίο αναποτελεσματικό και άρα δικαιολογούσαν την παράλειψη άσκησής του.

Στην πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν το συγκεκριμένο ένδικο μέσο ασκήθηκε βάσει των δικονομικών προϋποθέσεων που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Επειδή ωστόσο το ΕΔΔΑ διακηρύσσει την τήρηση του κανόνα της προηγούμενης εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων «με ορισμένη ευελιξία και χωρίς υπέρμετρο φορμαλισμό», το Δικαστήριο αναζητά εάν προβλήθηκε από τον προσφεύγοντα ενώπιον των εθνικών αρχών η ουσία του ισχυρισμού που προβάλλεται ενώπιον του ΕΔΔΑ, με αποτέλεσμα εάν το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αφορούσε κατά τρόπο προφανή την έκταση προστασίας κατοχυρωμένου από την ΕΣΔΑ δικαιώματος, να θεωρείται κατ’ αρχήν ότι οι εθνικές αρχές κλήθηκαν να αποφανθούν επί του προβλήματος που εν συνεχεία τέθηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ. Σημειούται δε ότι ο προσφεύγων μπορεί επίσης να υποστηρίξει ότι ναι μεν παρέλειψε να ασκήσει το επικαλούμενο από τις εθνικές αρχές ένδικο μέσο, παρά ταύτα ακολούθησε άλλη ισοδύναμη ένδικη οδό, η οποία μπορούσε να οδηγήσει σε συγκριτικά ισοδύναμα αποτελέσματα ως προς την καταγγελλόμενη παραβίαση της Σύμβασης.

Τέλος, στη δεύτερη περίπτωση, το ΕΔΔΑ θα εξετάσει εάν ιδιαίτερες ή εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούσαν την παράλειψη άσκησης ενδίκου μέσου που, υπό κανονικές συνθήκες, θα είχε κριθεί ως αποτελεσματικό και συνεπώς ο προσφεύγων θα είχε την υποχρέωση να το εξαντλήσει. Οι «ειδικές περιστάσεις» αναφέρονται κατά βάση στις γενικότερες συνθήκες που συνιστούσαν το πραγματολογικό, ιστορικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (π.χ. υπέρμετρες καθυστερήσεις στην περαίωση της διοικητικής έρευνας ή της ποινικής διαδικασίας σε υποθέσεις που αφορούν το δικαίωμα στη ζωή ή την προστασία της σωματικής ακεραιότητας μπορούν να καταστήσουν αναποτελεσματικά τα σχετικά εσωτερικά ένδικα μέσα). Από την άλλη, οι «εξαιρετικές περιστάσεις» ανάγονται στην πολιτική κατάσταση που επικρατεί στο εσωτερικό του καθ’ ου η προσφυγή κράτους ή σε δομικές δυσλειτουργίες της εσωτερικής έννομης τάξης, οι οποίες θα καθιστούσαν αλυσιτελή την άσκηση του ενδίκου μέσου.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη

emmanouela@efotopoulou.gr

[1] Η ΕΣΔΑ, από της κυρώσεώς της με το Ν.Δ. 53/1974, κατέστη αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, απολαμβάνοντας αυξημένης τυπικής ισχύος, υπερισχύοντας δηλαδή κάθε αντίθετης διάταξης νόμου (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 §1 του Συντάγματος).

[2] Βλ. αναλυτικά Λ. Α. Σισιλιάνο (διεύθυνση έκδοσης), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 569-580 (επιμέλεια: Παναγιώτης Βογιατζής).

[3] Για την προβληματική του απαιτούμενου βαθμού αποκρυστάλλωσης της εθνικής νομολογίας  ως κριτηρίου για την αποτελεσματικότητα του ενδίκου μέσου, βλ. ΕΔΔΑ, Anastassakos και λοιποί κατά Ελλάδος, απόφαση επί του παραδεκτού, 03.05.2011.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί