Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Η εξουσία δημόσιας εκτέλεσης ως ειδικότερη έκφανση του περιουσιακού δικαιώματος του πνευματικού δημιουργού (άρθρο 3 παρ. 1 περ. στ΄ του Ν. 2121/1993)

Η πνευματική ιδιοκτησία παρέχει στο δικαιούχο ένα πλήθος εξουσιών που κατατάσσονται σε δύο μεγάλες ετεροειδείς ομάδες: την ομάδα των εξουσιών που απαρτίζουν το περιουσιακό δικαίωμα και την ομάδα των εξουσιών που απαρτίζουν το ηθικό δικαίωμα. Ο νόμος απαριθμεί τις εξουσίες αυτές, αλλά, ως προκύπτει και από τη χρήση του επιρρήματος «ιδίως» (άρθρο 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 2121/1993), η απαρίθμηση είναι ενδεικτική. Τούτο σημαίνει ότι στον πνευματικό δημιουργό ανήκει κάθε εξουσία που μπορεί να του εξασφαλίσει την άντληση οικονομικών ωφελημάτων από το έργο και κάθε εξουσία που μπορεί να περιφρουρήσει το δεσμό ανάμεσα στην προσωπικότητα του δημιουργού και το έργο[1]. Άλλωστε, το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι απόλυτο και αποκλειστικό. Απόλυτο με την έννοια ότι η πνευματική ιδιοκτησία έχει ισχύ έναντι όλων και δίνει στο δημιουργό την εξουσία να στραφεί και να αποκρούσει κάθε προσβολή τρίτων πάνω στο έργο. Αποκλειστικό διότι υποδηλώνει ότι ο δημιουργός έχει την άμεση και αποκλειστική εξουσία πάνω στο έργο του και ότι μόνον αυτός μπορεί να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την εκμετάλλευσή του. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, τα χαρακτηριστικά αυτά του απόλυτου και αποκλειστικού, αποδίδονται στο περιουσιακό και στο ηθικό δικαίωμα. Τα χαρακτηριστικά, όμως, αυτά, τα οποία έλκονται από την απόλυτη και αποκλειστική φύση του δικαιώματος βάσης της πνευματικής ιδιοκτησίας, μεταφέρονται ομοίως και στην πλειάδα των εξουσιών, περιουσιακής και ηθικής φύσεως των άρθρων 3 και 4, ως ουσιώδεις ιδιότητες που έχει το ίδιο το ενιαίο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, ως ιδιότητες του «κορμού» πάνω στον οποίο αναπτύσσονται[2].

Ενόψει των ανωτέρω, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. στ΄ του Ν. 2121/1993, το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στον πνευματικό δημιουργό την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη δημόσια εκτέλεση των έργων του. Προσεγγίζοντας ερμηνευτικά την έννοια της «δημόσιας εκτέλεσης», εκτέλεση είναι η παρουσίαση του έργου από καλλιτέχνες χωρίς τη δημιουργία νέων υλικών φορέων[3]. Δημόσια, δε, είναι η εκτέλεση που καθιστά το έργο προσιτό σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό κύκλο της οικογένειας και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, ανεξαρτήτως από το αν τα πρόσωπα αυτού του ευρύτερου κύκλου βρίσκονται στον ίδιο ή σε διαφορετικούς χώρους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 2121/1993). Άλλως ειπείν, στο στενό κύκλο της οικογένειας ή στο άμεσο κοινωνικό περιβάλλον υφίστανται κατά τεκμήριο στενοί προσωπικοί δεσμοί μεταξύ των ατόμων, ενώ αντιθέτως σε ευρύτερους διαπροσωπικούς κύκλους τα πρόσωπα συνήθως δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Προσέτι, δεν έχει σημασία ο χώρος (ιδιωτικός ή δημόσιος[4]), ούτε εάν η πρόσβαση στο χώρο γίνεται δωρεάν ή με καταβολή αντιτίμου για χρήση που σχετίζεται ή δε σχετίζεται με την εκτέλεση του έργου, ούτε το γεγονός ότι οι τελικοί αποδέκτες του έργου μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικούς δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, αλλά αρκεί η δυνατότητα ταυτόχρονης προσβασιμότητας στο έργο από απεριόριστο και απροσδιόριστο αριθμό ατόμων. Κατ’ ουσίαν, η δημόσια εκτέλεση αποτελεί μία ειδικότερη περίπτωση παρουσίασης έργου στο κοινό. Μάλιστα, εξαρκεί η παρουσία του κοινού να είναι ενδεχόμενη για να θεωρηθεί δημόσια η εκτέλεση, όπερ σημαίνει ότι αρκεί να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση στο κοινό[5]. Κατ’ αντιδιαστολή, είναι δυνατή χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού η ιδιωτική εκτέλεση του έργου, όπως συμβαίνει όταν κάποιος προσκαλεί συγγενείς, φίλους ή συμμαθητές στο σπίτι του και τους παίζει μουσικές συνθέσεις στο πιάνο. Εντούτοις, είναι δυνατό να υπάρχει δημόσια εκτέλεση και σε ιδιωτικό (όχι μόνο δημόσιο) χώρο (λ.χ. δωμάτια ξενοδοχείων), αν από τον τρόπο τέλεσής της δύναται να γίνει αντιληπτή από αόριστο αριθμό προσώπων που δε χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερες ιδιότητες ή ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους[6].

Χαρακτηριστικά, λοιπόν, της δημόσιας εκτέλεσης είναι ότι α) δεν απαιτείται παραγωγή υλικών υποστρωμάτων – φορέων και β) υπάρχει παρεμβολή τεχνικών μέσων (ηχοσύστημα, μηχανήματα κινηματογραφικής προβολής κ.ο.κ.) ή καλλιτέχνη προκειμένου το έργο να καταστεί προσιτό στο κοινό. Το κριτήριο, ωστόσο, που καθορίζει ή άλλως εξαρτά την έννοια της δημόσιας εκτέλεσης, είναι πρωτευόντως το κοινό και δευτερευόντως ο χώρος. Και τούτο διότι κάθε εκτέλεση έργου στο κοινό με την προπεριγραφείσα έννοια, συνιστά δημόσια εκτέλεση. Η δημόσια εκτέλεση διακρίνεται, περαιτέρω, σε άμεση και έμμεση[7]. Για άμεση δημόσια εκτέλεση γίνεται λόγος όταν η εκτέλεση του έργου γίνεται από ερμηνευτή καλλιτέχνη ζωντανά, όπως π.χ. συναυλία, απαγγελία, θεατρική παράσταση, κ.λπ., ενώ για έμμεση όταν η εκτέλεση γίνεται με παρεμβολή μηχανικού μέσου, όπως κινηματογραφική μηχανή, μετάδοση με μεγάφωνα, εκτέλεση μέσω ηλεκτρονικής λίστας τραγουδιών κ.ά. Δημόσια εκτέλεση αποτελεί και η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, αλλά ο νομοθέτης την ανάγει σε ιδιαίτερη εξουσία (άρθρο 3 παρ. 1 περ. ζ΄ Ν. 2121/1993).

Ενδεικτικώς[8], υφίσταται δημόσια εκτέλεση έργου σε συναυλίες, κονσέρτα, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές, δημόσιες απαγγελίες κ.ά.. Επίσης, συνιστά δημόσια εκτέλεση και η (ανα)μετάδοση έργων από συσκευές (π.χ. Η/Υ, CD player κ.λπ.) και τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς δέκτες που είναι εγκατεστημένοι σε κοινόχρηστους χώρους ή δωμάτια ξενοδοχείων[9], θεραπευτηρίων, σε εμπορικά καταστήματα, καφέ/εστιατόρια/κλαμπ/νυχτερινά κέντρα, ζαχαροπλαστεία, αεροδρόμια, αεροσκάφη, σταθμούς, τρένα, πλοία[10] κ.ά.. Ειδικώς, όσον αφορά στη μετάδοση ελεύθερου ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος, γίνεται δεκτό ότι, εν προκειμένω, υφίσταται παρουσίαση, διότι, χωρίς την ως άνω προβολή, οι πελάτες των ξενοδοχείων κ.λπ., έστω και αν βρίσκονται εντός της ζώνης καλύψεως της εκπομπής, δε θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να έχουν πρόσβαση στο μεταδιδόμενο έργο.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Γ. Κουμάντο, Πνευματική Ιδιοκτησία, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1995, σελ. 199 επ., Ειρ. Σταματούδη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), Νόμος για την Πνευματική Ιδιοκτησία, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Αρθρογραφία-Βιβλιογραφία-Νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 98 επ..

[2] Βλ. Λ. Κοτσίρη Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 12.

[3] Βλ. Α. Φ. Μάνθο, Πνευματική Ιδιοκτησία, Διαγράμματα – Ερμηνευτικά σχόλια – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 155 επ. και Ειρ. Σταματούδη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 120 επ., Γ. Κουμάντο, όπ.π., σελ. 216 επ., με περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία.

[4] Όπως παρατηρείται, η εκτέλεση έργων σε δημόσιο χώρο αποτελεί κατά συντριπτική πλειοψηφία δημόσια εκτέλεση, ωστόσο τούτο δεν ισχύει πάντα. Για παράδειγμα, σε περίπτωση μισθώσεως ενός δημοσίου χώρου ή μίας αίθουσας μουσείου για μία εκδήλωση με φίλους, η εκτέλεση μουσικής στο πλαίσιο αυτό δε συνιστά δημόσια εκτέλεση, καίτοι λαμβάνει χώρα σε δημόσιο χώρο. Βλ. Ειρ. Σταματούδη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 121. Ομοίως, έχει κριθεί ότι η χρήση μικρού ραδιοφώνου σε οβελιστήριο που λειτουργεί κυρίως με διανομές κατ’ οίκον, δε συνιστά δημόσια εκτέλεση, και συνεπώς δεν οφείλεται εύλογη αμοιβή. Βλ. ΜονΠρΠειρ 1340/2006, ΔιΜΕΕ 2006, σελ. 391 με σχόλια Ε. Κουντουμά.

[5] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 907/2003, ΠοινΧρ 2004, σελ. 213, ΑΠ 433/1992, ΕΕμπΔ 1994, σελ. 293.

[6] Πρβλ. ΑΠ 433/1992, ΕλλΔνη 1993, σελ. 1411.

[7] Βλ. Π. Κοριατοπούλου-Αγγέλη, Χ. Σ. Τσίγκου, Πνευματική ιδιοκτησία, Λημματογραφημένη ερμηνεία, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2008, σελ. 107 επ..

[8] Βλ. εκτενή περιπτωσιολογία και σχετικές θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές σε Α. Φ. Μάνθο, όπ.π., σελ. 157 επ. και Ειρ. Σταματούδη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 121 επ..

[9] Βλ. ενδεικτικά ΜονΠρΗρακλ 154/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 651/2013, ΕΕμπΔ 2013, σελ. 970, ΕφΘεσσ 1810/2012, Αρμ 2013, σελ. 1660, ΕφΑθ 350/2012, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 1430/2010, ΕφΑθ 7196/2007, ΜονΠρΘεσσ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, καθώς και υποσημ. 8 με εκτενέστατες θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές για το εν λόγω ζήτημα. Βλ. ακόμη Π. Κοριατοπούλου-Αγγέλη, Χ. Σ. Τσίγκου, όπ.π., σελ. 108: «Από απόψεως δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας το δωμάτιο του ξενοδοχείου δεν θεωρείται ιδιωτικός χώρος (προσωρινό άσυλο κατοικίας), αλλά δημόσιος, αφού είναι προσιτός στον οποιονδήποτε απλώς με την καταβολή του σχετικού αντιτίμου».

[10] Βλ. ΜονΠρΠειρ 1465/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί