Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι φωτογραφίες που αναρτώνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα γραπτά μηνύματα που ανταλλάσσονται μεταξύ δύο συνομιλούντων στα μέσα αυτά (π.χ. εφαρμογή messenger του facebook), εφόσον προσκομίζονται από αυτούς τους ίδιους στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης, δεν πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα, διότι δεν προσβάλλεται το δικαίωμα της ελεύθερης επικοινωνίας, μήτε και το απόρρητο αυτής ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ΜΟΔ ΗΡΑΚΛ 8/2019 ΤΝΠ Νόμος)

Στην υπό εξέταση υπόθεση (ΜΟΔ Ηρακλ. 8/2019), η πολιτική αγωγή ζήτησε να μη ληφθούν υπόψη -κατά την έννοια του άρθρου 177 ΚΠΔ- τα προσκομιζόμενα από την ιστοσελίδα του facebook έγγραφα, εκ των οποίων το ένα είναι φωτογραφία της ιδίας με άγνωστο νεαρό άντρα και τα άλλα είναι συνομιλίες της με τον κατηγορούμενο μέσω της εφαρμογής messenger του facebook, καθόσον αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, ληφθέν κατά παράβαση των άρθρων 22 § 4 του Ν. 2472/1997, 370Α § 1 εδ. α’ ΠΚ και 19 του Συντάγματος.

Ο ισχυρισμός αυτός της πολιτικής αγωγής ότι τα προσκομιζόμενα από τον αντίδικο αποδεικτικά μέσα έχουν αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω αυτής, απερρίφθη από το Μ.Ο.Δ. Ηρακλείου ως νόμω, άλλως ουσία, αβάσιμος, με το σκεπτικό ότι, ναι μεν η φωτογραφία αποτελεί προσωπικό δεδομένο, όχι όμως και ευαίσθητο, αφού οι απεικονιζόμενοι δεν απεικονίζονται σε ερωτική στιγμή ή συνεύρεση, αλλά ευρίσκονται σε φιλική στάση, ενώ συγχρόνως η ανάρτηση αυτής της φωτογραφίας έγινε στην ιστοσελίδα facebook, όπου η πολιτικώς ενάγουσα έδωσε ρητή συγκατάθεση για τη χρήση της από τους υπόλοιπους χρήστες της εν λόγω ιστοσελίδας. Παράλληλα, κρίθηκε ότι ούτε τα μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα όταν προσκομίζονται στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες στα μέσα αυτά, αφού δεν προσβάλλεται το δικαίωμα της ελεύθερης επικοινωνίας, μήτε και το απόρρητο αυτής ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της υπόψη απόφασης:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/10-7-2008, «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί -σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 δ’ ΚΠΔ- απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 22 § 4 του Ν. 2472/1997 [1] «όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική  ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) εως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις».

Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α § 1 εδ. α’ ΠΚ, όπως αυτός ισχύει μετά το Ν. 4619/2019, «Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με φυλάκιση».

Περαιτέρω, ηλεκτρονικό έγγραφο συνιστά «το σύνολο των δεδομένων τα οποία, αφού εγγραφούν στο μαγνητικό δίσκο ενός Η/Υ και γίνουν αντικείμενο ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα, αποτυπώνονται εν συνεχεία, με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο είτε στην οθόνη του μηχανήματος είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή» [Κουσούλης Σ., Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, σελ. 138. Τον ακολουθούν οι Νικολόπουλος Γ., Το δίκαιο της αποδείξεως, σελ. 337 επ., Καράκωστας Γ., Δίκαιο και Internet: νομικά ζητήματα του διαδικτύου, σελ. 191 (νεότερη έκδοση), Σιδηρόπουλος Θ., Το δίκαιο του διαδικτύου, σελ. 75-76 (νεότερη έκδοση), Μιχαηλίδου Χ., Το πρόβλημα της ηλεκτρονικής υπογραφής, Δ. 31 (2000), 1190]. Ηλεκτρονικό έγγραφο είναι δηλαδή το κείμενο που εμφανίζεται στην οθόνη του Η/Υ ή που εκτυπώνεται στον εκτυπωτή (print – out) καθώς και το κείμενο που συντάσσει κάποιος στον υπολογιστή του και το στέλνει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια το εμφανίζει στην οθόνη του υπολογιστή του ή το εκτυπώνει. Αποτελεί δε απεικόνιση της εγγραφής που έχει καταχωρηθεί στη μαγνητική επιφάνεια του σκληρού δίσκου του Η/Υ. Περαιτέρω, το γραπτό μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι υπηρεσία και της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου ή του υπολογιστή. Ήδη δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κλπ. Το δε γραπτό μήνυμα, σύμφωνα και με όσα μνημονεύτηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος. Ακολούθως δε, στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης όμως των συγκεκριμένων εγγράφων αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις “μακροπρόθεσμες” μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του μηνύματος τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος. Δικονομικά δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του μηνύματος, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας.

Περαιτέρω, το άρθρο 3 §§ 1 και 2 ΠΔ 47/2005 ορίζει τα εξής: 1: «Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. 2: «Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: … III. Τα γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)». Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και τα είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά. Παράλληλα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α § 1 εδ. α’ ΠΚ δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτής τα SMS/MMS καθώς η διάταξη κάνει λόγο για τηλεφωνική συνδιάλεξη και έτσι αναφέρεται μόνο στην προφορική συνομιλία και όχι στη συνομιλία μέσω γραπτών μηνυμάτων. Επίσης, είναι εμφανές ότι και το ΠΔ 47/2005 αφορά τα SMS/MMS στις περιπτώσεις όμως που κάποιος παρεμβαίνει σε SMS/MMS σε συνομιλία τρίτων. Δηλαδή, όταν διαθέτει μηχανισμό να υποκλέπτει και να αποθηκεύει γραπτά μηνύματα τρίτων και όχι δικών του με τον συνομιλητή του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 § 1 εδ. β‘ του Συντάγματος, «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη» και κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) [2], που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει -υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα- στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους. Κατ‘ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξάλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου), η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλομΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001. 374, ΑΠ 981/2009, ΕφΑΔ 2009. 1372, ΑΠ 1351/2007, ΝοΒ 2007. 2390). Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι τα μηνύματα μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης δεν πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα και πως δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες μέσω αυτών  στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης. Αντιθέτως, όταν τρίτος προσκομίζει μήνυμα  που αφορά ξεχωριστούς από αυτόν συνομιλούντες τότε θα πρέπει να θεωρείται παράνομο αποδεικτικό μέσο, εκτός και αν ο επικαλούμενος αυτό διάδικος δεν έχει άλλο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη των ισχυρισμών, οπότε όμως σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να γίνει στάθμιση με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Σε εκείνες τις οριακές περιπτώσεις πρέπει να γίνει δεκτό ότι θεμιτή αποτύπωση του προφορικού λόγου υφίσταται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν έχουμε ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και μαζί εκδήλωση ιδιωτικής ζωής, αλλά κατάπτωση της προσωπικότητας, όπως ενδεικτικά σε περιπτώσεις εγκλημάτων ιδιαίτερης απαξίας (Κονταξής, ΕρμΠΚ, Τόμος Β’, έκδοση γ’, 2000, σελ.3125). (…)

Εξάλλου, ο Κανονισμός 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)»  και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (στο εξής: «Κανονισμός» ή «..»),  τέθηκε σε εφαρμογή στις 25 Μάιου του 2018, με διττό στόχο: την ενίσχυση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και την ανεμπόδιστη διακίνηση των δεδομένων αυτών. Στη σκέψη 4 του Προοιμίου αυτού επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία». Υπό αυτήν την έννοια, τονίζεται ότι το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο – «τυραννικό» δικαίωμα (Χ. Ανθόπουλος, Προσωπικά δεδομένα και δικαιώματα). Στην ουσία επαναλαμβάνεται, υπογραμμίζεται, αλλά και επικαιροποιείται η βασική αρχή της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, η οποία θέτει επί ίσοις όροις ήδη στον τίτλο της την προστασία προσωπικών δεδομένων και την ελεύθερη διακίνηση αυτών. Σύμφωνα, συνεπώς, με τα ανωτέρω, κατά την προστασία των προσωπικών δεδομένων ο εφαρμοστής του δικαίου  πρέπει να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά, απεκδυόμενος του μαχητού τεκμηρίου «εν αμφιβολία υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων» του ν. 2472/1997 (βλ. σε Κοτσαλή – Μενουδάκου (Φ. Παναγοπούλου – Κουτνατζή), «Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (..) Νομική διάσταση και πρακτική εφαρμογή», σελ. 7 επ. passim). Συνεπώς, δεν πρέπει να δίδεται προβάδισμα μόνο στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν επί τάπητος υπάρχουν άλλα αντικρουόμενα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, όπως η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, και η γενικότερη προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) σε συνδυασμό με την κατοχύρωση της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Σ). Συμπερασματικά, ο Κανονισμός διευκρινίζει το συνταγματικά αυτονόητο της ελλείψεως ιεραρχίας στα ατομικά δικαιώματα υπογραμμίζοντας, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως θα λαμβάνει χώρα στάθμιση επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας.

Η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» της διατάξεως αυτής περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 4 § 1 στοιχείο α΄, του Κανονισμού, «κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων») το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου». Συνεπώς, η εικόνα ενός προσώπου, η οποία αποτυπώνεται σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως στον βαθμό που παρέχει τη δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου προσώπου.

Όσον αφορά στην έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», πρέπει να τονιστεί ότι αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 § 1 στοιχείο β΄, του Κανονισμού ως «κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του Κανονισμού, αυτός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. Στην ουσία, λοιπόν, οι προστατευτικές διατάξεις του νέου νομοθετικού πλαισίου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση απουσίας αρχείου δεδομένων, οπότε παρέλκει και η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση της συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων, περί ων κατωτέρω.

Ως «σύστημα αρχειοθέτησης» δε, θεωρείται, κατά το άρθρο 4 § 1 στοιχ. 6 του Κανονισμού «κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση». Συνεπώς, η μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του Κανονισμού εφόσον συντρέχουν οι εξής δύο προϋποθέσεις: α) να εντάσσονται σε σύστημα αρχειοθέτησης και β) να είναι διαρθρωμένα σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια (αιτιολογική σκέψη 15 Κανονισμού). (…) Επίσης, ως αρχειοθέτηση βάσει κριτηρίων αποτελεί και η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η χρήση δια της προσκομίσεως σε Δικαστική Αρχή κάθε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ο διάδικος συλλέγει με τρόπο μη αυτοματοποιημένο («χειροκίνητα» κατά την αιτιολογική σκέψη, άλλως «manually» κατά το αγγλόφωνο κείμενο του Κανονισμού) υλικό που εμπεριέχει προσωπικά δεδομένα τρίτου, τα αποθηκεύει και, ακολούθως, τα εντάσσει σε φάκελλο δικογραφίας και κάνει χρήση αυτών  δια της εντάξεως στο σώμα των προσκομιζομένων προς ανάγνωση εγγράφων στην ποινική δίκη. Η ένταξη των εγγράφων αυτών στο σώμα των προσκομιζόμενων στοιχείων, αποτελεί ένταξη σε «σύστημα αρχειοθέτησης» κατά την έννοια του Κανονισμού, αφού με τη χρήση κριτηρίων κατά τα ανωτέρω, ήτοι την ανάγκη αποδεικτικής θεμελίωσης της μείζονος σκέψης ενός νομικού συλλογισμού του, τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η προσκόμιση προς ανάγνωση των αποδεικτικών στοιχείων που εμπεριέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού και διέπεται από τους περιορισμούς του. Περαιτέρω, δε, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 18 του Προοιμίου του Κανονισμού, αυτός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας και άρα χωρίς σύνδεση με κάποια επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα. Επισημαίνεται δε, ότι οι προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την αλληλογραφία και την τήρηση αρχείου διευθύνσεων ή την κοινωνική δικτύωση και την επιγραμμική δραστηριότητα που ασκείται στο πλαίσιο τέτοιων δραστηριοτήτων. Έτσι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαπιστώσεων κατά άρθρο 2 § 2 του Κανονισμού αυτός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα «από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας».

Η έννοια της «προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας» θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τις κοινές, κατά το μέτρο του δυνατού, κοινωνικές αντιλήψεις, και περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα για τα οποία γίνεται επεξεργασία για ψυχαγωγικές δραστηριότητες, χόμπι, διακοπές ή διασκέδαση, ή αφορούν τη χρήση του κοινωνικού δικτύου και των συλλεγόμενων δεδομένων, με σκοπό οι πληροφορίες να αποτελέσουν μέρος μιας προσωπικής συλλογής διευθύνσεων, γενεθλίων ή άλλες σημαντικές ημερομηνίες. Τίθεται, συνεπώς, ζήτημα  του κατά πόσο η χρήση μίας φωτογραφίας από την ιστοσελίδα facebook που απεικονίζει ένα πρόσωπο μπορεί, υπό περιστάσεις, να εξαιρείται από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, καθόσον πραγματοποιείται «στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο Κανονισμός αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ένα αυξημένο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (…). Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτάσσει οι παρεκκλίσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί τους να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (…).  Στον βαθμό που οι διατάξεις του Κανονισμού, κατά το μέρος που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται υπό το φως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία είναι κατοχυρωμένα με τον εν λόγω Χάρτη (…), η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 2 § 2 του Κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Η εν λόγω περιοριστική ερμηνεία βασίζεται στο ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής με την οποία εξαιρείται από την εφαρμογή του Κανονισμού η επεξεργασία δεδομένων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο όχι απλώς προσωπικών ή οικιακών, αλλά «αποκλειστικά» προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων, ακόμη και αν, παρεμπιπτόντως, αφορούν ή μπορεί να αφορούν την ιδιωτική ζωή άλλων προσώπων. Στον βαθμό, συνεπώς, που μια προσκόμιση φωτογραφίας τρίτου ατόμου εκτείνεται, έστω και εν μέρει, στον δημόσιο χώρο (δια της προσκομίσεως κατ’ άρθρο 364 ΚΠΔ προς ανάγνωση σε ποινικό Δικαστήριο) και, ως εκ τούτου, εξέρχεται από την ιδιωτική σφαίρα αυτού που προβαίνει στην επεξεργασία των δεδομένων με το μέσο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικώς «προσωπική ή οικιακή» δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του Κανονισμού. Συνεπώς, η χρήση μίας φωτογραφίας από την ιστοσελίδα facebook με σκοπό την αποδεικτική θεμελίωση ενός ισχυρισμού εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού και διέπεται από τους περιορισμούς του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού «η επεξεργασία είναι σύννομη» μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, ….  στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το στοιχείο στ) δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε σχέση με τη συγκατάθεση ενηλίκου γίνεται δεκτό (αιτιολογική σκέψη 32) ότι αυτή θα πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν, για παράδειγμα με γραπτή δήλωση, μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα, ή με προφορική δήλωση. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την επίσκεψη σε διαδικτυακή ιστοσελίδα, την επιλογή των επιθυμητών τεχνικών ρυθμίσεων για υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών ή μια δήλωση ή συμπεριφορά που δηλώνει σαφώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι το υποκείμενο των δεδομένων αποδέχεται την πρόταση επεξεργασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook οι υποψήφιοι χρήστες αποδέχονται μεταξύ των άλλων τους προδιατυπωμένους όρους που τίθενται στο κεφάλαιο «Χρήστες και λογαριασμοί στους οποίους κοινοποιείτε περιεχόμενο και με τους οποίους επικοινωνείτε». Εκεί ρητά λαμβάνουν γνώση και συγκατατίθεται με τη συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την εγγραφή στην εν λόγω ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης ότι όταν κοινοποιούν κάτι ή επικοινωνούν με κάποιον μέσω των Προϊόντων του facebook, επιλέγουν το κοινό που θα δει αυτό που κοινοποιείται και ότι μπορούν να επιλέξουν ως κοινό μια ομάδα, όλους τους φίλους σας, το σύνολο των χρηστών ή μια προεπιλεγμένη ομάδα προσώπων. Αντίστοιχα, όταν χρησιμοποιούν το Messenger ή το Instagram για να επικοινωνήσουν με πρόσωπα ή επιχειρήσεις, αυτά τα πρόσωπα και αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν να δουν το περιεχόμενο που στέλνουν. Γίνεται μνεία του ότι οι δημόσιες πληροφορίες είναι ορατές σε όλους, εντός ή εκτός των προϊόντων facebook, ακόμα κι αν δεν έχουν λογαριασμό. Αυτές περιλαμβάνουν το όνομα χρήστη στο Instagram, οποιεσδήποτε πληροφορίες κοινοποιούνται δημοσίως, τις πληροφορίες στο δημόσιο προφίλ στο Facebook, καθώς και το περιεχόμενο που κοινοποιούν σε Σελίδες στο Facebook, σε δημόσιους λογαριασμούς στο Instagram ή σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο φόρουμ, όπως το Facebook. Επισημαίνεται δε, ότι οι δημόσιες πληροφορίες μπορούν επίσης να ιδωθούν, να καταστούν προσβάσιμες, να επανακοινοποιηθούν ή να αναμεταδοθούν μέσω υπηρεσιών τρίτων, όπως μηχανές αναζήτησης, .. και μη διαδικτυακά μέσα (π.χ. τηλεόραση), και μέσω εφαρμογών, ιστότοπων και άλλων υπηρεσιών που ενσωματώνονται με τα προϊόντα facebook. Ακολούθως, γνωστοποιείται στους χρήστες ότι θα πρέπει να εξετάσουν καλά σε ποιον επιλέγουν να κοινοποιήσουν περιεχόμενο, επειδή τα άτομα που μπορούν να δουν τη δραστηριότητά τους στα προϊόντα facebook μπορούν να επιλέξουν να την κοινοποιήσουν και σε άλλους, εντός ή εκτός των προϊόντων facebook, συμπεριλαμβανομένων ατόμων και επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στο κοινό της αρχικής κοινοποίησής σας. Για παράδειγμα, όταν κοινοποιείτε μια δημοσίευση ή στέλνετε ένα μήνυμα σε συγκεκριμένους φίλους ή λογαριασμούς, αυτοί με τη σειρά τους μπορούν να κατεβάσουν, να δημιουργήσουν στιγμιότυπα οθόνης ή να επανακοινοποιήσουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο σε άλλους εντός ή εκτός των προϊόντων facebook. Τέλος, ορίζεται ότι οι χρήστες μπορούν να αποσύρουν αυτή την άδεια οποιαδήποτε στιγμή, διαγράφοντας το περιεχόμενο ή το λογαριασμό τους. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω συμφωνίας που είναι υποχρεωτική για την εγγραφή και χρήση της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης facebook, ο χρήστης αυτών γνωρίζει και αποδέχεται ρητά τη δυνατότητα του κάθε χρήστη ή μη, ο οποίος έχει πρόσβαση στα προϊόντα facebook να συλλέξει («κατεβάσει» κατά την ιδιόλεκτο των χρηστών μέσων πληροφορικής), αποθηκεύσει, αναδιανείμει και εν τέλει χρησιμοποιήσει κάθε υλικό που κοινοποιείται («ανεβαίνει» κατά την ανωτέρω ιδιόλεκτο) σε αυτό. Συνεπώς, έχοντας δώσει ρητή συγκατάθεση κατά τα ανωτέρω, συνεπάγεται ότι η οικειοθελής ανάρτηση προσωπικών πληροφοριών σε ένα δημοσίως προσβάσιμο μέσο, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι τεκμήριο υπέρ της επιθυμίας του χρήστη αυτών των υπηρεσιών για δημοσιοποίηση και όχι για περιφρούρηση και προστασία των δεδομένων του.

Συνεπώς, στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αξίωση των υποκειμένων για τήρηση της εμπιστευτικότητας και προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, αφού προφανώς τα ίδια τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν απεκδυθεί αυτού του δικαιώματός τους. Άλλωστε, μέσω ειδικών εφαρμογών των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, παρέχεται λειτουργικά η δυνατότητα ρυθμίσεων ιδιωτικότητας, προκειμένου να τίθενται περιορισμοί στην πρόσβαση σε ορισμένα πρόσωπα ή ομάδες προσώπων και να επιτρέπεται αντιστοίχως η πρόσβαση σε άλλα, στο πλαίσιο της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, στην περίπτωση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, δεν υφίσταται ουσιαστικά προσβολή εννόμου αγαθού και συνεπώς δεν δύναται να ενεργοποιηθούν οι προστατευτικές διατάξεις του Κανονισμού.

Ίδετε και ΟλΑΠ 1/2001 ΧρΙΔ 2001, 248-249.

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. και άρθρο 38 Ν. 4624 (ΦΕΚ Α’ 137/29.8.2019), σύμφωνα με το οποίο «1. ‘Οποιος χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών· β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2. ‘Οποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 3. Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 4. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων, εάν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να προκαλέσει περιουσιακή ζημία σε άλλον ή να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. (…)

[2] Κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου «Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του».

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί