Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η πλημμελής εκτίμηση αποδείξεων ως λόγος εφέσεως – Τα απαραίτητα στοιχεία για να θεωρηθεί ο συγκεκριμένος λόγος εφέσεως σαφής και ορισμένος

Κατά το άρθ. 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατ’ άρθ. 118-120 ΚΠολΔ στοιχεία, και τους λόγους της εφέσεως. Το αντικείμενο της εφέσεως (άρθ. 118 παρ. 4 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχεται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, για να είναι δυνατή η δικαστική εκτίμηση, διότι διαφορετικά απορρίπτεται ως αόριστο. Ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κ.λπ., οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε πραγματικά σφάλματα του Δικαστού που επιλήφθηκε της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό. Ως λόγοι έφεσης νοούνται, δηλαδή, οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις οι συνιστάμενες ως επί των πλείστον σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν κατά το αίτημα της έφεσης την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της (βλ. ΑΠ 649/1975 ΝοΒ 1976, σελ. 51, ΕφΑΘ 10048/1990 Δνη 34, σελ. 87, ΕφΑΘ 1027/1986 ΝοΒ 28, σελ. 854). Ειδικότερα, οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, να καθορίζονται, δηλαδή, με πληρότητα οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί ο Δικαστής να κρίνει το νόμιμο και το βάσιμο αυτών. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής έστω δίκης ή στο δικόγραφο της αγωγής, το οποίο έχει δικαίωμα να ερευνήσει το Εφετείο μόνο αν δεχθεί λόγω εφέσεως ως βάσιμο και εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση. Οι αόριστοι λόγοι θεωρούνται ανύπαρκτοι. Αν λείπει, δε, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, το δικόγραφο είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως (βλ. Σαμουήλ Σαμουήλ, η έφεση, 2009, σελ.228).

Ως προελέχθη, οι παραδρομές του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται και στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής της εσφαλμένης/ πλημμελούς εκτίμησης το Δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί της εκτίμησης των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ` άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 512/1994, ΝοΒ 1995, σελ. 687). Άλλοις λόγοις, καίτοι δεν είναι αναγκαίο να αναλύεται και να συγκεκριμενοποιείται από τον εκκαλούντα το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η εκκαλούμενη απόφαση αναφορικά με τον τρόπο που εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, ωστόσο, ωστόσο, δέον όπως μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το Δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ίδετε Σαμουήλ Σαμουήλ, η έφεση, ΣΤ΄ Έκδοση, 2009, σελ. 227, ΑΠ 824/2007, ΕφΛαρ 409/2015).

Η αναγκαιότητα της συγκεκριμένης μνείας ως προϋπόθεση παραδεκτού της αιτίασης περί πλημμελούς εκτίμησης αποδείξεων, καταφάσκεται από πλήθος αποφάσεων του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας μας. Ειδικότερα:

  • Ορισμένοι κρίθηκαν οι εξής λόγοι έφεσης:
  1. Ότι η εκκληθείσα απόφαση κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ολοσχερώς, ως νόμω και ουσία αβάσιμη και αναπόδεικτη (ΑΠ 51/1972, ΝοΒ 1972, σελ. 618).
  2. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχθηκε την αγωγή, ενώ με ορθή εκτίμηση των αποδείξεων τούτων έπρεπε να την απορρίψει ως αβάσιμη (ΑΠ 641/1962, ΝοΒ 1963, σελ. 472).
  • Ότι η εκκληθείσα απόφαση πλημμελώς εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις, εμμάρτυρες και έγγραφες και συνεπεία της κακής αυτής εκτιμήσεως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αντιδίκου, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, ως απαράδεκτη (ΑΠ 99/1966, ΝοΒ 1966, σελ. 874).
  1. Ότι η πρωτόδικη απόφαση κακώς εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε Στην απόρριψη της ανταγωγής και στην παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου, ενώ με ορθή εκτίμηση τούτων θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή και να αποδεχθεί την ανταγωγή (ΑΠ 9/1967, ΝοΒ 1967, σελ. 637).
  2. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η υπ’ αριθμ. 824/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτό ότι: «Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 16.5.2005 έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της 381/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβλήθηκε με αυτή λόγος συνιστάμενος στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατ` αυτού αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, ζητώντας γι` αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Με το λόγο αυτό πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότης της εκτιμήσεως των αποδείξεων».

  • Αντιθέτως, ως αόριστοι έχουν κριθεί οι εξής λόγοι έφεσης:
  1. Ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να τη δεχθεί ως νόμιμη, βάσιμη και αληθινή (ΑΠ 672/1958, ΝοΒ 1959, σελ. 169).
  2. Ότι η εκκαλούμενη απόφαση όχι ορθώς και κατά παραγνώριση των δοθέντων πραγματικών περιστατικών απέρριψε την αγωγή (ΑΠ 53/1962, ΝοΒ 1962, σελ. 575, ΑΠ 591/1957 ΝοΒ 1958, σελ. 316).
  • Ότι η εκκαλούμενη απόφαση όχι ορθώς και παρά το νόμο δέχθηκε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως νόμω και ουσία αβάσιμη (ΕΠ 122/1971, Αρμ. 1971, σελ. 617).
  1. Ότι όχι ορθώς και νομίμως έγινε δετή η ένδικη αγωγή, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ανακριβής, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως (ΕΑ 1388/1969, Αρμ. 24, σελ. 13).
  2. Ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του εναγομένου (ΕΑ 10390/1989 Δνη 33, σελ. 576, ΕΑ298.1990 Δνη 33, σελ. 578)

Δυνάμει των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι σύσσωμη νομολογία και θεωρία, χωρίς ουδεμία απόκλιση ή ρωγμή, δέχονται μεν ότι εκκαλών δεν είναι υποχρεωμένος για το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων εφέσεως να εξειδικεύσει τα σφάλματα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί της εκτίμησης των αποδείξεων, πλην όμως, η ύπαρξη ρητής μνείας στο δικόγραφο της εφέσεως ότι το Δικαστήριο, εξαιτίας αυτής της πλημμελούς εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, καθιερώνεται ως ουσιώδες κι απαραίτητο στοιχείο για να θεωρηθεί ο συγκεκριμένος λόγος εφέσεως σαφής και ορισμένος.

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί