Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Η προσαύξηση στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και τη διαδοχή από διαθήκη

Η διάταξη του άρθρου 1823 ΑΚ προβλέπει την προσαύξηση ως θεσμό της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Προσαύξηση, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι η ανάλογη αύξηση της μερίδας εξ αδιαθέτου κληρονόμου, ο οποίος δέχεται την κληρονομική μερίδα άλλου εξ αδιαθέτου κληρονόμου που έχει «εκπέσει», έχει δηλαδή απολέσει το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του μερίδιο, είτε πριν από την επαγωγή – λόγω προαποβίωσης ή αποκλήρωσής του – είτε μετά ταύτην – λόγω αποποίησης ή αναξιότητας.

Ως προς τη σειρά κλήσης κληρονόμου, λόγω έκπτωσης ετέρου τοιούτου, στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, παρατηρητέον ότι κατά πρώτο λόγο λειτουργεί η διαδοχή βαθμών μέσα στις τρεις πρώτες τάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής, στη συνέχεια η προσαύξηση και τέλος η διαδοχή τάξεων. Η προσαύξηση, δηλαδή, λειτουργεί μέσα στην ίδια τάξη και ειδικότερα μέσα στην ίδια ρίζα. Επομένως, προκειμένου να χωρήσει προσαύξηση στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Να κληθούν περισσότεροι κληρονόμοι στην ίδια τάξη ή στην ίδια ρίζα μέσα στην τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής.

(β) Να υπάρξει «έκπτωση» ενός από τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους. Η «έκπτωση» αυτή μπορεί να συντελεσθεί είτε πριν από την επαγωγή είτε μετά την επαγωγή.

(γ) Να μην έχει δικούς τους κατιόντες ο «εκπεσών» κληρονόμος, καθότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα επέλθει διαδοχή βαθμών.

(δ) Να έχει κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος ο ωφελούμενος από την προσαύξηση, λόγω της συγγένειάς του με τον κληρονομούμενο, έχοντας δικό του κληρονομικό δικαίωμα, ανεξάρτητο από το κληρονομικό δικαίωμα αυτού που «εξέπεσε».

Εφόσον συντρέξουν άπασες οι ως άνω προϋποθέσεις, η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του «εκπέσοντος» θα αυξήσει αυτοδικαίως την/τις κληρονομική/-ές μερίδα/-ες του/των ωφελουμένου/-ων από την προσαύξηση συγκληρονόμου/-ων – συγγενούς/-ών του κληρονομουμένου.

Λεκτέον, περαιτέρω, ότι η προσαύξηση, η οποία χωρεί εκ του νόμου, ενεργεί αναδρομικά, ανατρέχει δηλαδή στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Έτσι, από τον χρόνο της επαγωγής λογίζεται ότι έχουν περιέλθει στον κληρονόμο τόσο η αρχική όσο και η κατά προσαύξηση μερίδα.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 1820, ο/η σύζυγος που επιζεί κληρονομεί πάγιο ποσοστό που συνίσταται το μεν στο ¼ της κληρονομίας όταν καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος με συγγενείς του/της κληρονομουμένου/-ης που ανήκουν στην πρώτη τάξη, το δε στο ½ της κληρονομίας όταν καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος με συγγενείς του/της κληρονομουμένου/-ης που ανήκουν στις λοιπές τάξεις. Το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο του/της επιζώντος/-ώσης συζύγου, δηλαδή, παραμένει σταθερό, μη ωφελούμενο από οποιαδήποτε έκπτωση συγκληρονόμου του/της. Άλλως ειπείν, ως προς τον/τη επιζώντα/-ώσα σύζυγο, δεν χωρεί προσαύξηση.[1]

Πάντως, ο θεσμός της προσαύξησης δεν ισχύει αποκλειστικά στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, αλλά, υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 1807 ΑΚ, εφαρμόζεται και επί διαδοχής από διαθήκη.[2] Πράγματι, σύμφωνα με τη μόλις ρηθείσα διάταξη, εάν περισσότεροι εγκαταστάθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατά συνέπεια εφαρμοζομένης μόνης της διαδοχής από διαθήκη, και ένας από αυτούς «εξέπεσε» πριν από την επαγωγή ή μετά ταύτην, η μερίδα του «εκπέσοντος» προσαυξάνει στους λοιπούς εγκαταστάτους, ανάλογα με τις μερίδες αυτών. Εάν, δε, μερικοί από τους εγκαταστάτους γράφηκαν σε κοινή μερίδα (βλ. παρακάτω για το νόημα αυτής), η προσαύξηση επέρχεται κατά προτίμηση μεταξύ τους. Σημειωτέον, εξ ετέρου, ότι η προσαύξηση συντελείται αυτοδικαίως και αυτομάτως, βάσει του νόμου. Προσέτι, ερείδεται στην τεκμαιρόμενη βούληση του διαθέτη και την προτεραιότητα της από διαθήκη διαδοχής έναντι της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ενώ υπαγορεύεται και από τον σκοπό διατήρησης της ενότητας της κληρονομίας για λόγους οικονομικούς.

Πρέπει να προσεχθεί, βέβαια, ότι η διάταξη του άρθρου 1807 ΑΚ περιέχει συμπληρωματικό κανόνα ενδοτικής φύσεως, ο οποίος ισχύει αν ο διαθέτης δεν απέκλεισε την προσαύξηση. Τούτο σημαίνει ότι, για την επέλευση της προσαύξησης, δεν υφίσταται ανάγκη συναγωγής της προς τούτο βούλησης του διαθέτη.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, επομένως, για να χωρήσει προσαύξηση επί διαδοχής από διαθήκη, πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

(α) Να εγκατασταθούν περισσότεροι κληρονόμοι και ο διαθέτης να καταλείψει σε αυτούς ολόκληρη την κληρονομία ή να προκύπτει βούλησή του για αποκλεισμό της εξ αδιαθέτου διαδοχής και περιέλευση της κληρονομίας αποκλειστικά στους εκ διαθήκης κληρονόμους του (βλ. και ΑΠ 1044/2002, ΝΟΜΟΣ).

(β) Να υπάρξει «έκπτωση» ενός από τους ως άνω εγκαταστάτους, είτε πριν από την επαγωγή είτε κατόπιν αυτής.

(γ) Να μην υπάρχει στη διαθήκη διάταξη περί αποκλεισμού της προσαύξησης. Σημειωτέον, στο σημείο αυτό, ότι, εάν τέτοια διάταξη υπάρχει, αλλά αφορά αποκλειστικά σε έναν εκ των κληρονόμων, τότε επέρχεται προσαύξηση στις μερίδες των λοιπών κληρονόμων, που δεν καταλαμβάνονται από την περί αποκλεισμού διάταξη της διαθήκης (βλ. ΕΘ 2360/90 Αρμ 1990/739).

Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί ότι η πλήρωση των ανωτέρω, υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) σημειουμένων, προϋποθέσεων αποτελεί μεν αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη για την επέλευση προσαύξησης επί διαδοχής από διαθήκη, η οποία (ενν. επέλευση προσαύξησης) προσαπαιτεί τη σωρευτική συνδρομή των εξής επιπρόσθετων προϋποθέσεων:

(δ) Να μην έχουν οριστεί υποκατάστατοι για τους εγκαταστάτους κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1809 ΑΚ, καθότι, σε περίπτωση πρόβλεψης τοιαύτης υποκαταστάσεως, αυτή προηγείται της προσαυξήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 1812 (βλ. ΑΠ 808/1982 ΝΟΜΟΣ και ΝοΒ 1983.674, ΜΠρΒερ 30/1996 ΝΟΜΟΣ).

(ε) Να μην τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 1791 ΑΚ, κατά την οποία, εάν ο διαθέτης μνημόνευσε στη διαθήκη του τον κατιόντα του, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν ο κατιών αυτός εκπέσει ένεκα οιουδήποτε λόγου, τη θέση του παίρνουν οι δικοί του κατιόντες, εφόσον θα καλούνταν εξ αδιαθέτου ως κληρονόμοι του διαθέτη. Ως εμφαίνεται, το άρθρο 1791 ΑΚ καθιερώνει υποκατάσταση από τον νόμο, η οποία ενεργοποιείται όταν ο διαθέτης έχει μνημονεύσει στη διαθήκη του τον δικό του κατιόντα – είτε ως εγκατάστατο είτε ως καταπιστευματοδόχο είτε ως κληροδόχο του – και αυτός ο τελευταίος εκπίπτει. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο νόμος δέχεται ότι η υποθετική βούληση του διαθέτη, εφόσον δεν προκύπτει το αντίθετο, έγκειται στη θεώρηση των κατιόντων του εκπεσόντος ως υποκαταστάτων, εφόσον αυτοί θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη (βλ. ΕφΘεσσαλ 468/1994, ΝΟΜΟΣ και Αρμ 1995.220). Εφόσον συντρέξουν, συνεπώς, άπασες οι προλεχθείσες, υπό στοιχεία (α) έως (ε) σημειωθείσες, προϋποθέσεις, η από διαθήκη κληρονομική μερίδα του «εκπέσοντος» θα αυξήσει αυτοδικαίως την/τις κληρονομική/-ές μερίδα/-ες του/των ωφελουμένου/-ων από την προσαύξηση συγκληρονόμου/-ων του κληρονομουμένου. Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσης υπό στοιχείο (α) προϋπόθεσης για την επέλευση προσαύξησης επί διαδοχής από διαθήκη, ζήτημα γεννάται, προφανώς, στην περίπτωση κατά την οποία με την υπό του διαθέτη εγκατάσταση έχει διατεθεί μέρος μόνον της κληρονομίας και ως προς το υπόλοιπο χωρεί εξ αδιαθέτου διαδοχή. Εν τοιαύτη περιπτώσει, σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 1807 ΑΚ, «τότε μόνο γίνεται προσαύξηση μεταξύ των εγκαταστάτων, όταν έχουν γραφεί σε κοινή μερίδα». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δηλαδή, η προσαύξηση περιορίζεται σε εκείνους που έχουν γραφεί σε κοινή μερίδα (βλ. και Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, «Αστικός Κώδιξ» κατ’ άρθρο Ερμηνεία, υπ’ άρθ. 1807 αριθ. 1-10). Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 1806 ΑΚ, εγκατάσταση σε κοινή μερίδα συνιστά η εγκατάσταση ορισμένων από τους περισσότερους εγκαταστάτους σε ένα και το ίδιο ποσοστό. Τη εξαιρέσει της περιπτώσεως κατά την οποία ο διαθέτης έχει εκφραστεί σχετικώς με σαφήνεια, το πότε υφίσταται κοινή μερίδα είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης (βλ. άρ. 173 και 1781 ΑΚ). Επί του ζητήματος της εν λόγω ερμηνείας, σημειωτέον, περαιτέρω, ότι απλή λεκτική διατύπωση δεν υποδηλώνει αναγκαίως εγκατάσταση σε κοινή μερίδα, αλλά η σύνδεση πρέπει να είναι πραγματική, με προέχουσα τη θέληση του διαθέτη. Ενόψει τούτου, για τη συναγωγή της τεινούσης σε εγκατάσταση σε κοινή μερίδα βουλήσεως του διαθέτη, δεν αρκούν αυτά καθεαυτά η αναφορά των περισσότερων προσώπων στην ίδια πρόταση, ο κοινός χαρακτηρισμός περισσότερων κληρονόμων, η εγκατάσταση ορισμένων κληρονόμων σε μία διαθήκη και ετέρων – επίσης ορισμένων – σε άλλη, η εγκατάσταση ορισμένων κληρονόμων σε τμήμα της κληρονομίας, χωρούσης της εξ αδιαθέτου διαδοχής ως προς το υπόλοιπο. Πάντως, ένδειξη υπέρ της εγκατάστασης σε κοινή μερίδα συνιστά η εγκατάσταση περισσοτέρων επί του ιδίου δήλου πράγματος. Ακόμη, η εγκατάσταση με μνεία των εγκαταστάτων σε ομάδες υπό ιδιαίτερο για καθεμία ομάδα αύξοντα αριθμό [ 1) … 2) … 3) …] συνιστά, επίσης, στοιχείο ενδεικτικό της ύπαρξης κοινής για κάθε ομάδα μερίδας. Εξ άλλου, δυνατός είναι και ο σχηματισμός ειδικότερων κοινών μεριδών εντός καθεμίας κοινής μερίδας, όπως και η εγκατάσταση του ίδιου προσώπου σε περισσότερες ομάδες.[3] Πάντως, ως προεννοήθη, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο διαθέτης να διέθεσε μεν με τη διαθήκη του μέρος μόνο της περιουσίας του, αλλά να μην χωρεί εξ αδιαθέτου διαδοχή ως προς το υπόλοιπο, για τον λόγο ότι, όπως εκ της ερμηνείας της διαθήκης του κληρονομουμένου μπορεί να συνάγεται, η αληθινή βούληση αυτού κατέτεινε στην εγκατάσταση των τετιμημένων με τη διαθήκη ως αποκλειστικών κληρονόμων του. Αναφορικά με το ως άνω ενδεχόμενο, παρατηρητέον, εξ άλλου, ότι, σε περίπτωση που η διαθήκη εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία περί των τετιμημένων προσώπων ή περί των κληρονομιαίων στοιχείων στα οποία ο διαθέτης εγκαθιστά τα πρόσωπα αυτά και για την αποσαφήνιση τούτων των σημείων χρειάζεται ερμηνεία προς τον σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής (ή ακόμη και εικαζόμενης) βούλησης του διαθέτη, το επιλαμβανόμενο σχετικώς δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη ακόμη και στοιχεία που δεν περιέχονται στη διαθήκη, όπως η σπουδαιότητα των αντικειμένων που έχουν καταληφθεί με τη διαθήκη σε σχέση με την όλη κληρονομιά, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη με τους τιμηθέντες (βλ. ΑΠ 1142/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 755/2008 ΕλλΔνη 2010.744, ΑΠ 1225/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 233/1993 ΝΟΜΟΣ και ΝοΒ 1994.409, ΕφΑθ 3298/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5887/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1127/1995 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσσαλ 21688/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαμ 39/2014 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι δεν παύει να υπάρχει κατάλειψη ολόκληρης της κληρονομιάς στους εγκαταστάτους ένεκα του γεγονότος ότι ο διαθέτης παρέλειψε να διαθέσει με τη διαθήκη του περιουσιακά στοιχεία ασήμαντα σε σχέση με το σύνολο της περιουσίας του (βλ. ΑΠ 2445/2005 ΝοΒ 2006.76, ΑΠ 327/1995 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 233/1993 ΝοΒ 42.401, ΕφΑθ 3606/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4553/2003 ΕλλΔνη 2004.882, ΕφΑθ 4533/2003 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσσαλ 21688/2012 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 184/2007 ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, ένδειξη υπέρ της ερμηνευτικής εκδοχής της κατάφασης της κατάλειψης ολόκληρης της κληρονομίας στους εγκαταστάτους με τη διαθήκη ενυπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία ο διαθέτης, καίτοι γνωρίζει ότι ορισμένος εγκατάστατος με τη διαθήκη του και ζων κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής έχει αποβιώσει προ καιρού, δεν μεταβάλλει τη διαθήκη του, ώστε να ορίσει τα περί της τύχης της μερίδας του ανωτέρω προαποβιώσαντος εγκαταστάτου, όπερ καταδεικνύει ότι ούτε την προσαύξηση αποκλείει, ούτε υποκατάσταση των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του στη μερίδα του προαποβιώσαντος εγκαταστάτου επιθυμεί, δεδομένου ότι, εάν πράγματι ήθελε να κληρονομήσουν την περιουσία του και άλλοι κληρονόμοι πέραν των διαλαμβανομένων στη διαθήκη του, θα φρόντιζε να τους ορίσει με νέα διάταξη (βλ. ΕφΑθ 3606/2013, ΠΠρΑθ 7814/2009, ΜΠρΒερ 30/1996, ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, και πάλι επί τη βάσει της ερμηνείας της διαθήκης του κληρονομουμένου, δεν αποκλείεται να γίνει δεκτό ότι ο διαθέτης που δεν αλλάζει τη διαθήκη του παρά την από μέρους του γνώση του θανάτου ορισμένου εγκαταστάτου με αυτή, παραλείποντας έτσι να ορίσει με νέα διάταξη την τύχη της μερίδας του προαποβιώσαντος αυτού εγκαταστάτου, επιθυμεί να υπεισέλθουν στην προλεχθείσα μερίδα οι κληρονόμοι του εν λόγω εγκαταστάτου, αντί να χωρήσει προσαύξηση στις μερίδες των λοιπών εγκαταστάτων με τη διαθήκη του (βλ. ΠΠρΑθ 7814/2009 ΝΟΜΟΣ).

 Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Ευρωπαϊκού και

Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Ν. Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο Ι, εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, σελ. 266 και 298-299.

[2] Βλ. Ν. Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο Ι, εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, σελ. 225.

[3] Βλ. Β. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο) ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄ ΗΜΙΤΟΜΟΣ Α΄ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Άρθρα 1710-1870, Αθήνα 2009, σελ. 374 και 380.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί