Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Η συναίνεση του φερόμενου ως εκδότη ως λόγος αποκλεισμού της αντικειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας

Κατάρτιση πλαστού εγγράφου στοιχειοθετείται, όταν δημιουργείται εξ υπαρχής κάποιο έγγραφο που δεν υπήρχε και το οποίο φέρεται ότι προέρχεται από ορισμένο πρόσωπο, ενώ στην πραγματικότητα δεν προέρχεται από αυτό, όταν δηλαδή ο αληθής εκδότης δε συμπίπτει με τον φαινόμενο εκδότη[1]. Η εν λόγω διάσταση αληθούς και φερομένου εκδότη υπάρχει όταν το περιεχόμενο εγγράφου εμφανίζεται ως δήλωση προσώπου από το οποίο δεν προέρχεται[2]. Εκδότης, δε, του εγγράφου είναι εκείνος από τον οποίο προέρχεται το διανόημα που είναι ενσωματωμένο στον υλικό φορέα, ανεξαρτήτως του ποιος το ενσωμάτωσε. Σημασία δηλαδή έχει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου προέρχεται πνευματικώς από τον εκδότη του ή κατ’ άλλη διατύπωση ποιος είναι ο φορέας και ουσιαστικός εκφραστής του ενσωματωμένου στον υλικό φορέα διανοήματος και όχι ποιος προέβη στην υλική ενέργεια της σύνταξης του εγγράφου που μπορεί να έγινε και από τρίτον εφόσον ενεργεί για λογαριασμό ή κατά τη θέληση του δηλούντος[3]. Και πάλι, ωστόσο, σημασία δεν έχει ποιος υπήρξε πράγματι ο πνευματικός δημιουργός του διανοήματος, αλλά ποιος θεωρείται κατά νόμο πνευματικός δημιουργός του, ήτοι σε ποιον καταλογίζεται το ενσωματωμένο διανόημα ως ίδιον. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την περί ης ο λόγος «κανονιστική – πνευματική θεωρία», εκδότης του εγγράφου είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εξ αυτού ευθύνη[4], ήτοι την ευθύνη για την ενσωματωμένη στον υλικό φορέα δήλωση, ως πνευματικός δημιουργός της.

Η ανάληψη, άρα, της εκ του εγγράφου ευθύνης (που με τη σειρά της προϋποθέτει την πνευματική προέλευση του διανοήματος από τον εκδότη) δεν είναι μόνο αναγκαία αλλά και ικανή συνθήκη της γνησιότητας του εγγράφου[5]. Έτσι, όταν υπάρχει, θεμελιώνει από μόνη της τη γνησιότητα του εγγράφου και όταν δεν υπάρχει την πλαστότητα αυτού, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκη και το ιδιόχειρο της υπογραφής του εκδότη[6]. Συνακόλουθα, όταν η εξ υπαρχής κατάρτιση ενός εγγράφου ή η μεταγενέστερη αλλοίωση του περιεχομένου γνησίου εγγράφου, γίνεται κατόπιν εντολής ή (προγενέστερης) συναίνεσης του φερομένου ως εκδότη, αποκλείεται η αντικειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας, αφού υπάρχει και υποστασιοποιείται αντικειμενικά η πρόθεση δέσμευσης[7]. Η συναίνεση, μάλιστα, μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη συμπερασματικά από την όλη συμπεριφορά του εκδότη[8]. Για τον αυτό λόγο, δε διαπράττει πλαστογραφία εκείνος που συμπληρώνει ένα ήδη υφιστάμενο γνήσιο έγγραφο κατ’ εντολήν του εκδότη του[9]. Έτσι, όταν ο λήπτης λευκής επιταγής συμπληρώνει τα ελλείποντα στοιχεία στο πλαίσιο της συμφωνίας του με τον εκδότη δε στοιχειοθετείται πλαστογραφία, εφόσον δεν έλαβε χώρα κατάχρηση της εν λευκώ υπογραφής του εκδότη[10]. Αντίθετα, η συμπλήρωση λευκής επιταγής με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά με τον εκδότη, συνιστά πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης[11]. Η εκ των υστέρων έγκριση από τον εκδότη της συμπλήρωσης των επιταγών που συνιστούν το αντικείμενο της πλαστογραφίας δεν αποκλείει την αντικειμενική υπόσταση, και επομένως δεν αίρει εξ αυτού του λόγου το αξιόποινο της τελευταίας[12].

Εκ των ανωτέρω συνάγεται, λοιπόν, ότι σε περίπτωση που σε ένα έγγραφο τεθεί, στη θέση της υπογραφής του εκδότη, δηλαδή του προσώπου που αναλαμβάνει την εξ αυτού ευθύνη, υπογραφή από άλλο πρόσωπο, κατ’ εντολή όμως και κατ’ εξουσιοδότηση του εκδότη ή έστω εν γνώσει του εκδότη με συναίνεση αυτού ακόμη και σιωπηρή, τότε το έγγραφο είναι γνήσιο, δεσμεύει πλήρως τον εκδότη του, και αποκλείει την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της πλαστογραφίας[13].

Τέλος, σημειούται ότι δεν αρκεί η εικαζόμενη συγκατάθεση του φερόμενου ως εκδότη καθώς και η γενική και αόριστη έγκριση της χρήσης του ονόματος του φερόμενου ως εκδότη, όταν ο τελευταίος αγνοεί το περιεχόμενο του εγγράφου[14].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΑΠ 297/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, σελ. 481, ΑΠ 1463/1993, ΠοινΧρ ΜΔ΄, σελ. 153.

[2] Βλ. ΑΠ 1025/1995, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, σελ. 105.

[3] Βλ. ΑΠ 1250/1990, ΠοινΧρ ΜΑ΄, σελ. 549, ΣυμβΠλημμΑθ 3302/1994.

[4] Βλ. X. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα, εκδ. Δίκαιο και Οικονομία, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2005, σελ.44-45, με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές.

[5] Βλ. X. Μυλωνόπουλο, όπ.π., σελ. 62-63.

[6] Βλ. ΑΠ 1640/1999,ΠοινΧρ N΄, σελ. 729, ΑΠ 1814/1993, ΠοινΧρ ΜΔ΄, σελ. 176, ΑΠ 514/1993, Υπερ 93, σελ. 867, ΔιατΕισΕφΠατρ Α. Ζύγουρα 27/1992, Υπερ 1993, σελ. 391, ΑΠ 542/1989, ΠοινΧρ Μ΄, σελ. 36, ΑΠ 1634/1989, ΠοινΧρ Μ΄, σελ. 797.

[7] Βλ. ΑΠ 171/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] Βλ. ΑΠ 307/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[9] Βλ. ΑΠ 1071/1987, ΠοινΧρ ΛΖ΄, σελ. 967, ΑΠ 623/1986, ΠοινΧρ ΛΣΤ΄, σελ. 702, ΑΠ 1457/1982, ΠοινΧρ ΛΓ΄, σελ. 537, ΑΠ 825/1976, ΠοινΧρ ΚΖ΄, σελ. 246, ΑΠ 1164/1974, ΠοινΧρ ΚΕ΄, σελ. 387, ΑΠ 1139/1973, ΠοινΧρ ΚΔ΄, σελ. 260.

[10] Βλ. ΑΠ 36/2001, ΠοινΛογ 01, σελ. 71, ΑΠ 730/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 251.

[11] Βλ. ΑΠ 1224/2001, ΠοινΛογ 2001, σελ. 1465.

[12] Βλ. ΑΠ 1708/1999, ΠοινΧρ Ν΄, σελ. 746, ΑΠ 905/1993, ΠοινΧρ ΜΓ΄, σελ. 685.

[13] Βλ. ΠΠΑ 1587/2014, ΠΠΑ 1979/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[14] Βλ. Α. Τζαννετή, Το πλαστό έγγραφο, Αθήνα 1999, παρ. 138, σημ. 512, με περαιτέρω παραπομπές στη γερμανική νομολογία (OLG Stuttgart, NJW 51, 206: η κατηγορούμενη εξέδωσε για φορολογικούς λόγους τιμολόγιο επ’ ονόματι της θείας της, η οποία απλώς είχε εγκρίνει αορίστως τη χρήση του ονόματός της).

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί