Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Είναι ο ρασοφόρος μοναχός όντως μοναχός;

Από τα πλέον αμφισβητούμενα σημεία του σύγχρονου μοναχικού βίου είναι το ζήτημα του αν αποκτά την ιδιότητα του μοναχού ο ρασοφόρος μοναχός. Το ερώτημα που τίθεται σχετικά είναι αν η πρόσκτηση της ιδιότητας του ρασοφόρου μοναχού συνεπιφέρει εν ταυτώ και την πρόσκτηση της μοναχικής ιδιότητας -με ό,τι αυτό συνεπάγεται κατά τους ορισμούς του κανονικού και του εκκλησιαστικού δικαίου- ή αν απλώς κατατάσσεται στους δόκιμους, υπό αναβλητική αίρεση μοναχούς. Το ζήτημα αυτό απασχολεί την Εκκλησία και τους ασχολούμενους με το κανονικό δίκαιο επί τουλάχιστον οκτώ αιώνες, δίχως, παρόλα αυτά, να έχει αποκρυσταλλωθεί μια ομόφωνα αποδεκτή άποψη που θα επιλύει το δίλημμα αυτό άπαξ διά παντός.

Το ζήτημα αυτό, καίτοι μη αμιγώς νομικό, έχει σημαντικότατες συνέπειες στο χώρο του δικαίου, δεδομένου ότι η κατάφαση -ή μη- της μοναχικής ιδιότητας έχει επιπτώσεις στη νομική μεταχείριση του προσώπου και των δικαιωμάτων του, καθότι ο έχων τη μοναχική ιδιότητα καρείς μοναχός, δοθέντος και ότι  «τεθνηκώς τω βίω λογίζεται», υπόκειται σε ειδικό νομοθετικό καθεστώς [όπως επί παραδείγματι ότι η περιουσία του κειρομένου μοναχού περιέρχεται αυτοδικαίως στη μονή εγκαταβιώσεως, στα μοναχολόγια της οποίας εγγράφεται, μετά από αφαίρεση της νόμιμης μοίρας υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων, ή ότι οι περιερχόμενες στο μοναχό κληροδοσίες, δωρεές και κληρονομιές ανήκουν στη μονή και ο μοναχός διατηρεί μόνο το δικαίωμα της επικαρπίας στο ήμισυ της περιερχόμενης στη μονή περιουσίας. Για το θέμα αυτό βλ. τις διατάξεις των άρθρων 4, 18,19 του Ν. ΓΥΙΔ/Ι909 «Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και Διοικήσεως Μοναστηριών» που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρα 99 του ΕισΝΑΚ. Βλ. επίσης 7 παρ. 2 και 25 Ν. 4684/1930, άρθρο 1 Ν. 1918/1942, άρθρο μόνο Ν. 2067/1952 και άρθρο 101 του ΚΧΑΟ (Ν.Δ. 10/16.9.1926)]. Όλες δε οι ειδικές ρυθμίσεις αυτές έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον ο μοναχός φέρει νόμιμα τη μοναχική ιδιότητα, άλλως ισχύει το κοινό δίκαιο. Σημειωτέον ότι, εάν ο μοναχός αποχώρησε από τη μονή όχι νόμιμα, αλλά αυτογνωμόνως και αυθαίρετα, διαπράττει κανονικό αδίκημα (που θεωρείται «απόδρασις» και τιμωρείται με την ποινή του αφορισμού, βλ. Καν. Γ. Πρωτοδευτέρας Συνόδου), και, συνεπώς, δεν αποβάλλει τη μοναχική ιδιότητα, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως προς αυτόν το ανωτέρω ειδικό νομοθετικό καθεστώς (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 462/2008, ΑΠ 149/1994, ΕΦΑΘ 2605/2003, ΕΦΑΘ 938/1998, ΠΠΡΠΕΙΡ 464/2011, ΜΠΡΠΑΤΡ 441/2012 ΤΝΠ Νόμος).

Δεδομένου δε ότι δεν υπάρχει κάποιος σχετικός κανόνας που να προβλέπει σαφώς το μεν ή το δε, η σχετική φιλολογία επί του θέματος ολοένα και εντείνεται, με αποτέλεσμα η καταφατική ή αποφατική απάντηση στο τιθέμενο ερώτημα να εξαρτάται από την εκάστοτε υιοθετούμενη άποψη. Σημειωτέον ότι η χρήση του ουσιαστικού ‘’μοναχός’’ μετά τον επιθετικό προσδιορισμό ‘’ρασοφόρος’’ δεν σημαίνει ότι ο ρασοφόρος αποκτά οπωσδήποτε τη μοναχική ιδιότητα (όπως ακριβώς και ο δόκιμος μοναχός δεν είναι μοναχός, αλλά υποψήφιος -υπό μοναχική δοκιμή- μοναχός, τουτέστιν λαϊκός, για όσο χρόνο διαρκεί η δοκιμή αυτή).

Έτσι, σύμφωνα με την πρώτη άποψη, που δέχεται την κτήση της μοναχικής ιδιότητας από τον ρασοφόρο μοναχό, το επιχείρημα που συνηγορεί υπέρ της είναι ότι ο υποψήφιος ρασοφόρος, προκειμένου να εισέλθει στην πρώτη αυτή βαθμίδα του μοναχισμού, υποβάλλεται σε μία συγκεκριμένη ακολουθία, τη λεγόμενη ‘’Ακολουθία του Αρχάριου Ρασοφορούντα’’, μια σύντομη ακολουθία, η οποία, ούσα περιβεβλημένη θρησκευτικού τύπου και κανονικής ισχύος, έχει την πνευματική σημασία της μύησης στη μοναστική κοινότητα και της -διά άνευ όρκου ομολογίας και ηθικής υπόσχεσης- ανάληψης υποχρέωσης ότι εφεξής εγκαταλείπει τα κοσμικά και αφιερώνεται εξολοκλήρου για το υπόλοιπο του βίου του στη λατρεία του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, διάγοντας βίο μοναστικό. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει, ειδικότερα, τα ακόλουθα: α. την περιβολή ράσου κατά την ιερή ακολουθία της ρασοφορίας, β. την ανάγνωση δύο ευχών, γ. την τριχοκουρία, η οποία και αποτελεί την πρώτη μοναχική κουρά, και τέλος, γ. την αλλαγή του κοσμικού ονόματος. Από τη δε τέλεση της εκκλησιαστικής αυτής τελετής συνάγεται -κατά την πρώτη άποψη- η σιωπηρή συγκατάθεση του ρασοφόρου ότι αποδέχεται τη μοναχική ιδιότητα. Εξάλλου, η ρασοφορία καθεαυτή έχει την έννοια της υπόσχεσης από τον ρασοφόρο ότι περιβάλλεται του μοναχικού σχήματος, υπόσχεση η οποία είναι δεσμευτική κατά τους Ιερούς Κανόνες και συνεπώς, υποχρεώνει τον υποσχεθέντα στην εκπλήρωση της υπόσχεσής του αυτής. Άλλωστε, ας μη λησμονείται, λέγει η άποψη αυτή, ότι η μοναχική περιβολή εντός κι εκτός μονής δημιουργεί στους λοιπούς και ιδίως στους λαϊκούς την εντύπωση ότι έχουν πράγματι να κάνουν με κανονικό μοναχό. Εκ των συγχρόνων, ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής της άποψης αυτής υπήρξε στα νεότερα χρόνια ο καθηγητής Παναγιώτης Παναγιωτάκος. Ο Παναγιωτάκος είναι ο μόνος, μεταξύ των υποστηρικτών της άποψης αυτής, που δέχεται απερίφραστα και κατηγορηματικά ότι ο ρασοφόρος μοναχός αποκτά την μοναχική ιδιότητα αυτοστιγμεί από και διά της ρασοφορίας, καθιστάμενος έτσι υπόχρεος προς την τήρηση των τριών μοναχικών επαγγελιών (παρθενίας, ακτημοσύνης και υπακοής) και κωλυόμενος, ως εκ τούτου, στην τέλεση γάμου ή οποιασδήποτε άλλης πράξης επιτρεπόμενης στους λαϊκούς (βλ. Π. Ι. Παναγιωτάκου, Σύστημα του Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, Το Δίκαιον των Μοναχών). Να σημειωθεί στο σημείο αυτό και η γνώμη του Αγιωτάτου Πατριάρχου Αντιοχείας Θεοδώρου Βαλσαμώνος, κατά τον οποίο διά της ρασοφορίας δεν αποκτάται αυτομάτως η μοναχική ιδιότητα, πλην όμως υφίσταται ηθική δέσμευση του ρασοφόρου να διαβιοί ως μοναχός και, σε κάποια στιγμή που θα κρίνει ο ίδιος κατάλληλη, να καρεί και να λάβει Σχήμα (βλ. Επιστολή Βαλσαμώνος προς τον μοναχό κυρόν Θεοδόσιον για τους ρασοφόρους, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων, Ράλλη/Ποτλή, τόμος δ’).

Το επιχείρημα της άποψης ότι ο ρασοφορών γίνεται μοναχός αποτελεί και το ισχυρότερο αντεπιχείρημα της αντίθετης, ότι δηλαδή ο ρασοφορών δεν γίνεται μοναχός, καθόσον με την ως άνω ακολουθία δεν πληρούνται ούτε οι κανονικές, ούτε οι νόμιμες προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για την πρόσκτηση της μοναχικής ιδιότητας, οι οποίες είναι οι εξής: 1) Ο υποψήφιος να είναι άγαμος, ή εν χηρεία, ή νομίμως διαζευγμένος, ή να προσκομίζει ρητή δήλωση συγκατάθεσης της συζύγου του, και τα παιδιά του, αν έχει, να είναι όλα άνω των 18 ετών, 2) Να έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του, ενώ προκειμένου να γίνει κουρά πρέπει να είναι άνω των 18 ετών, 3) Η επιλογή του μοναχισμού να είναι εκούσια και συνειδητή (με διαυγή επίγνωση), αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης, απαλλαγμένης φόβου ή πλάνης, ανάγκης ή βίας. Για το λόγο αυτό ο υποψήφιος προβαίνει κατά την ακολουθία του Μικρού Σχήματος σε ρητή και κατηγορηματική δήλωση βούλησης, 4) Να περάσει από τριετή δοκιμασία, κατά τον ε΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως (861), 5) Να υπάρχει κενή θέση στη μονή εγκαταβιώσεως, 6) Να δοθεί προ της κουράς ρητώς και πανηγυρικώς η ιερά μοναχική ομολογία / επαγγελία, με την οποία ο υποψήφιος υπόσχεται παρθενία, ακτημοσύνη και διά βίου υπακοή, 7) Να τελεστεί η μοναχική κουρά κατά τα θέσμια της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, σε νομίμως και κανονικώς συνεστημένη μονή, από κανονικό Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο, και τέλος, 8) Να εγγραφεί στο μοναχολόγιο νομίμως και κανονικώς συνεστημένης μονής (βλ. Νομικού – Θεολόγου, Αρχιμανδρίτου κ. Ιερωνύμου Νικολόπουλου: ‘’Περί των ρασοφόρων μοναχών’’, σε www.myriobiblos.gr). Η ως άνω τελεσθείσα κουρά προσλαμβάνει χαρακτήρα ανεξάλειπτο και αναλλοίωτο («ο εφαπάξ καρείς θεωρείται εσαεί καρείς»), το ανεξάλειπτο δε αυτό πρέπει πρωτίστως να νοηθεί υπό την πνευματική του και όχι υπό την νομική του έννοια (βλ. και ΠΠΡΠΕΙΡ 464/2011 με περαιτέρω παραπομπή σε Γεωργίου Αποστολάκη, Το αδύνατο Αποβολής της Μοναχικής Ιδιότητας και η Ελευθερία της Θρησκευτικής Συνείδησης, ΕλλΔ/νη 2003, σελ. 883 επ.).

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι σε κάθε περίπτωση η πρόσκτηση της ιδιότητας του μοναχού γίνεται συμφώνως προς τους Θείους και Ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες, ήτοι μετά τη συντέλεση της μοναχικής κουράς σε υποψήφιο μοναχό, που εγκαταβιοί σε κανονικώς λειτουργούσα μονή, ύστερα από τριετή δοκιμασία. Προκειμένου δε για μοναχό στο Άγιο Όρος, η μοναχική κουρά ενεργείται με σταυροειδή απόκαρση της κόμης του υποψήφιου μοναχού σε θρησκευτική τελετή, σύμφωνα με την Ιερά Ακολουθία που περιέχεται στο Μεγάλο Ευχολόγιο από τον Ηγούμενο ή τον αναπληρωτή του. Η εγγραφή στο οικείο μοναχολόγιο, κατά τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους (Ν.Δ. 10/16.9.1926, ΦΕΚ 309 Α, άρθρ. 94, 95, 97) ενεργείται από τον εκλεγόμενο για το διακόνημα αυτό κατάλληλο και ικανό αδελφό (άρθ. 191), χωρίς να απαιτείται η αυτοπρόσωπη σύμπραξη του ηγουμένου που πρωτοστάτησε ή έλαβε μέρος στη θρησκευτική τελετή της κουράς.

 Η εγγραφή δε αυτή δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη νομική ολοκλήρωση της θρησκευτικής τελετής της κουράς, ήτοι για την απόκτηση της μοναχικής ιδιότητας, αλλά ούτε και αποκλειστικό μέσο απόδειξης αυτής. Μπορεί κατά το άρθρο 1 εδ. β΄ του Ν.Δ. 1918/1942 (που κυρώθηκε με την Πράξη 184/1946 του Υπουργικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με την υπ’ αρ. 58/1945 Συντακτική Πράξη ‘’περί της ιδιότητος του μοναχού’’) να αποτελεί πλήρη απόδειξη η βεβαίωση του οικείου Μητροπολίτου, που στηρίζεται στην υπεύθυνη δήλωση του Ηγουμενοσυμβουλίου ότι ο μοναχός φέρεται εγγεγραμμένος στο μοναχολόγιο της Μονής,  ουδεμίας άλλης αποδείξεως απαιτουμένης, με τη διάταξη αυτή, ωστόσο, δεν καθιερώνεται -κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση- αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη της μοναχικής ιδιότητας, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, καθόσον τα δικαστήρια μπορούν πάντοτε -για το σκοπό προστασίας των ιδιωτικών δικαιωμάτων- να ερευνούν παρεμπιπτόντως την κανονικότητα  της κουράς (βλ. ΑΠ 173/2001, ΑΠ 149/1994, ΕΦΑΘ 4833/2006, ΕΦΑΘ 2605/2003, ΕΦΑΘ 938/1998 ΤΝΠ Νόμος).

Εάν η μοναχική κουρά έγινε αντικανονικά και άκυρα, τότε ο καρείς απαλλάσεται από τις συνέπειες που θα του προσέδιδε η πρόσκληση της μοναχικής ιδιότητας, εφ’ όσον η φύση της γενόμενης παραβίασης των προς τούτο κανόνων αποκλείει τη θεραπεία της ελαττωματικότητας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, αποκαθίσταται το κύρος της αντικανονικά γενόμενης απόκαρσης (όπως π.χ. στην περίπτωση που η κουρά συντελέστηκε πριν περάσει η τριετής δοκιμασία, το κύρος της θεραπεύεται με τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού δια της παραμονής του μοναχού στη μονή που τελέστηκε η κουρά και διά της προσήλωσης στο μοναχικό βίο), οπότε η κουρά θεωρείται εξυπαρχής έγκυρη. Η αποκατάσταση αυτή, η θεραπεία δηλαδή μιας καταστάσεως που αντιβαίνει στους ιερούς κανόνες, γίνεται δια της κατ’ εκκλησιαστικήν οικονομίαν συγκαταβάσεως και επιεικείας, σύμφωνα με την κρατούσα αρχαία εκκλησιαστική τάξη και επιτρέπεται εφ’ όσον δεν παραβιάζεται το δόγμα (βλ. ΑΠ 1135/2011, 831/2013 ΤΝΠ Νόμος).

Για να προσκτηθεί, επομένως, η μοναχική ιδιότητα από τον υποψήφιο μοναχό θα πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά όλες οι ανωτέρω κανονικές και νομικές προϋποθέσεις, πράγμα το οποίο -κατά τη δεύτερη άποψη- δεν συμβαίνει στην περίπτωση του ρασοφόρου μοναχού.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδείς σχετικός κανόνας υπάρχει, ο οποίος να ρυθμίζει ειδικώς το θέμα του ρασοφόρου, γεγονός το οποίο συνηγορεί υπέρ της μη θεώρησης του ρασοφόρου ως μοναχού, δεδομένης και της αρχής του κανονικού δικαίου, κατά την οποία: ‘’οὐ χρή τά μή παρά τινος ἁγίας συνόδου κυρωθέντα καί στηριχθέντα, ὡς κανονικά κρατεῖν διατάγματα, μηδ” ἔπεσθαι τούτοις, καί μᾶλλον ἔνθα κανόσιν ἐναντιοῦνται’’ (βλ. Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τόμος δ”, σελ. 500).

Ακόμα, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, όπου αναπτύχθηκε το μόρφωμα του ρασοφόρου μοναχού ως εκκλησιαστική εθιμοτυπική πρακτική, στον υπόλοιπο εκκλησιαστικό ορθόδοξο χώρο επικρατεί η αντίληψη ότι αυτός δεν έχει τη μοναχική ιδιότητα και ότι δεν είναι, άρα, κανονικός μοναχός.

Κατά την κρατούσα την Εκκλησία της Ελλάδος άποψη, οι ρασοφόροι δεν θεωρούνται μοναχοί, το πολύ να θεωρηθούν δόκιμοι μοναχοί, αν εγκαταβιώνουν σε νομίμως και κανονικώς συνεστημένη μονή. Επίσης, ουδεμία επέρχεται μεταβολή του νομικού status του προσώπου, και μήτε νομική μήτε κανονική υποχρέωση υφίσταται να αναλάβει ο ρασοφόρος τη μοναχική ιδιότητα διά της ακολουθίας του Μικρού Σχήματος. Ακόμη, ο ρασοφόρος δεν καθομολογεί τις τρεις μοναχικές επαγγελίες, της παρθενίας, της ακτημοσύνης και της υπακοής, ασχέτως αν υποχρεούται σε πλήρη συμμόρφωση προς αυτές, στο μέτρο που εγκαταβιώνει σε μονή, ενώ διατηρεί την περιουσία του, αφού δεν λαμβάνει χώρα η μοναχική αποταγή (η περιουσία που αποκτά ο ρασοφόρος μετά την τυχόν κουρά του δεν αποτελεί αντικείμενο κληρονομίας, με κληρονόμους τη Μονή, κατά τα άρθρα 18 και 19 του Ν. ΓΥΙΔ/1909 και του άρθρου 1 εδ. α΄ του ΝΔ 1918/1942). Αφού δεν καθίσταται μοναχός, μπορεί ελευθέρως και όποτε θέλει να αποχωρήσει από τη μονή στην οποία εγκαταβιώνει, χωρίς την επέλευση κάποιας κανονικής ή νομικής συνέπειας και χωρίς να απαιτείται ως προϋπόθεση για την κανονική αποχώρησή του κάποια πράξη του Ηγουμένου της μονής ή οποιουδήποτε άλλου. Εάν επιστρέψει στον κόσμο των λαϊκών, οφείλει να αποβάλλει την αμφίεση του ρασοφόρου (εκτός αν πρόκειται να χειροτονηθεί κληρικός), ενώ αν εγκαταβιώσει σε άλλη μονή έχει δικαίωμα να διατηρήσει την αμφίεσή του. Επιστρέφοντας στον κόσμο των λαϊκών, μετά την αποχώρησή του από τη μονή, ο ρασοφόρος μπορεί πια να συνάψει γάμο ακωλύτως. Επιπλέον, ο ρασοφόρος δεν αποκτά την ιδιότητα μέλους της μοναστικής κοινότητας -καίτοι εγκαταβιώνει σε μονή- ούτε φυσικά και τα αντίστοιχα δικαιώματα (δεν συμμετέχει στη διοίκηση της μονής, ούτε ψηφίζει για την ανάδειξη των διοικητικών οργάνων της). Τέλος, ο ρασοφόρος μπορεί να χειροτονηθεί κληρικός, εφόσον -εξυπακούεται- τηρηθούν οι νόμιμες και κανονικές προϋποθέσεις, και δεν υπόκειται στους σχετικούς περιορισμούς που ισχύουν για τους ιερομονάχους, όπως ορίζει ο κανονισμός 2/1969 (Φ.Ε.Κ. Α” 193/ 1970) της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ‘’περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων’’.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία / Ιστογραφία:

  • Σπύρου Ν. Τρωιάνου, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, β΄ έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1984.
  • Γεωργίου Α. Πουλή, Νομοθετικά Κείμενα Εκκλησιαστικού Δικαίου, Σχόλια-Βιβλιογραφία, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2000.
  • Γ. Ράλλη & Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τόμους β” και δ’.
  • Ιωάννου Μ. Κονιδάρη, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2000
  • Ιωάννου Μ. Κονιδάρη / Σπύρου Ν. Τρωιάνου, Εκκλησιαστική Νομοθεσία, κείμενα και σχόλια, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1984.
  • Παναγιώτου Ι. Παναγιωτάκου, Σύστημα του Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, το Δίκαιον των Μοναχών, εκδ. Πουρναράς Π. Σ., 2000
  • https://www.impantokratoros.gr
  • http://www.myriobiblos.gr
  • https://www.monastiriaka.gr
  • Νόμος: Βάσεις Νομικών Δεδομένων

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών, LL.M.

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί