Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Υπαναχώρηση και έμπρακτη μετάνοια

Υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα (44 παρ. 1 ΠΚ) θεμελιώνεται όταν ο δράστης παύει να τελεί πράξεις που κατευθύνονται, κατά την αντίληψή του, προς την ολοκλήρωση του εγκλήματος[1]. Η εν λόγω αποχή δε συνίσταται ανυπερθέτως σε παράλειψη, αλλά μπορεί να συνίσταται και σε ενέργεια (λ.χ. ο κλέφτης τοποθετεί ξανά τα κοσμήματα στο χρηματοκιβώτιο κ.ά.). Η αποχή πρέπει να είναι οριστική, ενώ τέτοια αποχή δεν υπάρχει, όταν ο δράστης εγκαταλείπει/αναστέλλει προσωρινά την εγκληματική προσπάθειά του, επιφυλασσόμενος να την εξακολουθήσει σε άμεση τοπική και χρονική συνάφεια και στο πλαίσιο του ίδιου βιοτικού συμβάντος, ήτοι χωρίς να προλάβει να ειρηνεύσει το απειλούμενο έννομο αγαθό. Τούτο συμβαίνει, εφόσον η ανωτέρω προσωρινή διακοπή του εγκληματικού εγχειρήματος δεν έχει (όχι μόνον το δογματικό αλλά και) το κοινωνικό νόημα ότι ο δράστης παραιτήθηκε πλέον από την αξιόποινη προσπάθειά του. Σε κάθε περίπτωση, για την οριστικότητα της αποχής δεν αξιώνεται απόφαση του δράστη να μην επανέλθει ποτέ με την ίδια πράξη στο μέλλον, δηλαδή σε ευθετότερο χρόνο, μη επαρκώς προσδιορισμένο και μη έχοντα άμεση συνάφεια προς την πράξη, αφού εδώ μεσολαβεί σε αυτό το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα η αποκατάσταση της εν δικαίω ειρήνευσης του εννόμου αγαθού.

Όσον αφορά, δε, στην υπαναχώρηση από πεπερασμένη απόπειρα (44 παρ. 2 ΠΚ), τούτη υφίσταται, όταν ο δράστης έχει μεν περατώσει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την τέλεση του εγκλήματος, αλλά ακολούθως παρεμποδίζει την επέλευση του βλαπτικού αποτελέσματος που μπορούσε να προκύψει από τη συμπεριφορά του και απαιτείτο νομοτυπικά για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Η παρεμπόδιση αυτή συνιστά μία σκόπιμη (κατευθυνόμενη υποκειμενικά στην αποτροπή του αποτελέσματος, έστω και αν αυτό δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του δράστη, ενώ δεν αρκεί η ανωτέρω αποτροπή να επιτυγχάνεται εκ λάθους ή κατά τύχη) και θετική ενέργεια, η οποία καταλήγει αιτιωδώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος. Άλλωστε, ο δράστης δεν είναι απαραίτητο να επιλέξει την καλύτερη από τις διαθέσιμες διασωστικές ενέργειές του, αλλά αρκεί να προβεί σε μία αξιόπιστη ενέργεια, κατάλληλη να αποτρέψει το απειλούμενο αποτέλεσμα υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτή είναι η επιβεβλημένη θετική υπαναχωρητική συμπεριφορά. Συνεπώς, δε νοείται ως τέτοια οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά, η οποία ενεργοποιεί μεν μία αιτιώδη πορεία, αλλά είτε δεν είναι γενικά πρόσφορη να αποτρέψει το αποτέλεσμα είτε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απέτρεψε αυτή αιτιωδώς το αποτέλεσμα, αλλά αυτό τελικώς δεν επήλθε από άλλους τυχαίους λόγους (λ.χ. επέμβαση τρίτου ή του ίδιου του θύματος, φυσικά αίτια κ.ά.). Αυτό συμβαίνει, διότι στην ως άνω τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει παρεμπόδιση, εφόσον αυτή προϋποθέτει εννοιολογικά τον κυριαρχικό έλεγχο από το δράστη της διασωστικής αιτιώδους διαδρομής συνεχώς και μέχρι το τέλος. Όταν εκλείψει αυτή η κυριαρχία, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ.

Βεβαίως, conditio sine qua non για την επιεική αντιμετώπιση της υπαναχώρησης από την απόπειρα, πεπερασμένης ή μη, συνιστά η πραγματοποίηση αυτής με τη βούληση του δράστη (θετική διατύπωση) και όχι «από εξωτερικά εμπόδια» (αρνητική διατύπωση). Έτσι, ο νόμος δεν περιορίζεται στην απλή αποχή ή παρεμπόδιση του αποτελέσματος αλλά αξιώνει επιπλέον και μια υποκειμενική τοποθέτηση του δράστη, η οποία δε συνίσταται μόνο στην απλή απόφασή του για υπαναχώρηση, εφόσον αυτή η τελευταία ενυπάρχει ούτως ή άλλως σε κάθε αποχή, οικειοθελή ή μη, αλλά περιλαμβάνει και μία αξιολογική τοποθέτηση του δράστη απέναντι στην αξιόποινη συμπεριφορά του. Εκείνο που, σε κάθε περίπτωση, έχει σημασία είναι να σχηματίσθηκε ελεύθερα η βούληση του δράστη και όχι να του επεβλήθη ετερόνομα[2].

Αναφορικά με τις έννομες συνέπειες της υπαναχώρησης, η υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα αποτελεί, κατά μία μη κρατούσα άποψη, προσωπικό, υποχρεωτικό λόγο απαλλαγής από την ποινή, η οποία λειτουργεί υποκειμενικά αφήνοντας ανέπαφο το αξιόποινο των συμμετόχων, ενώ η υπαναχώρηση από πεπερασμένη απόπειρα χαρακτηρίζεται κατ’ αρχήν μεν ως υποχρεωτικός, προσωπικός λόγος μείωσης της ποινής και κατ’ εξαίρεση ως δυνητικός, προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Κατά την κρατούσα, ωστόσο, άποψη, η υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα συνιστά λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου και ως τέτοιος ενεργεί αντικειμενικά, ήτοι καταργεί την ποινική αξίωση της πολιτείας έναντι όλων των συμμετόχων.

Ενόψει των ανωτέρω, η υπαναχώρηση διαφέρει από την έμπρακτη μετάνοια κατά το ότι η υπαναχώρηση προϋποθέτει μη ολοκληρωμένο έγκλημα λόγω είτε μη περάτωσης καν της αξιόποινης συμπεριφοράς (στη μη πεπερασμένη απόπειρα) είτε μη επέλευσης του νομοτυπικού αποτελέσματος (στην πεπερασμένη απόπειρα), ενώ αντιθέτως η έμπρακτη μετάνοια προϋποθέτει τετελεσμένο έγκλημα και εξαλείφει εκ των υστέρων το αξιόποινο της πράξης, με σχετική θετική συμπεριφορά του δράστη. Απεναντίας, στην υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα δε χρειάζεται καν θετική συμπεριφορά του δράστη, αλλά αντιθέτως αρκεί η απλή παράλειψη συνέχισης της εγκληματικής προσπάθειάς του.

Όπως ορθώς επισημαίνεται από την κρατούσα άποψη, όταν ο δράστης υπαναχωρεί από πεπερασμένη απόπειρα εγκλήματος, για το οποίο προβλέπεται και η έμπρακτη μετάνοια, ειδικά ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου, θα πρέπει, για λόγους ίσης αντιμετώπισης, να αναγνωρισθεί ότι η υπαναχώρηση από πεπερασμένη απόπειρα αυτού του εγκλήματος, καταλήγει αναγκαστικά (και όχι δυνητικά) σε απαλλαγή από την ποινή. «Τούτο δε, διότι διαφορετικά θα καταλήγαμε σε αφόρητη αξιολογική αντινομία, καθόσον υπό την εκδοχή αυτή (δηλ. υποχρεωτική απαλλαγή από την ποινή στο τετελεσμένο έγκλημα και δυνητική στην απόπειρα), το μείζον άδικο θα είχε ηπιότερη ποινική μεταχείριση από το έλασσον»[3].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Γ. Μπουρμά σε Αρ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1-234), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2014, σελ. 499 επ. (υπό άρθρο 44), με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές.

[2] Βλ. ανάλυση των διαφόρων θεωριών που έχουν αναπτυχθεί για το «εκούσιο» της υπαναχώρησης σε Χρ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος ΙΙ, Απόπειρα – Συμμετοχή – Συροοή, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2008, σελ. 106 επ..

[3] Βλ. Χρ. Μυλωνόπουλο, όπ.π., σελ. 89.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί