Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Υποχρεώσεις της τράπεζας ως προς την πληρωμή της επιταγής (βλ. την υπ’ αριθμ. 1124/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και την υπ’ αριθμ. 226/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δημ. Αρμ 2015, 1142= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή τους. Επομένως, αν ο τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε να του αποδοθεί το ποσό της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακατάθεσης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της, κατά το άρθρο 3 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» κατά την οποία «η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ’ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμέλεια», οριοθετεί την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνον στην περίπτωση δόλου ή Βαρείας αμελείας των οργάνων της (Βλ. ΠΠρΑΘ 880/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενόψει δε και της φύσεως του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία αποδόσεως αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαιρέσεως, είναι αδύνατη η συνδρομή αξιώσεως εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας και η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική ακόμα και όταν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του ως άνω ΝΔ, τελεί υπό τον πρόσθετο όρο ότι η απόδοση του οφειλόμενου ποσού σε μη δικαιούχο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των οργάνων της. Συνακόλουθα των ανωτέρω η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, και αν ακόμη αυτό έχει αφαιρεθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η αδικοπραξία γίνεται σε βάρος της από τρίτο και όχι από αυτήν κατά του παρακαταθέτη (Βλ. ΑΠ 929/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1122/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ και ΝοΒ 2006, 196, ΑΠ 830/2003, ΤΝΠ ΔΣΑ και ΕλλΔνη 2004, 181, ΕφΑΘ 5020/2010, ΔΕΕ 2011, 462 ΕφΑΘ 8212/2006, ΤΝΠ ΔΣΑ).

Κωνσταντίνα Πουρνάρα

δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί