Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ηθική βλάβη εμμέσως ζημιωθέντος σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του άμεσα ζημιωθέντος (παθόντος)

Aπό τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, κατά την οποία το δικαστήριο, σε περίπτωση αδικοπραξίας, μπο­ρεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρημα­τική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε εκείνον που υπέστη προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, προκύπτει σαφώς ότι δικαιούχος της απαιτήσεως για χρηματική ικανο­ποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι το πρόσωπο που άμεσα υπέστη την ηθική βλάβη από την αδικοπραξία. Τέτοιο πρόσωπο είναι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού και, επί βλάβης του σώματος ή της υγείας, εκείνος που την υπέστη, ήτοι ο παθών. Η έμμεση ηθική βλάβη, δηλαδή, δεν αποκαθίσταται. Κατά συνέπεια, τρίτα πρό­σωπα δεν δικαιούνται κατά νόμο χρηματική ικανοποί­ηση, έστω κι αν αυτά, λόγω στενού συγγενικού δε­σμού τους με τον παθόντα, δοκιμάζουν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των γονέων που υφίστανται ψυχικό άλγος εξαιτίας βλάβης του σώματος ή της υγείας του τέκνου τους. Στην περίπτωση αυτή, η ηθική βλάβη των γονέων είναι έμμεση και, ως εκ τούτου, δεν αποκαθίσταται (βλ. Γε­ωργιάδη-Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, άρθρο 932 αρ. 2, ΟλΑΠ 18/2004, ΧρΙΔ 2004.932, η οποία δέχεται τη δυνατότητα γέννησης αξίωσης ηθικής βλάβης τρίτου σε εξαι­ρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο, ΑΠ 1425/2010, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠειρ 485/2014, Τ.Ν.Π. Νό­μος, ΕφΑθ 36/2004, ΕλλΔνη 2005.181).

Η ΕφΔωδ 65/2016 (Αρμ 2017.354), ωστόσο, διαφοροποιούμενη από τα προρρηθέντα, διέλαβε ότι «η άκαμπτη εφαρμογή της παραπάνω αρχής είναι προφανές ότι μπορεί να οδηγήσει σε σκληρότητες και ανεπιεική αποτελέσματα. Τούτο φαίνεται καθαρά σε περιπτώσεις σοβαρών τραυματισμών με ανίατες ή μόνιμες και βαριές συνέπειες που επηρεάζουν σε κρίσιμο βαθμό το στενό κύκλο των οικείων. Έτσι, στις περιπτώσεις σοβαρών σωματικών κακώσεων του προ­σώπου που έχουν ως συνέπεια την απώλεια σημαντι­κών λειτουργιών του σώματος συνεπεία των οποίων το πρόσωπο θεωρείται «φυτό», σε βαθμό τέτοιο, που λίγο απέχει από τον ουσιαστικό θάνατο, αναγνωρί­ζεται και σε τρίτους (οικείους) αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Τέτοια σοβαρή περίπτωση είναι, μεταξύ άλλων, ο σοβαρός τραυμα­τισμός παιδιού, συνεπεία του οποίου αυτό περιέρχε­ται σε κατάσταση ασυνειδησίας, στην οποία μπορεί να αναγνωριστεί αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στους γονείς του τέκνου, εφό­σον προκύπτει ότι η ηθική βλάβη την οποία οι τελευ­ταίοι υφίστανται υπερβαίνει τις συνέπειες τις οποί­ες υφίστανται οι οικείοι σε τέτοιες περιπτώσεις και αποκτά σημασία ιδιαίτερης, ξεχωριστής, βλάβης του οικείου (βλ. Κρητικού, «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα» [Δ΄ έκδοση, 2008], σελ. 401, αρ. 18, Γεωρ­γιάδη, Ενοχικό Δίκαιο [Γενικό Μέρος, β΄ έκδοση, 2015], σελ. 675, αρ. 21, όπου και παραπομπές σε νομολογία: ΕφΛαρ 919/2005, ΕΣυγκΔ 2006.283, ΕφΑθ 3496/2001 ΑρχΝ 2003.67, ΕφΠατρ 798/1999, ΕΣυγκΔ 1999.635, πρβλ. ΕφΛαρ 325/2011, Τ.Ν.Π. Ισοκράτης)». Με το σκεπτικό, λοιπόν, ότι στην κρινόμενη περίπτωση «η επίδραση του τραυματισμού υπερέβαινε τα συνήθη όρια», η ΕφΔωδ 65/2016 επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους γονείς του τραυματισθέντος.

Το προεκτεθέν σκεπτικό, εξ άλλου, είχε προηγουμένως διαλάβει η ΕφΠειρ 886/2008, κατά την οποία στις ως άνω περιγραφόμενες «σοβαρές περιπτώσεις» συγκαταλέγεται και η «περίπτωση ανικανότητος του προσώπου (του συζύγου) προς συνουσία ή τεκνοποιία κλπ», κατά την οποία (ενν. περίπτωση) αναγνωρίζεται αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στη σύζυγο του τραυματισθέντος.[1]

Συγκρινόμενη με τη μόλις λεχθείσα απόφαση, πάντως, η προγενέστερη ΜΠρΑθ 2975/2005 (ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2006.43) “υπερθεματίζει” ως προς το εύρος της αποδοχής της ηθικής βλάβης εμμέσως ζημιωθέντος προσώπου ως αποκαταστατέας, δοθέντος το μεν ότι αναγνώρισε αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον αρραβωνιαστικό – ουχί σύζυγο – της τραυματισθείσης, το δε ότι έπραξε τούτο όχι επί τη βάσει «ανικανότητος [αυτής] προς συνουσία ή τεκνοποιία κλπ», αλλά επειδή αυτός υπέστη καταθλιπτικά επεισόδια και αναγκάστηκε να ακολουθήσει ψυχοθεραπευτική αγωγή εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού της μνηστής του. Πλέον συγκεκριμένα, η περί ης ο λόγος απόφαση διέλαβε σχετικώς τα ακόλουθα: «Ζητά δε (ενν. ο αρραβωνιαστικός της τραυματισθείσης) την επιδίκαση ποσού 44.064,56 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, (…) κυρίως λόγω του τραυματισμού της μνηστής του V.Τ., υποστάς καταθλιπτικά επεισόδια και παρακολουθούμενος με ψυχοθεραπευτική αγωγή. Στην περίπτωση αυτή, το ψυχικό κόστος που υπέστη ο παραπάνω δεύτερος ενάγων από τον σοβαρό τραυματισμό της ως άνω μνηστής του είχε σοβαρές συνέπειες στην υγεία του, εφόσον, όπως προελέχθη, αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και λόγω της καταστάσεως της μνηστής του δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της και είναι αμφίβολο αν θα το κατορθώσει αυτό στο μέλλον. Ενόψει των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) ύψους 25.000 ευρώ, ποσό που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο.».

Στην ίδια ως άνω συνάφεια, περαιτέρω, αξιομνημόνευτη τυγχάνει και η ΜΠρΒολ 253/2002 (ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2003.185), που αναγνώρισε αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στη μητέρα και τον πατέρα του τραυματισθέντος, δεχόμενη ότι «ως προς την αιτούμενη από τους γονείς του πρώτου ενάγοντος χρηματική ικανοποίηση, ενόψει του σοβαρότατου τραυματισμού που υπέστη ο υιός τους, εξαιτίας του οποίου αυτός δεν επικοινωνεί πλέον με το περιβάλλον του,[2] κατέστη δε εφ’ όρου ζωής ανάπηρος, του βαθμού του πταίσματος, που βαρύνει τον ίδιο τον παθόντα, του βαθμού και της έντασης της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας που υπέστησαν, της θλίψεως και του πόνου που δοκίμασε καθένας από τους ως άνω δικαιούχους, την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των εναγόντων – γονέων, καθώς και όλες τις εν γένει περιστάσεις, ακόμη και εκείνες που δεν μνημονεύονται ρητά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τόσο η δεύτερη ενάγουσα, όσο και ο τρίτος ενάγων, ως γονείς του παθόντος, υπέστησαν πράγματι ηθική βλάβη (για τη νομιμότητα του εν λόγω κονδυλίου βλ. σχ. Κρητικό, ό.π.,[3] παρ. 949, σελ. 331, ΕφΠατρ 798/1999 ΕΣυγκΔ 1999.635), για την αποκατάσταση της οποίας, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 ΑΚ), πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται σε αυτούς, για μεν τη μητέρα του (δεύτερη ενάγουσα) το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων (44.000) ευρώ, για δε τον πατέρα του (τρίτο ενάγοντα) το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ, τα οποία κρίνονται ως εύλογα και δίκαια».

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Πρβλ. την ΕφΑθ 3496/2001 (ΑΡΧΝ 2003.67), που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στη σύζυγο του παθόντος ως αμέσως ζημιωθείσης από την σεξουαλική ανικανότητα του συζύγου της συνεπεία του τραυματισμού του, διαλαμβάνοντας σχετικώς τα εξής: «Για να θεωρηθεί ότι άμεσα κάποιος ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, πρέπει να έπαθε αυτός άμεση ζημία στα έννομα αγαθά του τα οποία προσβλήθηκαν από την τέλεση της αδικοπραξίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της αδικοπραξίας, ασχέτως αν είναι προσωπικά αυτός που έπαθε από αυτήν (ΑΠ 350/1972 ΝοΒ 20.978). Το ίδιο ισχύει όταν και ο σύζυγος, από τη σε βάρος του αδικοπραξία τρίτου στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων, αδυνατεί από αυτήν να έχει στο μέλλον οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή με την σύζυγό του, γιατί τότε και η σύζυγος θεωρείται ότι έχει υποστεί άμεση ηθική βλάβη, αφού από την ανικανότητα αυτή του συζύγου της επέρχεται στην ίδια τη σύζυγο άμεση ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία και δεν προσβάλλεται μόνο στο ατομικό δικαίωμά της για σεξουαλική απόλαυση με τον σύζυγο, αλλά στο ακόμη σπουδαιότερο, στο να αποκτήσει τέκνα, δικαιώματα, δηλαδή, τα οποία αποτελούν την έκφραση και το περιεχόμενο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου που το άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος ονομάζει απαραβίαστα (Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 1998, αρ. 949, ΕφΠατρ 798/99 ΕΣυγκΔ 999.635, ΕΑ 6055/89 ΑρχΝ. ΜΑ 776).».

[2] Σε ανωτέρω σημείο της αναλυόμενης απόφασης, πάντως, αναφέρεται απλώς ότι «η επικοινωνία και η εν γένει συναναστροφή του με άλλους ανθρώπους έχει περιορισθεί σημαντικά», όπερ απέχει νοηματικά από τη φράση «δεν επικοινωνεί πλέον με το περιβάλλον του», που υποδηλώνει παντελή αδυναμία επικοινωνίας με το περιβάλλον. Για λόγους πληρότητας, παρατίθεται ακολούθως ολόκληρο το σχετικό χωρίο της εν λόγω απόφασης: «ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, ο οποίος (…) τελεί σε κατάσταση “φυτού”, υπό άγρυπνο κώμα, διασωληνωμένος με τραχειοστομία και νηστιδοστομία, προκάλεσε σε αυτόν μόνιμη (εφ’ όρου ζωής) μη αποκαταστάσιμη στο μέλλον κατάσταση, η οποία έχει ήδη επιδράσει στην εξέλιξη του βίου του, καθόσον δεν είναι πλέον σε θέση να εργάζεται, με συνέπεια να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η συντήρηση του ιδίου, επιπλέον δε η κοινωνική του θέση έχει καταστεί προβληματική, ενώ η επικοινωνία και η εν γένει συναναστροφή του με άλλους ανθρώπους έχει περιορισθεί σημαντικά, η δε δυνατότητα αυτοεξυπηρετήσεως και ελεύθερης κινήσεώς του έχει εκμηδενισθεί».

[3] Βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 1998.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί